Οι ιδιαιτερότητες της σεξουαλικής υγείας των εφήβων

Οι ιδιαιτερότητες της σεξουαλικής υγείας των εφήβων
Η καλή σεξουαλική υγεία των εφήβων είναι θεμελιώδης τόσο για την υγεία των μελλοντικών οικογενειών όσο και για την ανάπτυξη καλών κοινωνικών και σεξουαλικών σχέσεων που σέβονται την ισότητα των δυο φύλων. Η επένδυση, λοιπόν, στη σεξουαλική υγεία των εφήβων μέσω της κατάλληλης εκπαίδευσης, όχι μόνο μπορεί να διασφαλίσει πρώιμα οφέλη, αλλά και να προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία στα άτομα που δεν έλαβαν τη σχετική εκπαίδευση κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Όλοι οι έφηβοι πρέπει να έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε προγράμματα σεξουαλικής εκπαίδευσης κατάλληλα για την ηλικία τους. Οι υπηρεσίες αυτές θα πρέπει να είναι εμπιστευτικές χωρίς να απαιτούν από τους εφήβους να ενημερώσουν σχετικά γονείς και συντρόφους. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να παρέχονται με τρόπο μη επικριτικό, καθώς και να δίνουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε αντισυλληπτικές μεθόδους και θεραπείες σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων (ΣΜΝ).

Η αναλυτική σεξουαλική εκπαίδευση που παρέχει πληροφορίες και καθοδήγηση που ανταποκρίνονται στο εκάστοτε πολιτισμικό και κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, το οποίο επηρεάζει τις διάφορες φυσιολογικές και συναισθηματικές πτυχές της ανάπτυξης, καθώς και τη σύναψη σχέσεων, έχει βρεθεί ότι καθυστέρει σημαντικά την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας, μειώνει τη συχνότητα των σεξουαλικών επαφών και τον αριθμό των σεξουαλικών συντρόφων, αυξάνει τη χρήση προφυλακτικού και αντισύλληψης και μειώνει τις μη προγραμματισμένες κυήσεις και την προσβολή των εφήβων από HIV ή άλλα ΣΜΝ. Αρκετά είναι πλέον τα πλαίσια που χρησιμοποιούν τα πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα για να προσφέρουν καθοδήγηση σχετικά με την παροχή μιας αναλυτικής και ολιστικής σεξουαλικής εκπαίδευσης. Η εφαρμογή των υπηρεσιών αυτών είναι πολύπλοκη και χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να αποφευχθούν τα λάθη και να μην επαναληφτούν προηγούμενες αποτυχίες. Χρειάζεται επίσης αναβάθμιση των αποτελεσματικών στρατηγικών σύμφωνα με τα νέα επιστημονικά δεδομένα. Η εφαρμογή των προγραμμάτων σεξουαλικής εκπαίδευσης στις περισσότερες περιπτώσεις αποτυγχάνει, γιατί καθοδηγείται από μια τάση προς την κανονικότητα και όχι από την τρέχουσα έρευνα και τις επιστημονικά τεκμηριωμένες πολιτικές.

Η ελλιπής σεξουαλική εκπαίδευση των εφήβων είναι πιο συχνή στις φτωχότερες χώρες. Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι έφηβοι που δεν έχουν την κατάλληλη υποστήριξη στο σχολείο ή στο σπίτι, οι έφηβοι που δεν έχουν γονείς, καθώς και αυτοί που δεν έχουν οικονομικοί και συναισθηματική υποστήριξη ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν από τις υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας. Τέλος, υπάρχουν και οι έφηβοι που μένουν σε επαρχιακές κοινότητες και έρχονται αντιμέτωποι με χρονικές και οικονομικές δυσκολίες προκειμένου να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι στις πιο φτωχές χώρες εντοπίζονται τα περισσότερα κρούσματα HIV και άλλων ΣΜΝ. Ωστόσο η κακή σεξουαλική υγεία των εφήβων δεν περιορίζεται μόνο στις φτωχές χώρες. Οι μη προγραμματισμένες κυήσεις και οι λοιμώξεις από χλαμύδια καθώς και από τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) είναι πολύ συχνές και στις χώρες μεσαίου ή και υψηλού εισοδήματος. Οι έφηβοι που έχουν την πιο βεβαρυμμένη σεξουαλική υγεία είναι συνήθως άτομα που έχουν αφήσει το σχολείο, είναι επιρρεπείς σε επικίνδυνες συμπεριφορές όπως η κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών, ή ανήκουν σε πληθυσμούς μεταναστών με πολύ περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες εξαιτίας των κοινωνικών δυσκολιών.

Μια πρόσφατη μελέτη που διεξήχθη στην Κένυα δείχνει ακριβώς τη μεγάλη συχνότητα των λοιμώξεων του γεννητικού συστήματος σε μαθήτριες που ζούσαν στην ύπαιθρο. Στη μελέτη συμμετείχαν 515 κορίτσια 14–17 ετών από τον πληθυσμό Luo. Βρέθηκε ότι συμπτώματα αναφέρθηκαν μόνο από το 32% των κοριτσιών που διαγνώστηκαν εργαστηριακά με λοίμωξη από τριχομονάδες, γονόρροια, χλαμύδια, μύκητες ή με βακτηριακή κολπίτιδα. Η συχνότητα των λοιμώξεων με εξαίρεση αυτή από τον μύκητα C. Albicans έφτανε σχεδόν στο 24% και περίπου το ¼ διαγνώστηκε ως ΣΜΝ. Εκτιμάται λοιπόν ότι 1 στα 20 κορίτσια είναι πιθανό να υποφέρουν από κάποιο ΣΜΝ σε μικρή ηλικία ενώ ένα στα 15 έχει διαταραχή του μικροβιώματος του κόλπου. Οι συγγραφείς βέβαια επισημαίνουν ότι τα νούμερα αυτά μπορεί να είναι υψηλότερα στα κορίτσια που έχουν αφήσει το σχολείο.

Το 24% των κοριτσιών ανεξάρτητα από το εάν διαγνώστηκαν ή όχι με κάποια λοίμωξη, ανέφεραν τουλάχιστον ένα σύμπτωμα από το γεννητικό σύστημα απαντώντας σε ερώτηση ειδικά εκπαιδευμένης νοσηλεύτριας. Η κολπική έκκριση αναφέρθηκε από το 10.5% και πόνος στον κόλπο ή το υπογάστριο από το 8.8%. Τα συμπτώματα αυτά όμως δε βρέθηκε να σχετίζονται με κάποιο ΣΜΝ. Από τη μία ο αριθμός των κοριτσιών που ανέφεραν συμπτώματα ήταν πολύ μικρότερος του αριθμού των διαγνωσμένων λοιμώξεων, αλλά από την άλλη, το γεγονός ότι ένα στα 4 κορίτσια ανέφερε πόνο και δυσφορία στη γενετήσια περιοχή ανεξάρτητα από την ύπαρξη λοίμωξης, δείχνει ότι ίσως το άγχος παίζει κάποιο ρόλο. Επιπλέον λιγότερο από το 1% των κοριτσιών δήλωσαν ότι είχαν σεξουαλική επαφή τον τελευταίο μήνα, γεγονός που μάλλον δεν ισχύει, αλλά εάν όντως αληθεύει, σημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις η λοίμωξη ήταν ενεργή για μεγάλο διάστημα αυξάνοντας έτσι το κίνδυνο επιπτώσεών, όπως είναι η υπογονιμότητα, αλλά και ο κίνδυνος της περεταίρω εξάπλωσής.

Η διαχείριση των συμπτωμάτων μπορεί να αποκλείει εξ ορισμού την αντιμετώπιση των ασυμπτωματικών λοιμώξεων, αλλά θεωρείται απαραίτητη όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα εργαστήρια. Φυσικά σε ένα πληθυσμό όπως είναι αυτός της μελέτης, η στρατηγική αντιμετώπισης των συμπτωμάτων δεν είναι αποτελεσματική εξαιτίας της μη συσχέτισης μεταξύ των συμπτωμάτων και των διαγνωσμένων λοιμώξεων. Ακόμα όμως και εάν οι έφηβοι που είχαν προσβληθεί από κάποιο ΣΜΝ είχαν συμπτώματα, η προσέγγιση αυτή και πάλι θα αποτύγχανε.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι τα συμπτώματα, έτσι όπως παρουσιάζονται στη μελέτη, έχουν προσδιοριστεί από ενήλικες με ιατρική εκπαίδευση και είναι λοιπόν αποξενωμένα από οποιοδήποτε νόημα που να σχετίζεται με την εφηβική ηλικία ή το πολιτισμικό πλαίσιο της μελέτης. Αυτό σημαίνει, δηλαδή, ότι τα αληθινά παράπονα των εφήβων συνήθως δε γίνονται αντιληπτά από τους επαγγελματίες υγείας όπως αντίστοιχα οι έφηβοι πολύ συχνά παρερμηνεύουν την ερώτηση των ερευνητών. Πολλές φορές, μάλιστα, οι έφηβοι εξαιρούνταν από τη βιοιατρική έρευνα, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο εμπόδιο στην αποτελεσματική προαγωγή της σεξουαλικής τους υγείας. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι έφηβοι δεν είναι τόσο πιθανό να εμπιστευτούν προσωπικές πληροφορίες στους ενήλικες εάν δεν είναι ξεκάθαρα για αυτούς τα οφέλη. Ο τρίτος είναι ότι οι έφηβοι με συμπτώματα μπορεί να μη έχουν πρόσβαση ή να μην απευθύνονται σε υπηρεσίες υγείας για διάφορους λόγους, όπως, η απόδοση μικρής σοβαρότητας και σημασίας στα συμπτώματά τους, οι περιορισμένες βασικές γνώσεις σχετικά με το σώμα και τη λειτουργία του, ο λανθασμένος καθησυχασμός από τους συνομήλικους απουσία κάποιου υποστηρικτικού ενήλικα, το άγχος που οδηγεί στην άγνοια, η ανησυχία σχετικά με την εχεμύθεια καθώς και η έλλειψη οικονομικών πόρων.

Στη μελέτη της Κένυας υπάρχουν τρανταχτά παραδείγματα εφήβων που δεν ήθελαν να εμπιστευτούν πληροφορίες σχετικά με την αναπαραγωγική τους υγεία. Πέντε κορίτσια προτίμησαν να απαντήσουν «δεν ξέρω» σε όλες τις ερωτήσεις για τα συμπτώματα, ενώ μόλις τρία από τα 28 που είχαν επιβεβαιωμένη λοίμωξη παραδέχτηκαν ότι είχαν ξεκινήσει τη σεξουαλική τους ζωή. Η δυσκολία στην ακριβή αξιολόγηση των αυτοαναφορικών απαντήσεων είναι δεδομένη τόσο στους ενήλικες όσο καις στους εφήβους. Στην παρούσα μελέτη όμως, υπήρχε και το ζήτημα των κοινωνικών δυσκολιών που ενθάρρυναν την περιορισμένη αναφορά συμπτωμάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως, η προσέγγιση που επικεντρώνεται στη διαχείριση των συμπτωμάτων θα έχει σαν αποτέλεσμα τη μη διάγνωση λοιμώξεων συμπτωματικών ή μη συμπτωματικών.

Αυτό που χρειάζεται είναι η επικέντρωση στην πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και την άμεση σύνδεση ανάμεσα στη διάγνωση και την παροχή φροντίδας. Η προσέγγιση θα πρέπει να ξεκινά από μικρή ηλικία και όπου υπάρχει η δυνατότητα να γίνεται εμβολιασμός, όπως στην περίπτωση του HPV. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι διαγνωστικές εργαστηριακές παροχές αναβαθμίζονται και αναπτύσσονται καινοτόμες στρατηγικές που θα επιτρέπουν την έγκαιρη διάγνωση των εφήβων σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι κι αλλιώς ο προληπτικός έλεγχος είναι η πιο οικονομική παρέμβαση στα κοινωνικά δίκτυα των εφήβων, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς με υψηλά ποσοστά ΣΜΝ.

Πολύ πιο αποτελεσματική προαγωγή του προληπτικού έλεγχου θα γινόταν με τη παροχή υπηρεσιών μέσα στο σχολικό πλαίσιο, με τον όρο της απόλυτης εχεμύθειας. Παράλληλα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το διαδίκτυο ως εργαλείο πρόληψης και προαγωγής της σεξουαλικής υγείας των εφήβων, καθώς είναι ένα εργαλείο ιδιαίτερα προσφιλές στους νέους που έχουν μεγαλώσει σε μια ψηφιακή εποχή, ενώ παράλληλα, πρόσβαση σε αυτό έχουν όλο και περισσότερα άτομα που κατοικούν σε χώρες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Οι μελέτες που έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής δείχνουν ότι οι ψηφιακές παρεμβάσεις έχουν μέτρια αποτελέσματα στη βελτίωση της σεξουαλικής υγείας. Είναι φανερό ότι χρειάζονται περισσότερες σχετικές μελέτες. Υπό ιδανικές συνθήκες, οι παρεμβάσεις αυτές θα έπρεπε να συνδέονται άμεσα με παροχή συμβουλευτικής και προσωπική επαφή με επαγγελματίες υγείας.

Οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν ότι τα ευρήματά τους δείχνουν μόνο την κορυφή του παγόβουνου και ότι η ανάγκη της περιφρούρησης της σεξουαλικής υγείας των εφήβων είναι επιτακτική, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς με υψηλά ποσοστά ΣΜΝ. Μια επένδυση στη σεξουαλική υγεία των εφήβων, άλλωστε, είναι μια επένδυση για το μέλλον.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Κ. Κωνσταντινίδης, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, πρόεδρος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 18 Απριλίου 2017, 09:15