ΣΕΒ: Ούτε στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου η παραγωγικότητα των μικρομεσαίων

ΣΕΒ: Ούτε στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου η παραγωγικότητα των μικρομεσαίων
Στους ανασταλτικούς παράγοντες που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές μεσαίες, μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, σε σχέση με τις αντίστοιχου μεγέθους ευρωπαϊκές, αναφέρεται ο ΣΕΒ στο τελευταίο Εβδομαδιαίο Δελτίου του.

Όπως σημειώνει, ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία είναι η πολύ χαμηλή παραγωγικότητά τους στην Ελλάδα, η οποία κυμαίνεται στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ειδικότερα ο ΣΕΒ επισημαίνει τα εξής:

«Σήμερα στην Ευρώπη, το τοπίο των μεσαίων-μικρών-πολύ μικρών επιχειρήσεων βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης. Ο αριθμός, η απασχόληση και η προστιθέμενη αξία τους έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα, με λίγες μόνο εξαιρέσεις, μία εκ των οποίων είναι και η Ελλάδα. Οι 676.700 μεσαίες-μικρές-πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα συνεισφέρουν στο 87% του εργατικού δυναμικού των επιχειρήσεων, δημιουργούν προστιθέμενη αξία ίση με 19,3% ΑΕΠ, και παράγουν το 44,2% των ελληνικών εξαγωγικών αγαθών. Όμως η σημαντική απόκλιση από ευρωπαϊκές πρακτικές εξακολουθεί να είναι περιοριστικός παράγοντας στην οικονομική ανάπτυξη. Χαρακτηριστικό στοιχείο η πολύ χαμηλή παραγωγικότητά τους στην Ελλάδα, η οποία κυμαίνεται στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ο υψηλός κατακερματσμός και το πολύ μικρό μέγεθος συνεχίζουν να δρουν ανασταλτικά. Ενδεικτικά, οι μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις (ΜμΕ) στην Ελλάδα είναι μόνο το 3,1% έναντι του 7% στην Ε.Ε. (μέσος όρος).

Έτσι, φαίνεται πως η ευελιξία που θεωρητικά παρέχει το πολύ μικρό μέγεθος (1,9 άτομα μέσο όρο σε κάθε πολύ μικρή επιχείρηση) δεν μετασχηματίζεται σε απόδοση με τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (το 96,9% του συνόλου) να παράγουν περίπου το 9,3% του ΑΕΠ, ενώ οι μικρές και οι μεσαίες (το 3% του συνόλου) να παράγουν περίπου το 10% του ΑΕΠ.

Μελέτη του ΣΕΒ και της ΕΥ όμως αναδεικνύει επιχειρηματικά χαρακτηριστκά μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων (ΜμΕ) στην Ελλάδα που ενισχύουν τις αντοχές στην κρίση και μπορούν να οδηγήσουν ταχύτερα στην ανάκαμψη.

Οι επιχειρήσεις με σχετικό μέγεθος, έχουν ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα (35% αύξηση στο περιθώριο κέρδους των μεσαίων, έναντι πτώσης 50% στις μικρές και πολύ μικρές) βρίσκοντας διέξοδο στις εξαγωγές (40% αύξηση στις μεσαίες). Όσες εστιάζουν σε μεταποιητικές δραστηριότητες εμφανίζουν τετραπλάσια προστιθέμενη αξία (ανεξαρτήτως μεγέθους) ενώ και η καινοτομία αποτελεί σημαντικό παράγοντα που βαίνει βελτιούμενος (29,6 στο δείκτη European Innovation Scoreboard έναντι 30,6 μ.ο. στην Ε.Ε.) ταυτόχρονα με τη συμμετοχή τους σε παραγωγικά δίκτυα με μεγαλύτερες επιχειρήσεις (12,4%, έναντι 10,3% του ευρωπαϊκού μέσου όρου).

Επιπλέον, στην ανάκαμψη μέχρι το 2014 συνεισέφερε η ανταπόκριση σε μετατοπίσεις τουριστικών ρευμάτων και εμπορευματικών συναλλαγών (logistics). Τέλος οι μεσαίες επιχειρήσεις που λειτουργούν με υψηλότερη ένταση τεχνολογίας και γνώσης, ήταν σε θέση να επωφεληθούν από την αύξηση της ζήτησης περισσότερο από τις μικρότερες επιχειρήσεις«.

Όπως τονίζει ο ΣΕΒ, είναι αναγκαία η μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης για τις ΜμΕ. Είναι απαραίτητη η έμφαση στα παραγωγικά χαρακτηριστικά που ενισχύουν τις αντοχές και προωθούν τη μεγέθυνσή τους με εξειδικευμένες προτάσεις βάσει διεθνών καλών πρακτικών.

Αλλαγή πλεύσης η έγκαιρη ολοκλήρωση της γ' αξιολόγησης

Αναφερόμενος στις διαπραγματεύσεις με τους Θεσμούς για το ελληνικό πρόγραμμα, ο ΣΕΒ τονίζει ότι «η κατ’ αρχήν επιτυχής, και εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων, συμφωνία στις 4/12/2017 για την 3η αξιολόγηση, που αναμένεται να ολοκληρωθεί με την ψήφιση των προαπαιτούμενων μέχρι τις 22/1/2018, συνιστά μια καθαρή αλλαγή πλεύσης σε σχέση με το παρελθόν, όταν οι συχνές καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων είχαν ως αποτέλεσμα την έξαρση της αβεβαιότητας και την εξ αυτού του λόγου επιβράδυνση της ανάκαμψης της οικονομίας.

Στην τελική ευθεία για την έξοδο από το 3ο Μνημόνιο, φαίνεται να υπάρχει μια αυξημένη συνειδητοποίηση του επείγοντος των μέτρων που πρέπει να ληφθούν ώστε η χώρα να είναι επαρκώς προετοιμασμένη για την πλήρη έξοδο στις αγορές με ευνοϊκούς όρους. Ήδη, στο 9μηνο του 2017, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,1%, ενώ για όλο το 2017 ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να είναι ακόμη υψηλότερος και να υπερβεί το 2% το 2018, έναντι ρυθμών -0,3% και -0,2% το 2015 και το 2016 αντιστοίχως.

Η ανάκαμψη στο 9μηνο του 2017 στηρίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό στις εξαγωγές αγαθών (μεταποίηση) και υπηρεσιών (τουρισμός), +5% και +11% αντιστοίχως, και τη συναφή αύξηση των επενδύσεων σε εισαγόμενα μεταφορικά μέσα (+63,4%), με τον δείκτη υπευθύνων προμηθειών στη μεταποίηση να παραμένει σε θετικά επίπεδα τους τελευταίους 6 μήνες μέχρι τον Νοέμβριο του 2017.

Από την άλλη πλευρά, η ιδιωτική κατανάλωση ανακάμπτει με σχετικά βραδείς ρυθμούς, καθώς οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι λόγω της υψηλής ακόμη, αν και μειούμενης ανεργίας, με τον όγκο των λιανικών πωλήσεων να αυξάνει κατά 1,9%, ενώ οι επενδύσεις σε κατασκευές και μηχανολογικό εξοπλισμό εξακολουθούν να μειώνονται.

Σε κάθε περίπτωση, η ανάκαμψη αυτή συντελείται εν μέσω μιας ισχυρής ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας και της μεγαλύτερης πρόσβασης του δημοσίου, των τραπεζών και των επιχειρήσεων σε καλύτερους όρους χρηματοδότησης, από το 2018, σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικής πειθαρχίας που έχει κατά το μάλλον ή το ήττον διασφαλισθεί με τη μείωση των συντάξεων κατά 14% μεσοσταθμικά από 1/1/2019 και τη μείωση του αφορολόγητου από 1/1/2020».

Ωστόσο όπως τονίζει ο ΣΕΒ, «η εκπλήρωση των προσδοκιών για μια βιώσιμη ανάκαμψη της οικονομίας μεσοπρόθεσμα απαιτεί η έξοδος από το 3ο Μνημόνιο να γίνει ομαλά και να μην δημιουργήσει ασυνέχειες στην εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική, καθώς η αντίδραση των αγορών θα είναι ταχεία και η άνοδος των επιτοκίων θα αντιστρέψει γρήγορα το καλό κλίμα που διαμορφώνεται».

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017, 14:50