Ακριβή μου Αριστερά

Πρώτη καταχώρηση: Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011, 10:14
Νίκος Γεωργιάδης
Ακριβή μου Αριστερά
Κανείς δεν αμφιβάλλει πως η ζύμωση έχει ήδη αρχίσει και σε ορισμένες πτυχές της «ενδοοικογενειακής» ζωής της Αριστεράς έχει ήδη προχωρήσει. Είναι φερ’ ειπείν ηλίου φαεινότερον πως οι Συμπληγάδες και οι Κύκλωπες έχουν καταστήσει αναγκαία τη διάλυση του «Άρματος» και την ενσωμάτωση του μεν κ. Βασίλη Οικονόμου στη Δημοκρατική Αριστερά, του δε Γιάννη Δημαρά στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Είναι όμως αυτή η κίνηση που θα δώσει πνοή στο εγχείρημα εκείνης της Αριστεράς, η οποία ενδεχομένως για ορισμένους θα κληθεί να αναλάβει ακόμη και καθήκοντα ρυθμιστή και γιατί όχι και συνδιαχειριστή;

Προφανώς και όχι θα απαντούσε ένας ψύχραιμος ψηφοφόρος της πέραν του «νεοφιλελεύθερου» τμήματος της υπαρκτής Κεντροαριστεράς.

Στον Περισσό, τα πράγματα αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν ως προς τον πολιτικό ηγετικό ρόλο που διαδραματίζει πλέον το Π.Α.ΜΕ.. Είναι προφανές πως η συνδικαλιστική πτέρυγα του κόμματος έχει πάρει το πάνω χέρι έναντι του παραδοσιακού καθοδηγητικού βραχίονα του Κ.Κ.Ε.. Αυτή η διαπίστωση, η οποία είναι πλέον «πανθομολογούμενη», έρχεται να συνδυαστεί με τη μάχη θέσεων, η οποία διεξάγεται αυτήν την περίοδο εντός του Συνασπισμού. Αργά ή γρήγορα, η μάχη αυτή θα δώσει τη θέση της σε μία νέα «διαφωνία» επί της αρχής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτήν τη στιγμή, θα ήταν ίσως φυσιολογικότερο να βλέπει κανείς στα αριστερά FORUM να στέκεται και πάλι δίπλα από τους συνδικαλιστές του Π.Α.ΜΕ. ο κ. Λαφαζάνης, παρά να τον παρατηρεί κανείς να αγορεύει στα κομματικά όργανα του Συνασπισμού. Όπως θα ήταν φυσιολογική η σταδιακή ενσωμάτωση του ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη λογική του μαχητικού ίσως και ακτιβιστικού συνδικαλισμού του Π.Α.ΜΕ. αντί της ελάχιστα πειστικής, πολιτικά πάντα και ως προς το αποτέλεσμα, ταύτισής του με τον Αλέκο Αλαβάνο, ο οποίος και κινείται εντός, εκτός και επί τα αυτά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Υπ' αυτές τις συνθήκες και εντός του πλαισίου των επερχομένων ανακατατάξεων, η σύγχρονη Αριστερά έχει ανάγκη από μία ουσιαστική προσαρμογή, τραυματική σίγουρα, στη λογική της αποδοχής από αυτήν ρόλου στην άσκηση εξουσίας. Αυτό απλώς σημαίνει πως, από επίμονος κηπουρός της πολιτικής σκηνής με δραστηριότητα στο φυτώριο των ιδεών και της κριτικής, θα πρέπει να αποδεχθεί τον ρόλο του επίπονου συνδιαχειριστή της κρίσης. Ρόλος δύσκολος και εκτός λογικής της δικής μας υπαρκτής μεταπολιτευτικής αριστερής σκέψης.

Επειδή δεν υφίστανται χρονικά περιθώρια και επειδή η πτώση της Βαστίλης δεν φαίνεται να είναι προγραμματισμένη να συμβεί εντός ορατών χρονοδιαγραμμάτων, θα πρέπει ενδεχομένως η σύγχρονη Αριστερά να διαμορφώσει συνθήκες συνεννόησης εντός ενός φάσματος, το οποίο αρχίζει από τον σοσιαλδημοκρατικό πυρήνα ενός ημιθανούς ΠΑ.ΣΟ.Κ. και φθάνει στα μάχιμα στοιχεία της αριστερής σκέψης και δράσης, τα οποία τοποθετούνται εκτός νεοσταλινικών φαινομένων.

Αυτός ο χώρος, ο οποίος επιτρέπει «ελιγμούς παρκαρίσματος» πλείστων όσων εκδοχών αριστερής συμπεριφοράς, είναι απολύτως δυνατόν να διαδραματίσει ρόλο ρυθμιστή στην εξίσωση που θα καθορίσει τους συσχετισμούς δυνάμεων στο νέο σκηνικό.

Η έναρξη και περισσότερο η ολοκλήρωση ενός τέτοιου προτσές, για να θυμηθούμε και πολιτικούς όρους του παραδοσιακού λεξιλογίου, αποτελεί σήμερα συλλογική ευθύνη των υφισταμένων συνειδητών εκφράσεων της σύγχρονης Αριστεράς.

Αν δεν κινητοποιηθούν αυτές οι εκφράσεις, τότε και θα φέρουν ατομικά και ως πρόσωπα την ευθύνη, διότι απώλεσαν ενσυνειδήτως το ιστορικό timing, αλλά και θα σαρωθούν από τις αδυσώπητες εξελίξεις.

Τα δημοσκοπικά ευρήματα προσφέρονται για συζητήσεις στο «Φίλιον» της Αριστεράς και της Προόδου, πλην όμως δεν επαρκούν για να προσφέρουν αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση σε μία παγωμένη από τον φόβο και την ανασφάλεια εκλογική δεξαμενή.

Η σύγχρονη Αριστερά οφείλει να αποφασίσει τώρα εάν θα αρκεστεί στον βαλκανικό λαϊκισμό, ο οποίος βαθμηδόν εξελίσσεται σε έναν επικίνδυνο, μεσογειακού τύπου Περονισμό, χωρίς καν τα ακούσματα ενός αργεντίνικου τάγκο, ή θα προκαλέσει τους θεούς και τους δαίμονες της αριστερής μας παράδοσης, αποτολμώντας μία νέα πράξη ενηλικίωσης. Και κάτι ακόμη. Σε συνθήκες απομυθοποίησης, ο καθείς θα πρέπει να καθορίσει αν είναι με τη Σφίγγα ή με τον Οιδίποδα. Όχι για να δώσει απλώς μία σωστή απάντηση, αλλά για να καταλάβει δικαιωματικά μία θέση (διακριτική έστω) στην Ιστορία αυτού του τόπου.

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011, 10:42