"Θυμάμαι"

Πρώτη καταχώρηση: Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008, 00:00
Σώτια Τσώτου
"Θυμάμαι"

Υπάρχει ένα βιβλίο που το ξαναδιαβάζω σε τακτά χρονικά διαστήματα , αλλά δεν μπορώ να πω ότι το έχω καταλάβει τελείως. Είναι «Οι ρίζες της σύμπτωσης» του Άρθουρ Κέσλερ. Ο Καντιανισμός και οι θεωρίες των αστροφυσικών για το Σύμπαν (ο Νόμος της Εντροπίας και των Κβάντα) μπλέκονται σοφά, για να αποδείξουν ότι η σύμπτωση μόνον… σύμπτωση δεν είναι.

Ό,τι νομίζουμε τυχαίο δεν είναι παρά ο κρίκος μιας αλυσίδας που αν την ακολουθήσουμε μέχρι το τέλος της, θα δούμε ότι το … τυχαίο ήταν σοφά υπολογισμένο, για να  επιτευχθεί  ένα επίσης υπολογισμένο αποτέλεσμα.   

Με απλά λόγια τρέμε το κομποσκοίνι του Θεού και βάλε πολλά εισαγωγικά σε ό,τι λέμε «ελεύθερη βούληση». Και για να μην παρεξηγηθώ, τονίζω ότι προσωπικές απόψεις εκφράζω.

Δεν είμαι μήτε Πάπας, μήτε Πατριάρχης να έχω το θράσος να ιδιοποιούμαι το Αλάθητο. Δεν έγραψα, χωρίς λόγο, αυτή τη «σοφιστικούρα».

Έχει σχέση με τη συνέχεια της ιστορίας μου με τον Κώστα Χατζή που είχα αρχίσει να σας αφηγούμαι στο «Θυμάμαι» της προηγούμενης Κυριακής. Μία σειρά «τυχαία» γεγονότα, μας φέρνανε κοντά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Εκείνο πάντως που μας ένωσε ολοζωής και που μου χάρισε τον καλύτερο συνεργάτη και φίλο  που μπορεί να αποκτήσει ένας καλλιτέχνης και ένας άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω από σύμπτωση. Είναι «σατανική» σύμπτωση. Τώρα, γιατί, όταν θέλουμε να επιτείνουμε τη λέξη «σύμπτωση», βάζουμε μπροστά το επίθετο «σατανική», είναι άξιο προβληματισμού. Ποιος κυβερνά αυτόν τον κόσμο, βρε παιδιά; Και έχει, έτσι, τα χάλια του!!

Αλλά ας αφηγηθώ τα γεγονότα, για να βγάλετε μόνοι σας τα φιλοσοφικά σας συμπεράσματα. Είχαμε στην παρέα μας ένα παιδί που τον έλεγαν  Στέφανο Μπούρα. Ήταν πέντε χρόνια μικρότερός μας και ήταν ο χαϊδεμένος μας. Ήταν γιος γιατρού και παράλληλα με το σχολείο, σπούδαζε πιάνο, όπως όλα τα παιδιά των «καλών» οικογενειών, τω καιρώ εκείνω!

Στα 18 του χρόνια ο Στέφανος ερωτεύθηκε μια Στέλλα 4 χρόνια μεγαλύτερή του. Αν και ανήλικος (με το τότε ισχύον Δίκαιο), την παντρεύτηκε παρά τη θέληση των δικών του, πλαστογραφώντας την ηλικία του. Κι έτσι πολύ μικρός «μπήκε στα βάσανα». Ήταν και πατριαρχικός τύπος ο μασκαράς. Δεν ήθελε να δουλεύει η γυναίκα του. Αλλά κι εκείνος εκτός από λίγο πιάνο, δεν ήξερε τίποτα άλλο. Αλλά η ανάγκη αφυπνίζει μέσα μας δυνατότητες και «εαυτούς» που δεν υποψιαζόμασταν την ύπαρξή τους. Σε λίγους μήνες, ο ερωτευμένος και κυνηγημένος νεαρός έμαθε όλο το ρεπερτόριο της εποχής και έπαιζε ένα τόσο εντυπωσιακό- φανφαρονικό- αλλά μελωδικό πιάνο- που για χρόνια μετά τον θυμόντουσαν στην Πλάκα, σαν τον «πιανίστα- ορχήστρα». Έβρισκε εύκολα δουλειά, αλλά το ίδιο εύκολα την έχανε. Ήταν πολύ πουριτανός και δεν ταίριαζε στη νύχτα, που είναι απελευθερωμένη και χαλαρή.  Λίγο να γλυκοκοίταζε κάποιος τη γυναίκα του μάζευε τις παρτιτούρες του και δρόμο… Και άρχιζαν οι πείνες και οι έρανοι στην παρέα, για να βοηθήσουμε το ζευγάρι και οι μετακομίσεις μέσα στη νύχτα, γιατί είχαν την κακή συνήθεια οι ιδιοκτήτες να θέλουν τα ενοίκιά τους και ο Στέφανος να μην μπορεί να ικανοποιήσει το… παράλογο αίτημά τους. 

Και περνούσε ο καιρός και έγινε η Χούντα και έγινα κι εγώ, από δημοσιογράφος, στιχουργός. Και κάποιο φθινοπωρινό βράδυ ο Στέφανος μας ανακοίνωσε με χαρά ότι βρήκε δουλειά σε ένα μαγαζί σοβαρό και ηθικό σαν εκκλησία.  Ήταν ο «Σκορπιός» του Κώστα Χατζή. Και δεν είχε άδικο. Ο Κώστας ήταν και είναι Μάρτυς του Ιεχωβά. Τηρούσε και τηρεί τις «Δέκα Εντολές» με αυστηρή ακρίβεια. Είναι ο εντιμότερος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου.

Ακόμα και αν δεν το αγαπάς, δεν μπορείς να του αρνηθείς πως δεν λέει ψέματα, πως δεν εποφθαλμιά τη γυναίκα του διπλανού του, πως δε θα σε κλέψει, δε θα σε αδικήσει, δε θα σε κουτσομπολέψει και άλλα χρήσιμα «δεν», που μακάρι να τα είχαμε όλοι μας, στη ζωή μας. Ο Στέφανος, λοιπόν, πετούσε από τη χαρά του… Τέρμα οι πείνες, οι μετακομίσεις μέσα στη νύχτα και οι ατσιγαρίες. Έτσι αποφάσισε να δοκιμάσει τις ικανότητές του και στη σύνθεση. Και μου ζήτησε να του δώσω στίχους.

Τα δύο πρώτα τραγούδια που έγραψα ήταν το «Δε βαριέσαι, αδελφέ» και το «Στρατής». Αλλά μου φαινόντουσαν πολύ ποιήματα, πολύ ακατάλληλα για τραγούδι και ενώ τα εκτιμούσα, τα κρατούσα στο συρτάρι μου, μην ξέροντας τι να τα κάνω.  

Αγαπούσα τον Στέφανο. Τον θεωρούσα πρωτοπόρο και πρωτότυπο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του και του τα έδωσα με μεγάλη ευχαρίστηση και αισιοδοξία. Ήλπιζα ότι τα δύο «πρωτότοκά» μου ίσως στο πρόσωπο του Στέφανου έβρισκαν τον κατάλληλο συνθέτη.

Ο Στέφανος άρχισε να τα «δουλεύει» με πάθος, στο περιθώριο χρόνου που του άφηναν οι καθημερινές πρόβες του με τον Χατζή και την ομάδα του, δηλαδή την ορχήστρα και άλλους δύο τραγουδιστές: τη Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου που έγινε αργότερα πολύ γνωστή σαν δημοσιογράφος και αστέρι της τηλεόρασης και χάθηκε στα 50 της από έναν πολύ οδυνηρό, σύντομο καρκίνο. Ο τραγουδιστής λεγόταν Μιχαλόπουλος, αλλά δεν θυμάμαι περισσότερα γι΄αυτόν.

Ο Στέφανος μας έλεγε πως είχε κάνει τρεις «βερσιόν» των τραγουδιών, αλλά δεν μας άφηνε να τις ακούσουμε, προτού τις τελειοποιήσει… Ήταν ένας άνθρωπος που τα έπαιρνε όλα «επί πόνου» και πριν τα 21 του χρόνια είχε αρχίσει να γκριζάρει  από το άγχος. Φαντάζομαι, λοιπόν, τι άγχος είχε, όταν συνέβη το μοιραίο απρόοπτο, που θα άλλαζε την καλλιτεχνική μου πορεία όχι επί τα βελτίω, αλλά επί τα αρίστω.

Ήταν  τόσο αγχωμένος που ζήτησε τη συμπαράσταση του κοινού μας φίλου, του τραγουδιστή Τάσου Πέππα, και ήρθαν μαζί κάποια μεσάνυχτα στο σπίτι μου.

«Σε παρακαλώ μην κάνεις τίποτα, γιατί θα χάσω τη δουλειά μου», με ικέτεψε.

Τα είχε χάσει και άρχιζε την ιστορία από το τέλος της, παραλείποντας της αρχή. Τον καθησύχασα…

-Ηρέμησε αγόρι μου, Τι συμβαίνει; Τι σχέση έχω εγώ με τη δουλειά σου;

-Μου πήραν τους στίχους…

-Θα στους ξαναδώσω. Έχω αντίγραφο.

-Θα τους μελοποιήσει άλλος.

-Χωρίς την άδειά μου;

-Αν πεις «όχι» θα χάσω τη δουλειά μου.

Δεν υπερβάλω. Ο νεαρός έτρεμε… Σε λίγο θα έβαζε τα κλάματα… Δεν μπορούσε να μιλήσει. Έτσι ανέλαβε ο Πέππας να μου εξηγήσει:

Έκαναν πρόβα με τον Χατζή. Ανάμεσα στις παρτιτούρες του ο Στέφανος είχε τους στίχους των δύο τραγουδιών, που τα «δούλευε» στα διαλείμματα της πρόβας… Κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα.

Ο Χατζής που ψιλόπαιζε πιάνο και διάβαζε παρτιτούρα, κάτι πήγε να διορθώσει στις παρτιτούρες για πιάνο του Στέφανου και, καθώς τις ξεφύλλιζε, βρήκε τους στίχους και άρχισε να τους διαβάζει. Ενθουσιάστηκε.

Όταν γύρισε ο Στέφανος από την τουαλέτα τα δύο «καραβάκια» μου που τα είχα ρίξει στο ποτάμι του χρόνου είχαν βρει τον τιμονιέρη που θα τα οδηγούσε στην επιτυχία.

-Πολύ ωραία ποιήματα. Που τα βρήκες;

-Τα έχει γράψει μια φίλη μου.

-Ποιήτρια είναι;

-Όχι, άνεργη δημοσιογράφος, που τώρα ξεκίνησε σαν στιχουργός. Μου τα έδωσε να τα μελοποιήσω.

-Είσαι μικρός ακόμα, θα τα μελοποιήσω εγώ.

-Ίσως να μη θέλει.

Ο Στέφανος Μπούρας μπορεί να κινδύνευε να ξαναπεινάσει, αλλά δεν έπαυε να είναι ένας θαρρετός άνδρας.

-Θα θέλει.

Ο Χατζής δεν υπήρξε ποτέ επηρμένος. Αλλά ό,τι του άρεσε το διεκδικούσε με επιμονή. Με την ίδια επιμονή αρνιόταν και ό,τι δεν ήθελε. Όπως τη δημοσιότητα.

Ζήτησε το όνομά μου και το τηλέφωνό μου. Ο Μπούρας του τα έδωσε.

-Εντάξει;  του απάντησε γελώντας ο Χατζής.

«Αμ, δεν την ξέρεις» σκέφτηκε ο Μπούρας, που ήξερε πως δεν μου πολυάρεσε ο Χατζής και επιπλέον ήξερε ότι κι εγώ ήξερα να λέω σθεναρά «όχι», όταν δεν ήθελα κάτι. Γι΄αυτό ήταν τόσο φοβισμένος εκείνη τη νύχτα. Τον  καθησύχασα.

-Δύο στιχάκια είναι. Ας τα μελοποιήσει ο τσιγγάνος. Θα σου γράψω άλλα.

Δεν έγραψα ποτέ για τον Στέφανο. Τα περισσότερα «καραβάκια» που βγήκαν από τον ταρσανά της ψυχής μου τα ταξίδεψε ο Κώστας Χατζής… Και ανάμεσα σε τόσα «καραβάκια» βγήκε και ένα «Αεροπλάνο», που πέταξε πολύ πιο ψηλά από όσο ελπίσαμε, σπάζοντας το φράγμα, όχι του ήχου, αλλά του χρόνου.

Και όλα αυτά, χάρις στο Στέφανο Μπούρα, που ο Χατζής πιθανώς να μην τον θυμάται και που εγώ έχω πάνω από 30 χρόνια να τον δω.

Ήταν ο άσχετος κρίκος. Ένας ακόμη κόμπος στο κομποσκοίνι του μεγάλου, που από κάπου σκαρώνει ζωές, επιτυχίες κι αποτυχίες, χαρές και λύπες.

Φριχτό πράγμα η Αιωνιότητα. Στο τέλος καταντά αιώνια Ανοησία!...  

 

 

Τελευταία ενημέρωση: Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008, 00:00