Christugenitus virus

Ελίνα Λαζαρίδου
Christugenitus virus
Φέτος είχα μία ελπίδα ότι τα Χριστούγεννα θα μας προσπεράσουν. Συνηθισμένα να ντύνονται με πολύχρωμα φωτάκια, ασημένια αστεράκια και γιρλάντες που λαμπιρίζουν, αντιλαμβάνεστε ότι θα μπορούσαν κάλλιστα να προφασιστούν φόρτο εργασιών και να την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια από την Ελλάδα που είχε πρόβλημα με τις πληρωμές των λογαριασμών της ΔΕΗ.

Τα Χριστούγεννα όμως χαρακτηρίζονται για τη φιλανθρωπία τους, την αγάπη, την ειρήνη και την ευδοκία κι έτσι αποφάσισαν να περάσουν και από εδώ. Και πέρασαν σαν μία μικρή ίωση. Στην αρχή νοιώσαμε μία ελαφριά ζαλάδα. Αργότερα αισθανθήκαμε να μας ακουμπάει ένα έλκηθρο που πέρναγε δίπλα μας με ταχύτητα. Αμέσως μετά άρχισε ο πυρετός των γιορτών. Ήταν 20 Δεκεμβρίου και μόλις είχαμε κολλήσει Χριστούγεννα. Τι να κάνουμε (που αναρωτιόταν και ο αείμνηστος σύντροφος); Πώς θα τα αντιμετωπίσουμε χωρίς μία ειδική αγωγή με δώρα, πάρτι, σφηνάκια, ποτάκια, γαλοπούλες και ατέλειωτο ξόδεμα χρημάτων που τώρα δεν υπάρχουν, γιατί τα έχουμε φάει τις προηγούμενες χρονιές; Πώς θα τα βγάλουμε πέρα χωρίς κέφι και χαρά και κλειστά τα φαρμακεία; Πολλοί από εμάς δεν είχαμε πληρώσει και τη σύνδεση στο internet και δεν μπορούσαμε να googlaroume και να βρούμε την απάντηση.

Το πρώτο πράγμα που κάναμε, ως είθισται, ήταν να κοιτάξουμε γύρω και να δούμε αν υπήρχαν κι άλλοι να την έχουν πάθει όπως εμείς. Ευτυχώς ήταν αρκετοί. Για την ακρίβεια υπήρξε πανδημία της «Christougenitus virus», αυτή είναι η ονομασία στα λατινικά. Όλη η χώρα χτυπήθηκε από αυτό τον ιό που γνωρίζουμε από παιδιά, ότι είναι του Θεού.

Αφού διαπιστώσαμε λοιπόν ότι όλοι περνούσαν την ίδια ασθένεια, αναπνεύσαμε με ανακούφιση. Δεν ήμασταν μόνοι. Έτσι, εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει σε αυτή τη χώρα ιστορικά, οι συνταγές «κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε στο βουνό», «Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος» μαζί με πολλαπλά λοιπά λαογραφικά γιατροσόφια, λειτούργησαν σαν αντιβιοτικά και μας βοήθησαν α) να κατανοήσουμε πιο βαθιά την αξία της οικογένειας, β) το ύψιστο αγαθό της φιλίας, της αγάπης και της αδελφοσύνης των λαών, γ) την αξία των πνευματικών και ουχί των υλικών αγαθών που τόσα χρόνια ταλάνιζαν τις γιορτές, τις καθημερινές, την ψυχή και το μυαλό μας. Αφήσαμε στην άκρη την Κουρσεβέλ και τις Μαλδίβες και ξεμείναμε εδώ στην Πανεπιστημίου, στην Κυψέλη, στο Κορωπί και στους Θρακομακεδόνες. Δεν πήγαμε στα Μετέωρα, ούτε καν στην Στεμνίτσα. Όσοι είχαν λίγη βενζίνη πήγαν μέχρι τα – κοντινά - χωριά τους, να το ρίξουν έξω μπας και έτσι ρίξουν και τον πυρετό. Παρέα φυσικά είχαν τη γνωστή «γριπιασμένη», άκεφη και άφραγκη έκφραση, που δεν τους άφησε ούτε ένα λεπτό να χαρούν, σαν πολιτισμένοι άνθρωποι και αυτοί, τα Χριστούγεννα. Από συναδελφική αλληλεγγύη ουδείς φόρεσε λαμέ, ρόλεξ και ψηλά τακούνια. Ζήσαμε σεμνά και ταπεινά Χριστούγεννα, έτσι όπως ταιριάζει στην ψυχή του Έλληνα.

Η δε Ελλάδα έγινε η χώρα - παράδεισος για τις γαλοπούλες. Οι περισσότερες, πλην εκείνων εκ Νέας Ζηλανδίας που χρόνια ζούσαν στις καταψύξεις των σούπερ μάρκετ, έκαναν πρώιμη Ανάσταση και τρελά πάρτι στα κοτέτσια της υπαίθρου, γιατί πληροφορήθηκαν από τις ειδήσεις του «νοιάζομαι-μοιράζομαι» ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ψηθούν. Παρατηρήθηκε μάλιστα μεταναστευτικό κύμα γαλοπούλας από τις ξένες χώρες γιατί η Ελλάδα χαρακτηρίστηκε τόπος σωτηρίας.

Στην Αθήνα οι βιτρίνες στα καταστήματα φόρεσαν τα περσινά στολίδια και ανακύκλωσαν τους Αγιοβασίληδες και τα αστέρια τους. Ήταν τόσο εντυπωσιακά στολισμένες που κάποιοι περίεργοι τύποι (πολλοί ομολογουμένως) είχαν φέρει sleeping bags και κοιμόντουσαν στα πεζοδρόμια γιατί προφανώς τους γοήτευε το θέαμα και βαριόντουσαν να πάνε σπίτια τους. Χάρη στα μωρά κατασκευάστηκαν χριστουγεννιάτικες εξέδρες, χορωδίες και πανηγύρια με εθελοντές καλλιτέχνες που χόρευαν, τραγουδούσαν και ξεκαρδιζόντουσαν από τη χαρά τους, προσπαθώντας να μεταδώσουν σ’ όλο τον κόσμο τον εορταστικό ιό των Χριστουγέννων. Κάποιοι κρύωσαν και φτερνιζόντουσαν.

Ευτυχώς όμως χάρη σ’ αυτόν τον ιό, βρεθήκαμε όλοι πιο κοντά - έστω και από απόσταση - αφού δεν στείλαμε πια sms, αλλά προτιμήσαμε να μιλήσουμε «προφορικά» ελληνικά, να ξανατηλεφωνηθούμε (μετά από χρόνια) και να θυμηθούμε τη φωνή του γνωστού, του φίλου και του συγγενή μας. Να πούμε Χρόνια Πολλά και να ευχηθούμε αύριο όλα να πάνε καλύτερα, περιμένοντας με αγωνία τον απέναντί μας ή τον συνομιλητή μας να μας το ευχηθεί κι αυτός, προσπαθώντας συγχρόνως να μαντέψουμε αν το πιστεύει πραγματικά ή αν το λέει έτσι για να περνάει η ώρα.

Τα Χριστούγεννα φέτος ήρθαν ξαφνικά. Δεν τα περιμέναμε γιατί είχαμε τα θέματά μας, βρε αδελφέ. Ήταν κάτι σαν «με το ζόρι παντρειά». Πώς να χαρείς ένα προξενιό αφού δεν υπάρχουν τα αισθήματα; Μας έφεραν βέβαια λίγο πιο κοντά. Γίναμε λίγο πιο «Έλληνες και άνθρωποι» και σταματήσαμε τα grenglish.

Μέχρι πότε άραγε; Μέχρι την επόμενη αναβάθμιση της χώρας από τον οίκο Moody’s, σε μία πιο αξιοσέβαστη θέση; Θα έρθει κι αυτή η ώρα. Τα πάντα ρει, έλεγε ο Ηράκλειτος. Για να δω πόσα τζιπ θα μετρήσω στις ανηφοριές της Πατησίων τότε και πόσα sms θα μου στείλουν.

Χρόνια Πολλά.

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012, 20:33