Η αντιμετώπιση της σύγχρονης διεθνούς τρομοκρατίας

Νατάσα Γ. Πετρούλια
Η αντιμετώπιση της σύγχρονης διεθνούς τρομοκρατίας
Η έξαρση των τρομοκρατικών «επιχειρήσεων» σε όλον τον Κόσμο, αλλά με ιδιαίτερη σφοδρότητα στα κράτη της Δύσης όπως στις ΗΠΑ στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 όπου οι τρομοκράτες έπληξαν την «ηγεμονική αυτοπεποίθηση» της ισχυρότερης χώρας του Κόσμου. Έπληξαν «κυρίως τους Αμερικανούς και τον Αμερικανό Πρόεδρο: τους δίδυμους πύργους, το Πεντάγωνο, τον Λευκό Οίκο».

Μάλιστα ο τ. Πρωθυπουργός του Βελγίου (1999 - 2008) προσθέτει ότι αν ήταν λιγότερο υποστηρικτής των ΗΠΑ θα έλεγε ότι η 11 Σεπτεμβρίου έπληξε ταυτόχρονα «τον καπιταλισμό, τον μιλιταρισμό και τον ιμπεριαλισμό».

Ταυτόχρονα όμως το σύγχρονο κύμα της τρομοκρατίας, στον προηγούμενο χρόνο και ως σήμερα, έπληξε και χώρες, κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις εγκληματικές - δολοφονικές επιθέσεις στο Charlie Hebdo, στο Μπατακλάν (Παρίσι) στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο και στην Κωνσταντινούπολη.

Η εγκληματική - τρομοκρατική δράση του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους (Ι.Κ.) και των συνεργαζόμενων ή φιλικών προς αυτό τρομοκρατικών οργανώσεων, αποδεικνύει καθημερινά και με ιδιαίτερη έμφαση, ότι οι τρομοκράτες δεν εμποδίζονται από τα σύνορα εθνικών κρατών ή και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απαιτούνται δράσεις συνδυαστικών πρωτοβουλιών για να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους.

Η σύγχρονη τρομοκρατία ταυτίζεται σε μεγάλο, αν όχι σε μέγιστο, βαθμό με την απαίτηση των λαών, που αποτίναξαν διαδοχικά μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον «αποικιοκρατικό ζυγό», να ζήσουν ως εθνικά κυρίαρχοι λαοί εξασφαλίζοντας και τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξή τους και συνδέεται - αρκετές φορές άδικα - με το περιεχόμενο και τις «εντολές» της «ισλαμικής θεολογίας».

Είναι επίκαιρη η άποψη του Γάλλου δημοσιογράφου Ερίκ Λωράν την οποία διατύπωσε στο Διάλογο για το Μέλλον της Δημοκρατίας που οργάνωσε η «Φράνς - Κυλτύρ» στην Αθήνα το 1977, σύμφωνα με την οποία: «Έχουμε την απόδειξη πως πολυάριθμες εθνικές μειονότητες (όπως οι Κούρδοι), καταπιεζόμενες μέσα στο ξένο κρατικό πλαίσιο, θα μπορούσαν να γίνουν ανεξάρτητες, αφού έχουν πραγματική εθνική συνείδηση, αν η υποκρισία δεν κυβερνούσε τις διεθνείς σχέσεις».

Το γεγονός ότι η τρομοκρατία, ως ακραία και εγκληματική έκφραση μιας κακώς νοούμενης ριζοσπαστικής - επαναστατικής πολιτικής δράσης και χρησιμοποιώντας με ανοίκειο τρόπο τις δοξασίες του Ισλάμ θα συνεχίσει να αποτελεί κίνδυνο για τη Δύση, ιδιαίτερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ, και όχι μόνο, επιβάλλει την σε βάθος μελέτη του φαινομένου και στο επίπεδο - κυρίως - της επιστημονικής έρευνας.

Ο Πέτερ Ρ. Νόϊμαν του King’s College του Λονδίνου, ένας από τους πιο έγκυρους αναλυτές θεμάτων της τρομοκρατίας σε διεθνές επίπεδο, υποστηρίζει ότι: «Η τρομοκρατία που θα επακολουθήσει θα κοστίσει τη ζωή σε πολλούς ανθρώπους στην Ευρώπη.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος, τουλάχιστον εξίσου μεγάλος, κίνδυνος: να πολωθούν οι κοινωνίες μας, να αυξηθεί η επιτυχία κομμάτων και ομάδων από μαχητές της άκρας δεξιάς και - κατά συνέπεια - να δυσκολέψει η συμβίωση στην Ευρώπη ανθρώπων διαφορετικής πίστης και προέλευσης».

Η μελέτη της σύγχρονης τρομοκρατίας και η επιστημονικά ορθή και αποτελεσματική πρόκριση τρόπων και μεθόδων για την αντιμετώπισή της, πρέπει να εστιάζεται αφενός και στην ιστορικότητα του φαινομένου (ρίζες - απαρχές, αιτίες και πηγές, σκοπιμότητες, μέθοδοι κ.λπ. - κ.λπ.), αλλά και στην εννοιολογική εμβάθυνσή του γιατί «… η τρομοκρατία είναι αμφιλεγόμενη έννοια και συχνά γίνεται κατάχρηση αυτού του όρου, προκειμένου να απαξιωθούν πολιτικοί αντίπαλοι ή ριζοσπαστικά κινήματα».

Επίσης απαιτείται μια αντικειμενική προσέγγιση στο πλαίσιο της σχετικής διατριβής - των στατιστικών ευρημάτων και των συνακόλουθων αναλύσεων, καθώς και των συναφών αντιλήψεων σχετικά με την «τοποθέτηση» της πλειοψηφίας των πολιτών των λεγόμενων δυτικών χωρών (Ευρωπαϊκή Ένωση, ΗΠΑ κ.λπ.) απέναντι στα ζητήματα: πρώτον του Ισλάμ και δεύτερον των προσφύγων - μεταναστών που κατακλύζουν τα δύο (2) τελευταία χρόνια τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θεωρούνται - κακώς κατά τη γνώμη μας - από ορισμένους αναλυτές, και συντηρητικούς πολιτικούς ηγέτες ως «μοναδικοί πυλώνες της τρομοκρατίας».

Σχετική έρευνα στις ΗΠΑ καταδεικνύει ότι «το 42% των Αμερικανών πιστεύουν ότι το Ισλάμ είναι μία θρησκεία που ανέχεται και νομιμοποιεί τη βία και το 47% εκφράζουν την άποψη ότι οι μουσουλμάνοι είναι αντιδυτικοί και αντιαμερικάνοι». Επίσης «μια παρόμοια έρευνα του 2006, που περιελάμβανε δείγμα από τις ΗΠΑ και δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες, έδειξε ότι το 70% των Αμερικανών και το 76% των Ευρωπαίων ερωτηθέντων βλέπουν τους μετανάστες (νόμιμους και μη) κυρίως τους μουσουλμάνους ως μεγάλη απειλή για τη χώρα τους…».

Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας προϋποθέτει και συνεπάγεται κατ’ αρχήν τη διανοητική - φιλοσοφική, την θεολογική και την πολιτική αντιμετώπιση της «δικαιολογητικής» - για τους τρομοκράτες - βάσης της. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανακαινιστεί το δημοκρατικό «πρότυπο» διακυβέρνησης στο λεγόμενο δυτικό κόσμο. Γιατί όσο φθείρονται οι δυτικές δημοκρατίες και δεν επιτυγχάνουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης με δίκαιη κατανομή του πλεονάσματος με κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη, τόσο περισσότερο θα επιτείνονται οι τακτικές εκμετάλλευσης των φτωχών ή καθυστερημένων χωρών στις μη προνομιούχες περιοχές του Κόσμου. Παρά το γεγονός ότι η τρομοκρατία ποτέ δεν έδωσε ριζικές λύσεις στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που ιστορικά απασχόλησαν τους λαούς.

Γιατί εξακολουθεί να ισχύει πάντα η διαπίστωση που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση ότι «ο τρόμος τρέφει τον τρόμο», όσο και αν ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος «ο γνήσιος πατέρας» του «τρόμου» προσπάθησε να τον απενεχοποιήσει (!) μιλώντας στη Συμβατική Συνέλευση.

Συνακόλουθη εξέλιξη θα συνεχίζουν να αποτελούν οι πολεμικές επιθετικές συγκρούσεις και θα θυσιάζονται κεκτημένα και αναγνωρισμένα από τις Διεθνείς Συνθήκες και τους Διεθνείς Οργανισμούς δικαιώματα των πολιτών, αλλά και των λαών στις χώρες αυτές.

Η ειρηνική συμβίωση των λαών και ο δίκαιος καταμερισμός του παγκόσμιου πλούτου μεταξύ των λαών είναι οι διεκδικούμενοι στόχοι για την επίτευξη μιας δίκαιης ειρήνης μεταξύ των κρατών.

Ειδικά για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για το σύνολο της Ευρώπης το «νέου τύπου» κύμα της τρομοκρατίας μοιραία συνδέεται με τις προσφυγικές - μεταναστευτικές ροές από τις εμπόλεμες χώρες (και ζώνες) της Μέσης Ανατολής (Συρία, Ιράκ, Κουρδιστάν κ.λπ.), της Βόρειας Αφρικής, αλλά και από περιοχές της Ασίας (Αφγανιστάν, Πακιστάν) «ρημαγμένες» από τις πολεμικές συγκρούσεις και της Αφρικής από τη δράση ένοπλων «ανταρτών» και την πείνα…

Ήδη στη βορειοκεντρική Ευρώπη αναπτύσσονται ρατσιστικά και επιθετικά «κινήματα» ακραίων δεξιών και φασιστικών δυνάμεων που βρίσκουν ανταπόκριση σε συντηρητικά στρώματα των τοπικών κοινωνιών. Μπροστά στην απογοητευτική αυτή κατάσταση η Ευρωπαϊκή Ένωση ουσιαστικά απέτυχε να διαμορφώσει κοινές πολιτικές αντιμετώπισης των σχετικών προβλημάτων που θα ήταν αποδεκτές απ’ όλα τα κράτη μέλη και θα διαμόρφωναν ένα προηγμένων αξιών νομικό κεκτημένο που θα ταυτιζόταν και με τον ουσιαστικό νομικό πολιτισμό και τις αξίες της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κατοχυρωμένο νομικό κεκτημένο θα πρέπει να θέτει ισχυρούς ενιαίους για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κανόνες για την καταπολέμηση, αλλά και για την πρόληψη της τρομοκρατίας.

Οι ποικίλες εξελίξεις των λίγων τελευταίων χρόνων επιβάλλουν η Ευρώπη να προτείνει και νέους δικαϊκούς κανόνες, αλλά και κοινούς ευρωπαϊκούς μηχανισμούς για την πρακτική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών με στόχο την πρόληψη τρομοκρατικών επιχειρήσεων και όχι βέβαια τον περιορισμό των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών!

*Νατάσα Γ. Πετρούλια, Δικηγόρος – Ποινικολόγος, LLM Ευρωπαϊκό Δίκαιο , Μέλος Ελληνικής Εταιρίας Εγκληματολόγων και Δημοσιολόγων

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017, 15:16