Αντί γι’ αγάπη, αντί για χρήματα, αντί για δόξα… δώστε μου αλήθεια!

Θοδωρής Γιάνναρος
Αντί γι’ αγάπη, αντί για χρήματα, αντί για δόξα… δώστε μου αλήθεια!
Τον συνάντησα μία κρύα νύχτα του Φλεβάρη να περπατάει σκεφτικός στην παραλιακή δίπλα στις ράγες του τραμ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα, να βαδίζει χαμένος στις σκέψεις του και αποφάσισα να του μιλήσω… Κάτι μαγικό και απόκοσμο με οδήγησε στο να τολμήσω να τον πλησιάσω…

Ήταν ντυμένος πολύ απλά, αλλά με γούστο σαν να μην ανήκε εκεί στην βροχερή μοναξιά της νύχτας… Μου χαμογέλασε ευγενικά με ένα μελαγχολικό χαμόγελο που φάνταζε απλανές.

Το βλέμμα του ήταν όμως έντονο και διερευνητικό, αν και προσπαθούσε απεγνωσμένα να μην το αφήσει να φανεί… Λίγο πιο κάτω, στην παραλία της Παλμύρας που με οδήγησε, καθίσαμε σ’ ένα κιόσκι που υποτυπωδώς θα μας προστάτευε από το τσουχτερό κρύο και το ψιλόβροχο…

Όταν άνοιξα το στόμα μου για να του συστηθώ, με ένα νεύμα του χεριού του με σταμάτησε. «…δεν θέλω φίλε μου, να ξέρω ποιος είσαι. Δεν με ενδιαφέρει… Από καιρό έμαθα να μην με ενδιαφέρουν διευθύνσεις και ονόματα… Και τ’ όνομά σου να μου πεις, τίποτα δεν θ’ αλλάξει. Αύριο που ίσως σε ξαναδώ, δεν θα θέλω να σε θυμάμαι, για να ‘χω την ψευδαίσθηση πως κάποιος καινούριος μου μίλησε και να χαίρομαι».

«Σας βλέπω καιρό να περπατάτε εδώ μέσα στο κρύο, τόσο ελαφρά ντυμένος, μονάχος και ήθελα μόνο να σας ρωτήσω, αν θα μπορούσα κάτι να κάνω για εσάς –αν κάτι σας απασχολεί…», του είπα. Γύρισε και με κοίταξε με εκείνο το χαμόγελο που με σκότωσε την πρώτη φορά.

«Άκουσέ με, αν και είμαι σίγουρος πως δεν θα καταλάβεις... Να προστατευθώ από το κρύο και τη βροχή μου λες! Εντάξει, το καταλαβαίνω, αλλά μήπως θα μπορούσες να διερωτηθείς αν μπορεί κάποιος να προστατεύσει κάτι που έχει ήδη χάσει? Να προστατεύσω τη ζωή μου που έχει πια φύγει? Να προστατεύσω την καρδιά και το σώμα μου και να παίρνω τα φάρμακά μου? Φίλε μου, όταν ακόμα και ο θάνατος σ’ έχει απαρνηθεί… τότε όλα φαντάζουν βαρετά και χάνεται η πλοκή…», μου είπε κοιτώντας την θάλασσα στο σημείο που η άμμος συναντιέται με το κύμα.

«Μα δεν είναι δυνατόν… Δεν έχετε οικογένεια, δεν έχετε σπίτι… ανθρώπους που σας αγαπούν; Γιατί το κάνετε αυτό στον εαυτό σας;», επέμενα εγώ, σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να καταλάβω αυτόν τον παράξενα μελαγχολικό άνθρωπο. Φαινόταν μορφωμένος… πολύ μορφωμένος θα ‘λεγα.

«Όλα τα είχα και τα άφησα… Άφησα όλη εκείνη την πίεση, να κάνω πράγματα που δεν μπορούσα πια να κάνω… που δεν με άφηναν να κάνω. Προσπάθησα πολύ αλλά δεν τα κατάφερα και όλοι είπαν πως δεν προσπάθησα με τον σωστό τρόπο… Δεν είπα σε κανέναν από όλους εκείνους που είχα ευεργετήσει, σε πόσο δύσκολη θέση βρισκόμουν, γιατί ήξερα, πως αν ποτέ χρειαζόμουν βοήθεια… μόνος μου πάλι θα ‘μουν… Έτσι, αποφάσισα να φύγω για να μην με θεωρήσουν βάρος κάποια στιγμή, αυτοί που ακόμα μ’ αγαπούσαν…», μου απάντησε με το βλέμμα του καρφωμένο στον παραλία.

«Αυτοί που είπατε πως σας αγαπάνε, δεν έψαξαν να σας βρουν;». Είχα τρομάξει από την απλοϊκή αφήγηση, την καταστροφική σκέψη και την ετοιμολογία αυτού του ανθρώπου που με είχε καθηλώσει…
«Ξέρουν πως αν θέλω να μην βρεθώ, δεν θα με βρουν ποτέ και δεν επιμένουν. Ελπίζω να με ξεχάσουν κάποια στιγμή, γιατί δεν είμαι πια εδώ. Έχω φύγει… Τους ανθρώπους τους σκέφτονται πριν γίνουν ανάμνηση… έτσι δεν είναι, άγνωστε;», μου είπε και με κοίταξε για λίγο στα μάτια.

Είχα μείνει άλαλος. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συνέβαινε. Βρισκόμουν δίπλα σ’ έναν άνθρωπο που είχε βαρεθεί τα πάντα και απλά τριγύριζε παρέα με τη μοναξιά του…

«Βλέπουμε τους αετούς να πετούν ψηλά μόνοι τους, ενώ τα πρόβατα μαζεύονται πάντα σε κοπάδι. Αποφάσισα να μην συμμετέχω στο κοπάδι. Οι τοίχοι που χτίζουμε γύρω μας για να κρατήσουν τη λύπη μακριά, κρατούν απ’ έξω και τη χαρά. Αποφάσισα να τους γκρεμίσω, έστω και την ύστατη ώρα και ν’ απελευθερωθώ. Αντιμετωπίζουμε τις μεγαλύτερες δοκιμασίες της ζωής και του θανάτου μόνοι μας, χωρίς να ενοχλούμε… φίλε μου. Έτσι και ‘γω, αποφάσισα να φύγω!». Ο μονόλογός του ήταν χειμαρρώδης, σαν να είχε καταλάβει τις σκέψεις μου. Τον άφησα να ξετυλίξει αυτό το τρομακτικό κουβάρι συναισθημάτων που κουβάλαγε μέσα του, χωρίς να λέει, ουσιαστικά τίποτα για τον εαυτό του…

«Για να μην νοιώσεις πως έχασες την ώρα σου με μένα, θα σου πω όλα αυτά που θα ‘θελες να ρωτήσεις… Κάποτε κάποιοι σαν εμένα, ήταν πρίγκιπες και είχαν τα πάντα. Είχαν μία οικογένεια, ένα σπίτι, μία δουλειά και μία ζωή… Ξαφνικά, ήρθαν κάποιοι, τους πήραν τη δουλειά, χάθηκε το σπίτι, διέλυσε η οικογένεια και έφυγε η ζωή. Αυτοί που πήραν τη δουλειά και κατέστρεψαν τη ζωή, κάθε μέρα νοιώθουν όμορφα που βλέπουν να αργοπεθαίνει εκείνος που στοχοποίησαν, κλωτσώντας τον με ακόμα περισσότερη μανία… Με τίποτα δεν θέλουν η ζωή να ξανακτιστεί… Ε!... σ’ αυτό τον κόσμο εγώ δεν έχω θέση… Γι’ αυτό και αποφάσισα να φύγω!». Μου έδειξε ένα τατουάζ στο μπράτσο του…
«Αντί γι’ αγάπη, αντί για χρήματα, αντί για δόξα, δώσε μου αλήθεια»…

Χωρίς να πει άλλη κουβέντα, σηκώθηκε και συνέχισε το δρόμο του δίπλα στις ράγες του τραμ… Ούτε βλέμμα δεν έριξε πίσω του… Καθόμουν στο παγκάκι και τον κοιτούσα καθώς απομακρυνόταν. Ένοιωθα φρικτά μέσα μου… ένοιωθα πως όλοι εμείς ευθυνόμαστε για τα ναυάγια της αξιοπρέπειας που συμβαίνουν δίπλα μας, αλλά που απλά τα προσπερνάμε… γιατί να νοιαστούμε άλλωστε; Αρκετά προβλήματα έχουμε από μόνοι μας. Κάποιοι που δεν κλαίνε, είναι γεμάτοι δάκρυα, αλλά εμείς δεν βλέπουμε. Κανείς υποφέρει μόνο από το κακό που του προξένησαν αυτοί που πίστεψε… αλλά παραμένει σιωπηλός, νοιώθοντας πως θα ‘ταν μάταιο αν εξωτερίκευε τον πόνο του και συνεχίζει να τον βιώνει στωικά, μέχρι να τον συνηθίσει και να κλιμακωθούν οι αντιδράσεις του, καθοδηγούμενες από το υποσυνείδητό του, που έχει πάρει τις αποφάσεις του…

Αυτοί που δεν υπέφεραν ποτέ, δεν ξέρουν τίποτα. Δεν ξέρουν ούτε τα καλά ούτε τα κακά. Δεν ξέρουν τους ανθρώπους. Δεν ξέρουν ούτε καν τον εαυτό τους. Η καρδιά και η ψυχή ενός ανθρώπου ραγίζουν μόνο μία φορά. Ότι η αδιαφορία και η εκδικητικότητα τους προκαλεί καθώς βιώνουν τον πόνο τους, δεν τους αγγίζει –είναι μόνο απλές αμυχές που περνούν απαρατήρητες για την ψυχή τους… Κάθε μέρα που περνά μου φέρνει στο μυαλό την αγέρωχη, μελαγχολική φιγούρα αυτού του ανθρώπου που περπατούσε μόνος του δίπλα μας… έχοντας ήδη φύγει. Έψαξα να τον βρω, αλλά ποτέ δεν ξαναπέρασε, έχοντας μόνο αφήσει το αποτύπωμά του στον χωροχρόνο και στοιχειώσει εμένα…

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017, 17:54