Η Δημοκρατία μας ΤσιπροΜητσοτ(σ)ακίζεται, ο κόσμος ΤΡΑΜΠαλοΛΕΠΕΝίζεται, κι εμείς…

Ελευθέριος Ανευλαβής
Η Δημοκρατία μας ΤσιπροΜητσοτ(σ)ακίζεται, ο κόσμος ΤΡΑΜΠαλοΛΕΠΕΝίζεται, κι εμείς…
Κι εμείς…
«Όλοι, αραχτοί στον καναπέ
Τι-Βι, Τσιγάρο και λουφέ
Και δε βαριέσαι αδερφέ»
«Έλα τώρα δεν πα’ να μην αρέσεις.
Κόντρα είσαι στην ανασχετική ηλιθιότητα».
(Οδυσσέας Ελύτης)

Για πολλές μέρες, πολλούς μήνες, χρόνια τώρα, φυσούσε, μέσα στη χώρα, ένας ζεστός αποπνικτικός λίβας, που ξερνούσε μιαν ανυπόφορη μπόχα. Μια μπόχα μουλιασμένη με βρώμικη, λασπωμένη γλίτσα, που λέρωνε τα χέρια των ανθρώπων και τις ψυχές τους.

Μια βρωμερή απόπνοια σερνόταν, σαν χολέρα, στους δρόμους της χώρας, από τις εξατμίσεις χιλιάδων Porsche, σκληρά εργαζομένων, αργόσχολων φοροφυγάδων.

Μια μπόχα ανέβαινε από τις μαρίνες των λερωμένων θαλαμηγών των Μηκονόβιων και εξωχωρίων εστέτ, κάνοντας μαύρο το μπλε της θάλασσας.

Ένας βρώμικος ΤΡΑΜΠαγέρας φυσομανούσε στα σοκάκια του κόσμου από την υπερατλαντική Χώρα και έσμιγε με το φυσοσφύριγμα του ΛΕΠΕΝοβοριά.

Τα έντερα των αισχρών κηφήνων της χά(λ)ι σοσάιετυ (high society), όπως τα έντερα κάθε κηφήνα μετά την συνουσία με την ακόλαστη βασίλισσα του σμαριού της βρώμας και της εξουσίας, αιωρούνταν στον αέρα για λίγο και έπεφταν, βρωμερά περιττώματα, στα κεφαλιά των ανθρώπων, που έλεγαν ότι ήταν η κίτρινη βροχή από την Αφρική.

Μια αβάσταχτη βρώμα,

Τσουκάτη,
Βατοπεδινή, Αγιορείτικη, φερομένη επί πτερύγων Εφραίμ και Αρσενίου, των κολλυβιστών της rasadel,
ΑΚΗζόμενη,
Σημιτική εκσυγχρονισμένη, ολυμπιακών διαστάσεων, καλατράβα με κι’ ας κλαίω, κόστους,
Καραμανλίδικη αφασική,
ΓΑΠικη Καστελόριζου, πρωτομνημονιακή με «λεφτά υπάρχουν»,
ΤσιπραριστεροΚαμμένη,

έβγαινε αποπνικτική από την μεγάλη πύλη της Βουλής των Ελλήνων, βάσει του νόμου περί (αν)ευθύνης Υπουργών τε και Βουλευτών και έπεφτε ασύδοτη στη ελεύθερη αγορά, απλώνοντας λογής-λογής πλοκάμια στον λαιμό των ανθρώπων, μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Ανθρώπου.

Δυσώδη ρεύματα από την εσπέρια την κουβαλούσαν, χριστοεωσφορικώς, δροσίζοντας Υπουργούς ταγμένους επί το θεάρεστον έργον της υπηρετήσεως του δημοσίου συμφέροντος, δια της εξυπηρετήσεως των δικών τους συμφερόντων, βεβαίως.

Ο εκλογικός αγώνας είναι σκληρός και μια χορηγία είναι απαραίτητη, δια να μη χάσει η Βενετιά (Βουλή) βελόνι (τέτοιον βουλευτή).

Μια αξιοπρεπής μίζα, για έναν αξιοπρεπή Υπουργό, θα ήταν αναξιοπρεπής αν δεν υπερέβαινε τα 10 εκατομμύρια. (και μη κάνετε τις παρθένες κ. συνάδελφοι βροντοφωνάζει ο κ. Μαντέλης).

Υπερατλαντικά ΤΡΑΜΠαλιζόμενα ρεύματα, μαζί με ΛΕΠΕΝικούς Ευρωβοριάδες, σκορπούσαν τη λασπερή βρώμα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Έμπαιναν από τις πόρτες και τα παράθυρα μέσα στα σπίτια.
Κατακάθιζαν πάνω στις στέγες, μόλυναν το χώμα.
Και οι καρποί της γης διαφθείρονταν κι αυτοί, μαζί με τους ανθρώπους.

Και μονολογούσε ο κόσμος τους δρόμους εκείνες τις ημέρες, λέγοντας:

«Μου φέρεστε μετά πολλής
Φιλοφροσύνης, ω Φυλλίς.
Ας έλειπεν αυτός ο κόπος,
Ίνα μη ήλπίζον ασκόπως» (Κ. Βάρναλης).

Και μουρμούριζαν οι άνθρωποι, βογκώντας με κατεβασμένα κεφάλια:

«Πάρτε τον μισθό μου. Και τη σύνταξη μου, πάρτε. Και τα επιδόματα μου. Τι να τα κάνω; Εδώ κινδυνεύει η Πατρίς.»

«Και τα κέρδη των σαπιοκοιλών;»
Ρωτούσαν κάποιοι, αναιδείς.

«Δεν τα πειράζουμε αυτά. Αν αυτά χαθούν, χαθήκαμε κι μείς κι’ εσείς. Κινδυνεύει το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα.»
Απαντούσαν οι επαΐοντες νταβατζήδες του λαού, οι λαομπαίχτες.

«Αν και μου φαίνεσθε καλοί,
Απήλπισα οριστικώς
Ενώ ελπίζω διαρκώς»
Υποτονθορύζουν, μαζί με τον Βάρναλη, οι εξαχρειωμένοι.

Και μαζεύτηκαν, εκείνες τις ημέρες, οι νταβατζήδες του λαού σε συμβούλιο.
Και διαβουλεύτηκαν κρυφά, χωρίς να κοιτάζονται στα μάτια.
Βαθειά, μέσα τους, το ήξεραν πως ήταν ένοχοι. Κι ας σφύριζαν κλέφτικα.

Και συνεδρίασε το συμβούλιο των νταβατζήδων του λαού. Και απεφάνθησαν:

«Στους λίγους δόθηκεν η γη στα πλήθ’ οι ουρανοί
Δεν ειν’ αξιότερο αγαθό απ’ την υπομονή» (Κ. Βάρναλης).

Και συνομολόγησαν και βγάλανε απόφαση:
Ο γάιδαρος πετάει.
Οι μισθοί και οι συντάξεις του λαού είναι όλεθρος για την κινδυνεύουσα πατρίδα.
Οι σαπιοκοιλιές και οι κηφήνες είναι το μέλλον του κόσμου.

Και άνοιξαν τα παράθυρα και ιπτάμενοι γάιδαροι σκορπίστηκαν στο συγκεντρωμένο πλήθος και γκάριζαν, παρακινώντας τον λαό να παίζει:
«Λόττο», «Πρώτο», «Στοίχημα», «Καζίνο», «Φρουτάκια» και να τζογάρει
μπας και δει άσπρη μέρα.

Και ο κόσμος φώναζε: «Κλέφτες», «Χαμόσυρτα, λέρα σκουλήκια» (Κ. Βάρναλης).
«Μπάσταρδοι, ψεύτες, κλέφτες, πόρνοι». (Κ. Παλαμάς)

Και οι Ερινύες κραύγαζαν:
Ένοχοι. Ένοχοι ψεύδους. Ένοχοι εξαπάτησης. Ένοχοι αδολεσχίας. Ένοχοι ενώπιων του Κυρίου του Λαού σας.

Κι άρχισε να βροντάει και ν’ αστράφτει, καθώς εκείνοι οι Πολίτες, που τους έλεγαν αλήτες, ωραίοι σαν Έλληνες, προχωρούσαν κραυγάζοντας:

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ! ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ!

Και οι καμπάνες όλων των εκκλησιών και τα ξωκλήσια του έθνους αντιλάλησαν:

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.

Και πήρε, ο καθαρός βοριάς, τη βροντή και την αστραπή και τα καμπανίσματα και τη φωνή του λαού:

«ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ και ΔΙΚΑΙΗ ΤΙΜΩΡΙΑ των ένοχων».

Και την φύσηξε στις στέγες των σπιτιών και στις αυλές των ανθρώπων και στο περιστύλιο και στους θόλους της βουλής, και σάρωσε τη λάσπη της αδιαντροπιάς.

«ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ και
ΔΙΚΑΙΗ ΤΙΜΩΡΙΑ»

Των ληστών της πατρίδας.
Των σαπιοκοιλαράδων, που ροκανίζουν το δημόσιο χρήμα.
Των ασεβών κολλυβιστάδων της Ιεράς Κιβωτού του Άβατου Όρους.
Των βατεμένων χριστεμπόρων και των πνευματικών τους βατοπαιδίων.

«ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ και
ΔΙΚΑΙΗ ΤΙΜΩΡΙΑ»

Των βουλιμικών, μέχρι σκασμού, λαδιάρηδων πολιτικατζήδων και διαπλεκομένων αργυρωνήτων με τους χρυσοεωσφοράκους, ταις ευλογίαις της παναχράντου Αγκέλας Μερκελοζήμενς και όλων των οξαποδώ εξωχωρίων αλητών.

Και κατέβηκαν, πάλι, οι πολίτες της χώρας, οι πατριώτες (μακριά η πατριδέμποροι της πατριδοκαπηλίας) και πήραν μαζί τους, στην πορεία προς το αύριο,

Τον Σοφοκλή, τον Πίνδαρο τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη
Τον Έλληνα Μεγαλέξανδρο,
Τον πολεμιστή Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, στην Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
Τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Διάκο, τον Μακρυγιάννη,
Τον Παύλο Μελά,
Τους Φαντάρους του «αέρα»,
Τα Παιδιά της αντίστασης, που τα έλεγαν αλήτες και
Όλους τους θυσιασμένους του αείχρονου Ελληνισμού, που,

«Κάτω από το χώμα, κρατάνε της καμπάνας το σχοινί, για να σημάνουνε την ώρα,»
που θα γίνει η καινούργια Ελλάδα.
Η Ελλάδα που δεν θα ντρεπόμαστε να τη λέμε Ελλάδα.

Για να μπορούμε να σηκώνουμε το κεφάλι οι Έλληνες (ΟΧΙ οι ελληναράδες, που πουλάνε ψόφιο νταηλίκι) και να λέμε:
Αυτή είναι η Ελλάδα:

Η ΕΛΛΑΔΑ με το καθαρό πρόσωπο.
Με το φιλότιμο το ελληνικό.
Με την ελληνική παιδεία και τη φιλοξενία.

Η ΕΛΛΑΔΑ των ανθρώπων του μόχθου, που «κάνουν το σκατό τους παξιμάδι», άλλα έχουν το κούτελο καθαρό κι αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο κι

ΟΧΙ η Ελλάδα των μεγαλοφοροφυγάδων και των λαδωμένων τρωκτικών.

Η ΕΛΛΑΔΑ των τίμιων πολικών, που θέλουν και μπορούν να κοιτάνε τους πολίτες στα ματιά και

ΟΧΙ των λαοβόρων, σφετεριστών της ψήφου του λαού, που ισχυρίζονται και προσπαθούν να τον πείσουν, πως «ο γάιδαρος πετάει». Και γεμίσαμε γαϊδάρους και γαϊδάρες.

Η ΕΛΛΑΔΑ των Ελλήνων, που αμύνονται «περί πάτρης» κι

ΟΧΙ των ελληναράδων, «κωλοελλήνων» (Δ. Σαββόπουλος), που δουλεύουν (και μας δουλεύουν) για την πάρτη τους.

Η ΕΛΛΑΔΑ που αγωνίζεται, μαζί με τους τίμιους πολιτικούς της, ΟΧΙ τους πολιτικατζήδες,

Για να πάψει να είναι το κράτος, «κράτος αδηφάγων και ασύστολων κώλων.»

Για να λέμε οι Έλληνες, «Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» (Κ. Καβάφης):

ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, που ανεβαίνουν στις κορφές, ΟΧΙ γλείφοντας έρποντας και με τα κέρατα τους,
ΑΛΛΑ παλεύοντας, «μέσα στην εκκωφαντική ερημία του πλήθους» (Μ. Αναγνωστάκης), για την αξιοκρατία, και την ανθρωπιά.

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ, που θίγοντας, ελευθερόστομοι, τα «κακώς κείμενα», βάζουν φωτιά στα πουρναρόξυλα των απάνθρωπων και ασύδοτων, αδιαφορώντας για την κατηγορία του εμπρηστή των σκουπιδιών της παγκοσμιοποιημένης εκμετάλλευσης των ανθρώπων.

ΔΙΚΑΣΤΕΣ, που απονέμουν δικαιοσύνη ακριβοδίκαιη και ΔΕΝ κλείνουν τα μάτια στους ισχυρούς.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ που λένε την αλήθεια κι ΟΧΙ την πειραγμένη αλήθεια των πατρώνων τους.

ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ παιδαγωγούς, ΟΧΙ (εκ)παιδευτές των παιδιών μας, βάσει Υπουργικού προγράμματος (α)παιδείας. Γλωσσοπλάστες, ΟΧΙ γλωσσοχαλαστές, που χαλώντας τη γλώσσα, χαλάνε και τον λαό.

ΓΙΑΤΡΟΥΣ που αγωνιούν για τον άρρωστο κι ΟΧΙ για το φακελάκι τους

ΛΑΟ και ΠΟΛΙΤΕΣ, που την πόλη κρατύνουν κι
ΟΧΙ στέρφους αυνάνες, σπουδαιογελοίους, «πολιτισμένους» βάρβαρους, νεοευρωπαιοέλληνες, που παθαίνουν αλλεπάλληλους οργασμούς,
φαντασιοκοπώντας μπροστά στο βλακοκούτι, παγκοσμιοποιημένοι και ευρωλιγούρηδες, άνευρος μαζοχυλός,
χάσκακες αδόντων, ακκιζομένων, τοπ μοντελιζομένων και λοιπών αιδοίων.

«Φτάσαμε στ’ ανείπωτα» (Δ. Σαββόπουλος.

Νταβατζήδες του Λαού. ΟΧΙ. Δεν θα σας κάνουμε τη χάρη να σας μοιάσουμε.

Ξυπνάνε οι άνθρωποι.
«Και δεν ακούν τα κόμματα και το μεγάφωνό τους
Τον χτύπο μόνο της καρδιάς που μας βαφτίζει ανθρώπους» (Δ. Σαββόπουλος.

Και θα δούμε, τότε,

«κύριε ΜΑΛΑΚΑση ποιος εν τέλει θα γελάσει» (Κ. Καρυωτάκης).

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016, 16:05