Τα χλαμύδια και το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα

Τα χλαμύδια και το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα
Επιστήμονες από το Wellcome Trust Sanger Institute και οι συνεργάτες τους από το University of British Columbia έχουν δημιουργήσει μια καινοτόμο τεχνική για να μελετήσουν πώς τα χλαμύδια αλληλοεπιδρούν με το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου.

Οι ερευνητές αναγνώρισαν δυο γονίδια του ανθρωπίνου ανοσοποιητικού συστήματος τα IRF5 και IL-10RA ως πολύ σημαντικούς παράγοντες στην αντιμετώπιση της λοίμωξης από χλαμύδια. Τα ευρήματα τους τα οποία δημοσιευτήκαν στο Nature Communications, εντοπίζουν νέους θεραπευτικούς στόχους για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Η λοίμωξη από χλαμύδια είναι μια από τις πιο συχνές σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εκτιμάται ότι 131 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως μολύνονται με χλαμύδια κάθε χρόνο. Συχνά αποκαλείται η σιωπηλή νόσος καθώς δε δίνει συμπτώματα στα πρώιμα στάδια. Εάν η λοίμωξη μείνει χωρίς θεραπεία, μπορεί να οδηγήσει σε φλεγμονώδη νόσο της πυέλου καθώς και σε υπογονιμότητα.

Η αυξημένη απειλή της αντίστασης στα αντιβιοτικά οδήγησε τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας στην έκδοση νέων κατευθυντήριων οδηγιών για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από χλαμύδια μέσα στο 2016. Για την ανάπτυξη νέων αποτελεσματικών θεραπειών για τη λοίμωξη είναι απαραίτητη η κατανόηση του τρόπου αλληλεπίδρασης των χλαμυδίων με το ανοσοποιητικό σύστημα.

Για τους σκοπούς της μελέτης οι επιστήμονες δημιούργησαν από ανθρώπινα βλαστοκύτταρα λευκά αιμοσφαίρια που ονομάζονται μακροφάγα, έτσι ώστε να μελετήσουν τη λοίμωξη από χλαμύδια. Τα μακροφάγα έχουν ένα κρίσιμο ρολό στην εξόντωση των χλαμυδίων. Τα μακροφάγα που παρήγαγαν οι ερευνητές ανταποκρίθηκαν στη λοίμωξη με παρόμοιο τρόπο με αυτά που λαμβάνονται από το ανθρώπινο αίμα, το οποίο σημαίνει ότι είναι πολύ πιο κοντά στο ανθρώπινο ανοσοποιητικό από αυτά που παράχθηκαν με προηγούμενες μεθόδους. Το νέο αυτό ερευνητικό μοντέλο θα βοηθήσει τους επιστήμονες να μελετήσουν πώς τα χλαμύδια αλληλοεπιδρούν με το ανθρώπινο ανοσοποιητικό για να αποφύγουν τα αντιβιοτικά και να εξαπλωθούν.

Οι ερευνητές επισήμαναν ότι τα χλαμύδια είναι δύσκολο να μελετηθούν γιατί κρύβονται μέσα στα μακροφάγα οπού δεν μπορεί να τα φτάσει η δράση των αντιβιοτικών. Μέσα σε ένα μακροφάγο ένα με δύο κύτταρα χλαμυδίων μπορεί να πολλαπλασιαστούν με γοργούς ρυθμούς και να γίνουν εκατοντάδες μέσα σε μια-δυο μέρες, πριν εξέλθουν από αυτό για να εξαπλώσουν τη λοίμωξη.

Με τη νέα μέθοδο οι ερευνητές μπορούν να ενεργοποιήσουν και να απενεργοποιήσουν συγκεκριμένα γονίδια των βλαστοκυτταρων και να εξετάσουν πως αυτό επηρεάζει τα αναπτυσσόμενα μακροφάγα και την επίδραση τους με τα χλαμύδια. Με τον τρόπο αυτό ανακάλυψαν δυο γονίδια μακροφάγων που είχαν κεντρικό ρόλο στην αντιμετώπιση της λοίμωξης από χλαμύδια, τα IRF5 και IL-10RA. Όταν τα γονίδια αυτά απενεργοποιούνταν τα μακροφάγα ήταν πιο ευάλωτα στη λοίμωξη από χλαμύδια. Αυτό σημαίνει ότι τα γονίδια αυτά μπορούν να καθορίσουν τους νέους στόχους των φαρμάκων για τη θεραπεία των χλαμυδίων.

Τέλος, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η μέθοδός τους μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα παθογόνα και να προσφέρει ευρύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ του ανοσοποιητικού συστήματος και των λοιμώξεων.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Κ.Κωνσταντινίδης, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, Πρόεδρος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017, 09:14