Zougla.gr

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014
ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΚΑΙ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟ

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΚΑΙ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟ

Πρώτη καταχώρηση: Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011, 17:13
Σύμφωνα με τη Φροϋδική θεωρία ο ψυχικός μας κόσμος αποτελείται από δύο βασικά μέρη. Από αυτά το εξωτερικό, πιο γνωστό σε μας μέρος, είναι το συνειδητό, με το οποίο λειτουργούμε στη συνηθισμένη κατάσταση της εγρήγορσης. Όταν συζητούμε με κάποιον άλλον, όταν επεξεργαζόμαστε ένα μαθηματικό πρόβλημα ή επιδιορθώνουμε ένα αυτοκίνητο, εργαζόμαστε με το συνειδητό μέρος του μυαλού μας. Όταν τώρα είμαστε απορροφημένοι πλήρως σε ένα καλό μυθιστόρημα, ονειροπολούμε μια πρόσφατη εμπειρία μας, ονειρευόμαστε, κάνουμε διαλογισμό, ή ακόμα πανικοβαλλόμαστε, επηρεαζόμαστε από κάποιο είδος προπαγάνδας, ή παρασυρόμαστε από έναν όχλο, λειτουργούμε με το δεύτερο μέρος του μυαλού μας, το υποσυνείδητο, τον πιο βαθύ απόκρυφο και ουσιαστικά άγνωστο εαυτό μας. Το υποσυνείδητο είναι η έδρα των ενστίκτων, των παρορμήσεων, των συγκινήσεων, της φαντασίας, της μνήμης, των συνηθειών και της διαίσθησης. Για μερικούς είναι ακόμα ο δρόμος προς την υπερσυνείδηση. Αυτό ρυθμίζει επίσης τις αυτόνομες σωματικές λειτουργίες μας. Κάθε σημαντική προσωπική μεταμόρφωση, θεραπευτική ή όχι, προκύπτει από μια αλλαγή στο υποσυνείδητο.

Στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της καθημερινής μας ζωής είμαστε σε επαφή με το συνειδητό νου μας, ενώ οι υποσυνείδητες δραστηριότητες ρυθμίζουν αθέατες τις σωματικές λειτουργίες μας, όπως το αυτόνομο νευρικό σύστημα και το κυκλοφοριακό σύστημα. Το υποσυνείδητο μπορεί να κληθεί σε δράση σε ορισμένες επείγουσες καταστάσεις, αλλά γενικά παίζει το ρόλο ενός "αυτόματου πιλότου" είτε είμαστε ξύπνοι, ή κοιμισμένοι.

Είναι αδύνατον να διατηρήσουμε όλες τις εμπειρίες μας στο συνειδητό. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαμε το πρόβλημα του Ρώσου ρεπόρτερ Σερεσέβσκι, ο οποίος δε ξέχναγε ποτέ τίποτα. Ο Σερεσέβσκι δεν μπορούσε να συνθέσει τις λεπτομέρειες σε γενικότητες, ή να τις οργανώσει όλες μαζί στο μυαλό του. Με τα χρόνια οι μνήμες συνέχισαν να συσσωρεύονται, μέχρι που τον κατέκλυσαν εντελώς. Η παραμικρή νύξη του προκαλούσε εκατοντάδες συνειρμούς και δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά του. Δεν μπορούσε συγχρόνως να διαβάσει, ή ακόμη να ακολουθήσει μια απλή συζήτηση. Μέχρι το τέλος της ζωής του, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ταξιδεύει από πόλη σε πόλη επιδεικνύοντας το παράξενο ταλέντο του να απομνημονεύει σχεδόν τα πάντα.

Για να λειτουργούμε ισορροπημένα, θα πρέπει επομένως ορισμένες εμπειρίες μας να κρατιούνται στο παρασκήνιο. Σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, η μνήμη όλων όσων έχουμε βιώσει μέχρι τώρα, πρέπει να είναι αποθηκευμένη στο υποσυνείδητό μας και μπορεί να προσπελαθεί, αν ξέρουμε το τρόπο. Αυτό μας φέρνει στο νου την έννοια του "συλλογικού ασυνείδητου" του Γιουνγκ ή των "Ακασικών Αρχείων" του εσωτερισμού, τη μεγάλη αυτή αποθήκη πληροφοριών για όλα όσα έχουν συμβεί (μερικοί λένε και για όσα πρόκειται να συμβούν), την οποία μπορούμε να προσπελάσουμε μέσω του υποσυνειδήτου μας. Υπάρχουν αρκετοί τρόποι για να έρθουμε σε επαφή με το υποσυνείδητό μας, όπως ο χορός, η μουσική, τα ναρκωτικά και η ύπνωση. Όλοι αυτοί έχουν το κοινό χαρακτηριστικό να χρησιμοποιούν μια μεταλλαγμένη κατάσταση συνείδησης για να παρακάμψουν το συνειδητό, για να μας συνδέσουν με το υποσυνείδητο. Σύμφωνα τώρα με το Φρόυντ, το υποσυνείδητο εκδηλώνεται με τρεις διαφορετικούς τρόπους: με τα όνειρα, τους αυτόματους συνειρμούς (συσχετίσεις πραγμάτων ή εντυπώσεων μεταξύ τους) και την ψυχοπαθολογία της καθημερινής μας ζωής (π.χ. κλειστοφοβία, αγοραφοβία, νευρώσεις, υστερισμοί κ.λ.π.).

Ακόμα όμως και μερικά σημαντικά γεγονότα μπορεί να απωθηθούν στο υποσυνείδητο, αν δεν γίνουν για κάποιο χρονικό διάστημα αποδεκτά από το συνειδητό. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα κατά τη παιδική ηλικία, όταν το συνειδητό δεν είναι τόσο ανεπτυγμένο, ούτε έχει αναπτυχθεί ακόμα η ικανότητα της διάκρισης. Αρκετά γεγονότα που συμβαίνουν σε αυτά τα χρόνια επηρεάζουν συχνά τη κατοπινή μας συμπεριφορά. Αν, για παράδειγμα, είχε κλειδωθεί κάποιος, άθελά του, πολύ μικρός μέσα σε μια ντουλάπα, μπορεί να παρουσιάσει αργότερα σαν ενήλικος κλειστοφοβία, χωρίς να θυμάται το ίδιο το γεγονός, το οποίο είχε απωθηθεί τότε στο υποσυνείδητο. Η τραυματική δηλαδή εμπειρία του παρελθόντος μπορεί να τον κάνει να νιώθει πανικό κάθε φορά που μπαίνει σε ένα ασανσέρ, ή σ' έναν άλλο κλειστό χώρο.

Το υποσυνείδητο δρα συνεχώς πάνω στο συνειδητό κι επηρεάζει τη συμπεριφορά του. Πολλές ανεξήγητες ή παράξενες πράξεις, συμπεριφορές και ψυχολογικές καταστάσεις μας οφείλονται στη δική του επίδραση. Η επίδραση αυτή είναι πολύ πιο έντονη όταν είμαστε στη περιοχή του λυκόφωτος, ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο, όπου αυτά τα δυο μέρη επικοινωνούν άμεσα μεταξύ τους, όπως στον ύπνο, τη μέθη, τη νάρκωση, την υστερία, το παραλήρημα, το διαλογισμό ή στην ύπνωση.


ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ

Το υποσυνείδητο είναι βασικά παιδαριώδες, εκτικό και απλουστευτικό στις αντιδράσεις του, με ελάχιστη γενικά αναφορά στη λογική. Δεν είναι αναλυτικό, δεν έχει διάκριση. Είναι σαν ένα μικρό παιδί. Το μικρό παιδί που κλείσθηκε άθελά του στη ντουλάπα μόνο για λίγα λεπτά, δε συνειδητοποιεί ότι αυτό δεν ήταν σκόπιμο και ότι τελικά δεν έπαθε τίποτα. Ο τρόμος του τότε ήταν τόσο μεγάλος, που το μυαλό του αποφασίζει υποσυνείδητα ότι κάθε κλειστός χώρος είναι η ίδια εκείνη ντουλάπα και ότι πρόκειται να κλειστεί για πάντα μέσα της (ψυχολογική διαδικασία της "μεταφοράς"). Σαν ενήλικος, παρόλο που είναι τώρα λογικός, δεν μπορεί να ελέγξει το φόβο του και αντιδρά στο ασανσέρ σα να ήταν η ίδια ντουλάπα.

Ένας υπνωτιστής θα μπορούσε σε μερικές συνεδρίες να ανακαλύψει αυτό το ξεχασμένο παιδικό ψυχολογικό τραύμα στο υποσυνείδητο αυτού του ανθρώπου και αφού τον οδηγήσει νοητικά προς το σημείο της διάσωσής του, να του υποβάλλει μετά μια μεταϋπνωτική υποβολή, βοηθώντας το υποσυνείδητό του να αντιληφθεί ότι τα ασανσέρ στην ενήλικη ζωή του, δεν είναι τα ίδια με την κλειδωμένη ντουλάπα της εμπειρίας του όταν ήταν μικρό παιδί.

Μερικοί θεωρούν ότι το υποσυνείδητο χρησιμοποιεί τη παραγωγική λογική (συμπερασματική διαδικασία από το γενικό στο ειδικό), σε αντίθεση με την επαγωγική λογική (από το ειδικό στο γενικό) που χρησιμοποιεί το συνειδητό. Έχουμε μιλήσει νωρίτερα γι’ αυτή τη διάκριση, που δεν τη δέχεται η επιστήμη της λογικής σήμερα, αλλά που μερικοί ψυχολόγοι και υπνωτιστές μπορεί να συνεχίζουν να τη χρησιμοποιούν, γιατί διασαφηνίζουν έτσι καλύτερα τις απόψεις τους. Με τη παραγωγική λοιπόν λογική εφαρμόζουμε αυτά που ξέρουμε για πολλά πράγματα, και σ' ένα ή λίγα πράγματα που είναι παρόμοια με αυτά (παρόλο που μπορεί στις ειδικές αυτές περιπτώσεις να μην εφαρμόζονται). Μεγάλο μέρος λοιπόν της μοναδικότητας και αντιφατικότητας του υποσυνειδήτου θεωρείται ότι οφείλεται στη περιορισμένη παραγωγική λογική με την οποία αυτό λειτουργεί.

Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό του υποσυνειδήτου είναι ότι δε γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στη φαντασία και τη πραγματικότητα, είναι υπερβολικά εύπιστο και μπορεί να πιστέψει οτιδήποτε. Μια άλλη ιδιότητά του είναι κρατά τις διαδικασίες του ασυνείδητες, δηλαδή μυστικές από το συνειδητό. Το υποσυνείδητο πάντως δεν είναι πραγματικά ασυνείδητο (με το οποίο μερικές φορές το ταυτίζουν), γιατί μπορεί μερικές φορές να γίνει συνειδητό, είτε αυθόρμητα, ή με διάφορες μεθόδους, όπως π.χ. με την ύπνωση.

Μια άλλη ιδιότητα του υποσυνειδήτου είναι να αναμένει να συμβεί πάντα το πιο συνηθισμένο πράγμα. Εφόσον όμοια αποτελέσματα συνοδεύουν συχνά όμοια περιβάλλοντα, το υποσυνείδητο, με τη παραγωγική λογική του, ψάχνει στα τυφλά για παρόμοια περιβάλλοντα, αναμένοντας σε αυτά τα ίδια αποτελέσματα. Για παράδειγμα, κάθε φορά που πάμε σε ένα εστιατόριο, τρώμε. Με αυτό το τρόπο κάθε φορά που μπαίνουμε σε ένα εστιατόριο, το υποσυνείδητό μας θα περιμένει αυτόματα ότι θα φάμε και θα προετοιμάσει κατάλληλα το σώμα μας για το φαγητό. Αν όμως συνεχίσουμε να πηγαίνουμε σε εστιατόρια χωρίς να τρώμε, ο συσχετισμός ανάμεσα σ' ένα εστιατόριο και στη λήψη τροφής θ' αρχίσει να εξασθενίζει.

Παρόλο που το υποσυνείδητο είναι αρκετά σταθερό, σε αντίθεση με το συνειδητό μας, που είναι ροϊκό και διαρκώς μεταβαλλόμενο, εντούτοις δεν είναι αμετάβλητο. Μπορεί να μεταβληθεί. Μερικές φορές μπορεί να συμβούν επιθυμητές αλλαγές αυθόρμητα., αλλά όχι τόσο συχνά

Εφόσον το υποσυνείδητο αναμένει να συμβεί το πιο συνηθισμένο πράγμα, είναι σχετικά εύκολο να χρησιμοποιήσουμε το συνειδητό μας για να το ελέγξουμε. Αν θέλουμε π.χ. να είμαστε σε πολύ καλή φόρμα, σκεφτόμαστε κάθε μέρα παραδείγματα ημερών που ήμασταν σε πολύ καλή φόρμα. Καθώς το υποσυνείδητό μας μαζεύει όλο και περισσότερα τέτοια παραδείγματα, θα φτάσει τελικά να αναμένει να είμαστε σε πολύ καλή φόρμα και θα κατευθύνει υποσυνείδητα το σώμα μας προς αυτή την κατεύθυνση.

Γενικά όταν θέλουμε να αλλάξουμε μερικά πράγματα σε σχέση μ' εμάς, πρέπει να το κάνουμε αλλάζοντας το υποσυνείδητό μας. Πρέπει να το φέρουμε σε συμφωνία με αυτό που συνειδητά θέλουμε. Μπορούμε με αυτό το τρόπο να ελέγξουμε το βάρος μας, διάφορες συνήθειες και συμπεριφορές μας, ή τις διεργασίες της μάθησης και της ανάμνησης, αρκεί να πληροφορήσουμε ή να επηρεάσουμε ανάλογα το υποσυνείδητό μας. Όλα αυτά είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να συμβούν με τη συνειδητή μας προσπάθεια, όσο σκληρά και αν προσπαθήσουμε, γιατί απλούστατα το υποσυνείδητό μας δε θα δεχθεί τις συνειδητές επιθυμίες μας. Ο καλύτερος τρόπος για να επηρεάσουμε το υποσυνείδητό μας να δεχθεί αυτές τις αλλαγές, είναι η αυτοΰπνωση. Η αυτοΰπνωση επίσης και η εφαρμογή κατάλληλων υποβολών μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις νύξεις που εκπέμπουμε και τα είδη των υποσυνείδητων μηνυμάτων που παίρνουμε από τους άλλους.

Οι διάφορες μορφές της ψυχοθεραπείας προσπαθούν όλες να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο. Η ψυχανάλυση και άλλες λογοϊκές θεραπείες έχουν αποδειχθεί πολύ αποτελεσματικές στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους να καταλάβουν γιατί κάνουν αυτό που κάνουν, αλλά δεν υπήρξαν πάντα τόσο επιτυχείς στη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο και στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους. Οι υπνωτιστές πιστεύουν ότι, αντίθετα, ο υπνωτισμός έχει αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματικός με το να παρακάμπτει το συνειδητό και να προχωρά κατευθείαν στο υποσυνείδητο, όπου είναι αποθηκευμένα τα πρότυπα συμπεριφοράς. Όπως τονίζουν, είναι πολύ ευκολότερο να επιτύχεις αλλαγές από το υποσυνείδητο στη συνειδητή συμπεριφορά σου απ' ό,τι να πάρεις συνειδητές αποφάσεις γι' αυτή και να την κάνεις να εκδηλωθεί από το υποσυνείδητο.

Υποσυνείδητο, εκτός από τα άτομα, έχουν επίσης οι λαοί και τα έθνη, ή ακόμα και οι μάζες, σύμφωνα με τη προσέγγιση του Λε Μπον. Ο Χίτλερ μίλησε στο φυλετικό και στο εθνικό ασυνείδητο της Γερμανικής Αρίας φυλής και του Γερμανικού έθνους και ξεσήκωσε τα πλήθη. Ένας δημεγέρτης μπορεί να μιλά στο μαζικό ασυνείδητο του ακροατηρίου του και να το ξεσηκώνει. Με αρχέτυπα και μύθους μπορούμε να μιλήσουμε στο συλλογικό ασυνείδητο.

Ο Φρόυντ θεωρούσε ότι το υποσυνείδητο αποτελείται βασικά από τις απωθημένες γενετήσιες επιθυμίες μας, ενώ ο Άντλερ από τις απωθημένες ορμές μας για την απόκτηση δύναμης. Ο Γιουνγκ, εκτός από τις προηγούμενες απωθήσεις, δέχθηκε ότι αυτό περιλαμβάνει και τη προσωπική εμπειρία μας και γι αυτό το ονόμασε προσωπικό ασυνείδητο. Εκτός όμως από αυτό, κατά τον Γιουνγκ, θα πρέπει να δεχθούμε και την ύπαρξη ενός απρόσωπου, μαζικού ή συλλογικού ασυνείδητου, που αποτελείται από τις μνήμες και τα πρότυπα συμπεριφοράς που αναπτύξαμε σε όλο το διάστημα της ιστορίας της ανθρωπότητας: τα κοινά ένστικτα και ορμέμφυτα του είδους και τις κληρονομικά μεταβιβαζόμενες τάσεις και εμπειρίες των φυλών και των εθνών. Αυτά, σύμφωνα με το Γιουνγκ, έχουν με κάποιο τρόπο κωδικοποιηθεί γενετικά κι έχουν μεταφερθεί στις διαδοχικές γενεές. Οι εικόνες που δημιουργούνται από το συλλογικό ασυνείδητο ονομάζονται από το Γιουνγκ αρχέτυπα. Τέτοιες αρχετυπικές εικόνες είναι των γονέων, των παιδιών, της φυλής, του ήρωα, του Θεού, του γόητα κ.λ..π. Η ψυχολογική υγεία μας είναι το αποτέλεσμα της ισορροπίας ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο. Κάθε συνειδητό γεγονός έχει ένα αντίστοιχο αντίθετο γεγονός στο ασυνείδητο. Κάθε συνειδητή πράξη μας αντιστοιχεί σε μια αντίθετή της στο ασυνείδητο. Η ψυχολογική λοιπόν ισορροπία προϋποθέτει τη συνειδητή αναγνώριση αυτής της σχέσης ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο και την αποφυγή των υπερβολών προς το μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς.


Η ΥΠΟΒΟΛΗ

Υποβολή είναι η διείσδυση ορισμένων ιδεών ή εντολών στο υποσυνείδητο. Τότε αυτές θεωρούνται σαν αυταπόδεικτες αλήθειες και χωρίς να ελέγχονται, ωθούν προς συγκεκριμένες ενέργειες. Αυτός είναι ο λόγος που η υποβολή χρησιμοποιείται από τους προπαγανδιστές και τους δημεγέρτες για τον επηρεασμό και τον έλεγχο των μαζών. Χρησιμοποιείται ακόμη από τον υπνωτιστή για να οδηγήσει ένα άτομο στην υπνωτική κατάσταση, για να επικοινωνήσει με το υποσυνείδητο αυτού του ατόμου, ή ακόμη για να εμφυτεύσει σε αυτό ορισμένες εντολές για πράξεις που θα πρέπει αυτό να κάνει κάποια στιγμή μετά την ύπνωσή του (μεταϋπνωτική υποβολή). Τέλος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από το ίδιο το άτομο στη τέχνη της αυθυποβολής για το θετικότερο έλεγχο της συμπεριφοράς του και γενικότερα για αυτοβελτιωτικούς σκοπούς.

Ο Emile Coue έφτασε να πιστεύει ότι το μόνο που χρειαζόταν για την πρόκληση μιας αλλαγής ήταν η εκφώνηση ορισμένων αποτελεσματικών υποβολών. Αυτός εγκατέλειψε την ιδέα της υπνωτικής συνεδρίας για να προχωρήσει κατευθείαν στην υποβολή. Σε ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα ο "μενταλιστής" Κρέσκιν έχει παρακάμψει πολλά στοιχεία του παραδοσιακού υπνωτισμού κι έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν εκπληκτικά πράγματα απλώς και μόνο με την υποβολή.

Έχει αποδειχθεί ότι η δεκτικότητα ενός ατόμου σε υποβολές αυξάνει 1) όταν το άτομο βρεθεί σε μια προ-οργασμική κατάσταση (Ραϊχική μέθοδος) 2) με τη λήψη κατάλληλων ναρκωτικών ουσιών (π.χ. κάνναβης, LCD) και 3) με το βομβαρδισμό του με κατάλληλη ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Η ύπνωση έχει χρησιμοποιηθεί και με τους τρεις αυτούς τρόπους για τον έλεγχο της συνείδησης. Τις περιπτώσεις αυτές θα τις εξετάσουμε σε άλλα κεφάλαια.


ΑΥΤΟΫΠΝΩΣΗ Η ΑΥΘΥΠΟΒΟΛΗ

Για να λειτουργήσει η αυτοΰπνωση, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μια υποβολή. Η "υποβολή" είναι ο τρόπος που εκφράζουμε προφορικά τους σκοπούς μας και καθοδηγούμε το υποσυνείδητό μας να επιτύχει αυτούς τους σκοπούς. Μόλις το υποσυνείδητό μας ευθυγραμμιστεί με τους συνειδητούς σκοπούς μας, η επίτευξή τους είναι πρακτικά εγγυημένη. Μπορούμε να επιτύχουμε αυτή την ευθυγράμμιση, αλλά χρειάζεται κάποια προσπάθεια. Και χρειάζεται να ξέρουμε πώς να διατυπώνουμε υποβολές και πώς να τις εκφωνούμε..

Η αποτελεσματική διατύπωση και εκφώνηση της υποβολής απαιτεί τη βασική κατανόηση της λειτουργίας του μυαλού και του υποσυνειδήτου. Μια καλή υποβολή επαναλαμβανόμενη αρκετά συχνά και για αρκετά χρόνο και η οποία δε θα προκαλέσει μεγάλη αντίδραση του υποσυνειδήτου, θα γίνει τελικά αποδεκτή από αυτό σαν αληθινή..

Έστω π.χ. ότι κάποιος από μας αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ύπνου. Πέφτει συνήθως εξαντλημένος στο κρεβάτι του και αποκοιμιέται σχεδόν αμέσως, αλλά κάπου στη μέση της νύχτας ξυπνά και από εκεί και πέρα δεν μπορεί να ξανακοιμηθεί. Όλη την ημέρα νιώθει κουρασμένος από την έλλειψη ύπνου, αλλά ό,τι και να έκανε δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αυτή τη κατάσταση.

Το πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί βέβαια από το συνειδητό νου του. Αν μπορούσε, θα το είχε ήδη επιλύσει. Για κάποιο παράξενο λόγο το υποσυνείδητό του τον θέλει ξύπνιο κάθε βράδυ εκείνη την ώρα. Αποφασίζει τελικά να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με μια υποβολή, που θα χρησιμοποιήσει στη διάρκεια της αυτοΰπνωσής του. Η υποβολή που ετοιμάζει είναι κάτι σαν το: "Κάθε νύχτα που κοιμάμαι θα παραμένω διαρκώς κοιμισμένος μέχρι τις 7 το πρωί".

Μπορεί να χρειαστεί μία μόνο επανάληψη αυτής της υποβολής για να λειτουργήσει. Αλλά το πιθανότερο είναι να χρειαστεί μια ή δυο εβδομάδες καθημερινών επαναλήψεων, για να αρχίσει να το πιστεύει το υποσυνείδητο. Μόλις το κάνει, η υποσυνείδητη ανάγκη να ξυπνήσει στη μέση της νύκτας θα έχει αντικατασταθεί από την άποψη, ότι είναι καλύτερα να κοιμάται συνεχώς μέχρι τις 7 το πρωί.

Σήμερα όλοι σχεδόν οι αθλητές χρησιμοποιούν μεθόδους υποβολής για να βελτιστοποιήσουν την απόδοσή τους. Μία κλασσική μέθοδος οραματισμού που χρησιμοποιούν είναι η νοητική επανάληψη της άσκησής τους (μερικές φορές μαζί με συσκευές βιοανάδρασης για να ελέγξουν τα συναισθήματά τους), όπου οραματίζονται τον εαυτό τους να εκτελεί βήμα προς βήμα τέλεια όλα τα στάδια της άσκησής τους.


ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΑΥΤΟΫΠΝΩΣΗ

Ξεκινούμε βασικά με μια φάση χαλάρωσης, όπου μπορούμε να εφαρμόσουμε οποιαδήποτε από τις γνωστές μεθόδους χαλάρωσης. Στη συνέχεια αρχίζουμε να εμβαθύνουμε. αυτή τη χαλάρωση. Κάποια στιγμή, ανάμεσα στη βαθιά χαλάρωση και στις διαδικασίες εμβάθυνσης, θα βρεθούμε σε μια υπνωτική κατάσταση. Μπορεί να μην το ξέρουμε σαν αρχάριοι, αλλά αργά ή γρήγορα θα συμβεί. Βασικά δε ψάχνουμε πότε θα συμβεί αυτό, αλλά αφήνουμε απλώς τα πράγματα να εξελιχθούν από μόνα τους. Στη πραγματικότητα, μπορεί στο τέλος να μην αντιληφθούμε τίποτα περισσότερο από μια βαθιά και ευχάριστη χαλάρωση.

Μια από τις πιο δημοφιλείς διαδικασίες εμβάθυνσης, είναι η τεχνική της αντίστροφης μέτρησης. Κατ' αυτήν αρχίζουμε να μετράμε από μέσα μας προς τα κάτω, ας πούμε από το 100, φανταζόμενοι ότι με κάθε μέτρημα διεισδύουμε διαρκώς βαθύτερα. Το μέτρημα πρέπει να γίνεται με μια φυσιολογική ταχύτητα, ούτε πολύ γρήγορα, ούτε πολύ αργά, π.χ. ένα περίπου μέτρημα κάθε δύο ή τρία δευτερόλεπτα. Μπορούμε, αν θέλουμε, να συνδυάσουμε το μέτρημά μας με την αναπνοή μας. Καθώς διεισδύουμε βέβαια βαθύτερα, η αναπνοή μας επιβραδύνεται, το ίδιο και το μέτρημά μας.

Μια άλλη δημοφιλής μέθοδος είναι να φαντασθούμε ότι πέφτουμε απαλά από ένα πολύ μεγάλο ύψος προς τα κάτω. Μπορούμε , αν θέλουμε, να το συνδυάσουμε αυτό με το μέτρημα για να αυξήσουμε την αίσθηση της καθόδου μας.

Μερικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν ασανσέρ ή άλλα μεταφορικά μέσα. Φανταζόμαστε π.χ. ότι κατεβαίνουμε με το δικό μας ιδιωτικό, πολύ άνετο ασανσέρ από τον 100ο όροφο ενός ουρανοξύστη και ότι θα βρεθούμε στην υπνωτική κατάσταση μόλις φτάσουμε στο χαμηλότερο όροφο.


Η ΕΚΦΩΝΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ

Μόλις τελειώσουμε τη διαδικασία εμβάθυνσης, είμαστε έτοιμοι να εκφωνήσουμε σιωπηλά τις υποβολές μας. Θα πούμε λίγα πράγματα παρακάτω για τη διατύπωση των υποβολών. Αυτό που έχουμε κάνει βασικά μέχρι τώρα με τις διαδικασίες χαλάρωσης και εμβάθυνσης, είναι να έχουμε αυξήσει τη δεκτικότητά μας. Έχουμε δηλαδή ανοίξει κάπως το υποσυνείδητό μας για να δεχθεί τις υποβολές μας.

Ο πιο συνηθισμένος και εύκολος τρόπος για να εκφωνήσουμε τις υποβολές μας, είναι να τις έχουμε ήδη επεξεργαστεί, εκφράσει κατάλληλα και απομνημονεύσει. Τις εκφωνούμε τότε νοητικά στον εαυτό μας στον οποίο αποτεινόμαστε πάντα σε πρώτο πρόσωπο.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εκφωνήσουμε τις υποβολές μας. Μπορούμε να πειραματισθούμε και να βρούμε ποια είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος για μας.

Παρόλο που μερικοί άνθρωποι μπορούν να δουν άμεσα αποτελέσματα από τις υποβολές τους, δεν πρέπει να είμαστε ανυπόμονοι. Μπορεί να χρειαστεί κάποιος χρόνος για να εντυπωθούν αυτές στο υποσυνείδητό μας. Από την άλλη μεριά, αν δεν έχουμε αρχίσει να βλέπουμε αποτελέσματα, για παράδειγμα σε δυο βδομάδες, τότε θα πρέπει ν' αλλάξουμε τις υποβολές μας.

Μόλις τελειώσουμε την εκφώνηση των υποβολών μας, είμαστε έτοιμοι να τερματίσουμε τη συνεδρία μας. Θα μπορούσαμε να ανοίξουμε απλώς τα μάτια μας, να σηκωθούμε και να πάμε στη δουλειά μας Είναι καλύτερο όμως να αναγνωρίζουμε τυπικά το τέλος της συνεδρίας, να έχουμε δηλαδή πάντα μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα. στην υπνωτική κατάσταση και τη συνηθισμένη κατάσταση της εγρήγορσης. Ένας σαφής τερματισμός εμποδίζει επίσης τη συνεδρία να καταλήξει σε ύπνο. Αν θέλουμε να κοιμηθούμε, κανένα πρόβλημα, μόνο που και πάλι είναι καλό να τερματίσουμε τη συνεδρία μας, για να μη συσχετίσουμε τον ύπνο με την άσκηση της αυτοΰπνωσης.

Αν ασκούμαστε την ώρα του ύπνου και δε μας νοιάζει αν θα συνεχίσουμε μετά με ύπνο, πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα, όμως και πάλι πρέπει να τερματίσουμε τη συνεδρία μας, για να μην αναπτύξουμε τη συνήθεια να αποκοιμιόμαστε όταν κάνουμε αυτοΰπνωση.

Για να τερματίσουμε λοιπόν τη συνεδρία, λέμε απλά στον εαυτό μας ότι θα μετρήσουμε μέχρι, ας πούμε, το τρία και με το τρία θα ξυπνήσουμε πλήρως.

"Ένα, αρχίζω να βγαίνω από τη κατάσταση της ύπνωση προχωρώντας προς την εγρήγορση. Δύο, ξυπνάω περισσότερο κι ετοιμάζομαι να ξυπνήσω πλήρως. Τρία, είμαι πλήρως ξύπνιος". Κάπως έτσι.

Αν ασκούμαστε στο κρεβάτι μας, πριν αποκοιμηθούμε, μπορούμε να τερματίσουμε ως εξής:

"Ένα, αρχίζω να βγαίνω από τη κατάσταση της ύπνωσης προχωρώντας προς το τερματισμό της. Δύο, μετακινούμαι σε μία κανονική, νυσταλέα κατάσταση. Τρία, είμαι τελείως έξω από την αυτοΰπνωση και έτοιμος να κοιμηθώ".

Παρακάτω αναφέρουμε μερικούς από τους βασικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθούμε κατά τη λεκτική διατύπωση μιας υποβολής.

Κανόνες για τη Διατύπωση της Υποβολής

1) Να είμαστε όσο το δυνατόν πιο σαφείς, συγκεκριμένοι και ακριβείς στη διατύπωσή μας. Να εξειδικεύουμε τη κάθε περίπτωση, χωρίς να φτάνουμε όμως σε ακρότητες (Η εξειδίκευση είναι πολύ πιο ισχυρή από τη γενίκευση)

3) Να είμαστε κυριολεκτικοί και πολύ προσεκτικοί στη λεκτική διατύπωση των υποβολών μας, αποφεύγοντας τις λέξεις με πολλαπλά νοήματα και τους ιδιωματισμούς. Ιδιαίτερα να αποφεύγουμε τη χρησιμοποίηση "οργανικών" ιδιωματισμών όπως "μου κάθισε στο σβέρκο", ή "έστησα αυτί" κ.λ.π., οι οποίοι αναφέρονται σε μέρη του σώματος. Το υποσυνείδητο καταλαβαίνει τις λέξεις απλά, όπως όταν τις συνειδητοποιήσαμε για πρώτη φορά στη παιδική μας ηλικία και θα μπερδευτεί ιδιαίτερα από τα σύνθετα, πολύπλοκα, ή μεταφορικά νοήματα.

4) Να χρησιμοποιούμε πάντα θετικές βεβαιώσεις και να αποφεύγουμε τις αρνητικές. Για παράδειγμα, σχετικά με το φάγωμα των νυχιών δε λέμε στην υποβολή μας: "Δε θα τρώω πια τα νύχια μου", που είναι μια αρνητική βεβαίωση, αλλά: " Κάθε μέρα τα νύχια μου γίνονται μεγαλύτερα και υγιέστερα", που είναι μια θετική βεβαίωση.

Πρέπει να προσέχουμε ιδιαίτερα τις ενσωματωμένες εντολές που μπορεί να υπάρχουν σε μια αρνητική πρόταση. Συνήθως το υποσυνείδητο δεν καταλαβαίνει το "Μη" ή το "Δεν", τα θεωρεί ακατανόητα και τα απορρίπτει. Έτσι αν πούμε σε κάποιον:

"Δε νομίζω ότι πρόκειται να πεθάνεις".

Μπορεί να φαίνεται ότι το κάναμε για να τον ενθαρρύνουμε. Το ίδιο ακόμα μπορεί να σκεφθεί και αυτός συνειδητά. Η πρόταση όμως περιέχει την ενσωματωμένη εντολή:

" .. πρόκειται να πεθάνεις!"

Όταν μάλιστα έχουμε μια αρμονική σχέση με αυτό το άτομο και δώσουμε έμφαση στο τελευταίο μέρος της πρότασης, τότε είναι βασικά σα να το διατάσσουμε να πεθάνει.

Αυτό βέβαια κάνουν από άγνοια πάρα πολύ γονείς. Λένε συνεχώς στα παιδιά τους ότι πρόκειται να πεθάνουν, ότι θα πέσουν και θα τσακιστούν, ότι θα πληγωθούν κ.λ.π.. Το κάνουν για να τα βοηθήσουν, αλλά στη πραγματικότητα προγραμματίζουν τα παιδιά τους να είναι άρρωστα και επιρρεπή σε ατυχήματα.

Το υποσυνείδητο δεν ενδιαφέρεται για τις αρνήσεις. Αν πούμε "Μη πέσεις και σκοτωθείς!", αυτό δε σημαίνει στη πραγματικότητα τίποτα διαφορετικό για το υποσυνείδητο από το "Πέσε κάτω και σκοτώσου!". Για να καταλάβει κάποιος τι εννοεί αυτή η πρόταση θα πρέπει να δημιουργήσει την εικόνα του να πέφτει κάτω και να σκοτώνεται. Με αυτό το τρόπο λοιπόν υποβάλλει αρνητικά τον εαυτό του. Η εικόνα αυτή στο μυαλό του θα τον τραβήξει σε αυτή τη κατάσταση, τόσο περισσότερο, όσο περισσότερη συναισθηματική ένταση βάζει αυτός που τη λέει. Το "ΜΗ" είναι απλώς μια αφηρημένη ιδέα, που έχει νόημα μόνο για το συνειδητό μυαλό.

Οι ενσωματωμένες εντολές θα μπορούσαν όμως να χρησιμοποιηθούν και θετικά. Αν π.χ. λέγαμε σε κάποιον:

"Μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι μπορείς γρήγορα να αισθανθείς υπέροχα".

Συνειδητά το άτομο θα σκεφτεί ότι μιλάμε σε τρίτο πρόσωπο και ότι το δεύτερο πρόσωπο αναφέρεται γενικά στους ανθρώπους. Το υποσυνείδητό του θα πάρει όμως την εντολή:

" .. μπορείς γρήγορα να αισθανθείς υπέροχα" .

και όταν υπάρχει μια αρμονική σχέση μεταξύ μας, η εντολή αυτή θα βυθιστεί χωρίς καμιά αντίσταση μέσα του.

Η έμμεση αυτή εντολή μπορεί να είναι πολύ καλύτερη από μια άμεση της μορφής:

"Γρήγορα θα αισθανθείς υπέροχα!" ,

γιατί μπορεί να παρέμβει ο συνειδητός νους του ατόμου και να μπερδέψει τη κατάσταση. Θα μπορούσε για παράδειγμα να επιχειρηματολογήσει σε μια λογική βάση ότι δεν είναι σωστό να το λέμε αυτό και να απορρίψει τη πρόταση.

Βασικά οι σκέψεις μας διαμορφώνουν τη πραγματικότητά μας. Αν πιστεύουμε ότι γρήγορα θα αισθανθούμε υπέροχα, θα το κάνουμε. Αν πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να αισθανθούμε καλά, τότε δε θα μπορούμε. Το ζήτημα είναι ότι το 99% των σκέψεών μας βρίσκονται έξω από τη συνειδητή μας επίγνωση. Το υποσυνείδητό μας είναι βασικά μια αποθήκη αυτών που πιστεύουμε πραγματικά. Μπορούμε να πούμε συνειδητά "Σίγουρα θέλω να γίνω καλά", αλλά υποσυνείδητα να γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε ακόμα να γίνουμε καλά, γιατί δεν έχει ικανοποιηθεί κάποιο κριτήριο, Έτσι χρειάζεται πάντα να περιλαμβάνουμε το υποσυνείδητο στη διασαφήνιση που κάνουμε.

5) Να χρησιμοποιούμε πάντα το "Εγώ" αντί για το "Εσύ".

6) Να αποφεύγουμε τις λέξεις κλισέ που αποτελούν μια άλλη μορφή ανακριβούς διατύπωσης και μπορούν να δημιουργήσουν πολλά προβλήματα. (όπως π.χ. η λέξη "μαγκιά", "γάτος", "αλεπού" κ.λ.π.).

7) Αν θέλουμε να αποφύγουμε αρκετές περιττολογίες και λεπτομέρειες, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε υποβολές εικόνων, να κάνουμε δηλαδή οραματισμό. Πολλές φορές ένας καλός, δυνατός οραματισμός είναι πιο αποτελεσματικός από την καλύτερη λεκτική υποβολή. Όσο πιο ζωντανή και δραματική είναι η εικόνα του οραματισμού μας, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η υποβολή μας.

8) Να αποφεύγουμε τις υπερβολές, όπως το να βγάλουμε ένα καινούργιο πόδι, να αλλάξουμε το χρώμα των ματιών μας, ή να γίνουμε από αριστερόχειρες δεξιόχειρες. Πρέπει να τοποθετήσουμε μια γραμμή ανάμεσα στο εφικτό και το αδύνατον, αν και το πού ακριβώς θα χαράξουμε αυτή τη γραμμή είναι συζητήσιμο. Γενικά συμβουλευόμαστε σε αυτό τη κρίση μας.

Έστω για παράδειγμα ότι θέλουμε να κάνουμε μια ομιλία και αποφασίζουμε λίγες μέρες πριν απ' αυτήν να χρησιμοποιήσουμε την αυτοΰπνωση, για να επηρεάσουμε το υποσυνείδητό μας, ώστε η ομιλία μας να είναι πραγματικά τέλεια. Οι υποβολές που θα κάνουμε σε αυτή τη περίπτωση θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις εξής λεπτομέρειες:

1) Μια σταθερή, ισχυρή και αταλάντευτη φωνή 2) Να στεκόμαστε ακίνητοι χωρίς να αναπηδάμε από το ένα πόδι στο άλλο 3) Να μην ιδρώνουμε στο σώμα μας και το στόμα μας να είναι υγρό (να μη στεγνώνει) 4) Μια αρμονική κίνηση των χεριών μας και μια ροϊκή κίνηση του κεφαλιού και του λαιμού μας 5) Ηρεμία στο βλέμμα μας και ικανότητα αλλαγής της ματιάς μας από το ένα μέρος του ακροατηρίου στο άλλο, χωρίς να τιναζόμαστε ή να είμαστε αφύσικοι στη κίνηση των ματιών μας 6) Την αποφυγή των "εε..." και άλλων λεκτικών γεμισμάτων των κενών του λόγου μας 7) Τον έλεγχο των σωματικών μας λειτουργιών (ούρησης και αφόδευσης), ιδίως όταν η ομιλία μας είναι μακρά 8) Μια καλή μνήμη, την ικανότητα να θυμόμαστε το λόγο μας, χωρίς να πρέπει να το διαβάσουμε 9) Ένα καλό τάιμιν και μια διακριτικότητα και 10) Μια αρμονική επαφή με το ακροατήριό μας, που θα έχει μια αίσθηση φιλικότητας και ανοίγματος απέναντί μας.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν και με ένα πλήρη οραματισμό, ο οποίος, αν θέλουμε, μπορεί να περιλαμβάνει και μερικές σύντομες βεβαιώσεις.


Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ

Το υποσυνείδητο έχει γενικά τη τάση να αντιστέκεται στις αλλαγές, σαν ένα τρόπο άμυνας για να μας προστατέψει. Έχει επιτύχει μία σταθερότητα μέσα από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης κι επιλογής των καλύτερων μεθόδων. Ξέρει ότι αποτελεί το καλύτερο μηχανισμό επιβίωσης με το να αντιστέκεται στην αλλαγή. Έτσι πρέπει να αναμένουμε την αντίστασή του στην προσπάθειά μας να το αλλάξουμε.

Υπάρχει όμως πάντα ένα εύρος αποδοχής για μια αλλαγή στο υποσυνείδητό μας, μια ποσότητα αλλαγής που μπορεί αυτό να επιτρέψει να συμβεί. Αν περιορίσουμε τις προσπάθειές μας για αλλαγή σε αυτή τη περιοχή, δε θα προκαλέσουμε την αντίδρασή του.

Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι οι βασικές λειτουργίες του υποσυνειδήτου είναι η αυτοσυντήρηση, η προστασία και η αναπαραγωγή. Αν χρησιμοποιήσουμε υποβολές που παραβιάζουν το τρόπο με τον οποίο αυτό ερμηνεύει το σκοπό του σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιοχές, δε θα καταφέρουμε τίποτα με τις υποβολές μας.

Τελευταία ενημέρωση: Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011, 17:13


Εκτύπωση
Αποστολή
Μέγεθος κειμένου: A A A
Αρχική σελίδα
blog comments powered by Disqus