Τον «ΜΑΤΙΑάσανε»

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019, 20:59
Νίκος Παπαδάκος
Τον «ΜΑΤΙΑάσανε»

Δεν πρόκειται να αναπολήσω τις φοιτητικές δομές μου στην ΔΑΠ-ΝΔΦΚ. Ο καθένας ανήκε κάπου με τα σημάδια στην μούρη του από το άγριο ξύλο της εποχής. Με Μιχαλολιάκο μετέπειτα Μεϊμαράκη αρχηγό και ενορχηστρωτή Ρόμπερτ Ουίλιαμς. Γαλάζια γενιά. Μικροί ήμασταν. Μας έμαθαν στον βαθύ δικομματισμό να διαλέγουμε ανάμεσα σε γαλάζιο και πράσινο. Πως λέει ο Μηλιώκας για το κόκκινο και το άσπρο : «Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Κάπως έτσι….

Δεν θα αλλάξω, μήτε σημείο στίξεως, στο παραμικρό από την ρομαντικότητα της εποχής, αλλά δεν θα βάλω σε καμία κολασμένη, ηλίθια, προκαθορισμένη σβάστικα   αυτά που συμβαίνουν σήμερα, με ένα κόμμα που απήγαγε ελπίδες, ένωσε τα μπλε με τα πράσινα καφενεία, και το target group , ο στόχος του, είναι ο μηδενισμός.

Το βλέπω οικογενειοκρατικά, εκ-βιαστικά, χαζά και ανώριμα. 

Όχι αγαπητοί. Δεν θεωρώ γκαντέμη τον πρωθυπουργό. Αλίμονο. Γκαντέμης θεωρείται ο «έχων μια αρνητική αύρα». Ο Κούλης, αντιθέτως, είναι μέσα στο χαμόγελο. Βλέπει τον Κουρτάκη. Αντικρίζει τον υιό Μαρινάκη, άμα τη εκλογή του. Ίσως να βλέπει - κατά ρεπορτάζ - έως και τον ίδιο τον Μαρινάκη τον υπέρβαρο. Δεν τον αποκαλώ «χοντρό» ώστε να μην μου υποβάλλει μήνυση.

Μέχρι και πλαστικές κούκλες χαιρέτισε στην περσινή έκθεση Θεσσαλονίκης ο νυν πρωθυπουργός. Κι αν τον άφηναν οι επικοινωνιακοί του υπάλληλοι, μπορεί να έδινε στις πλαστικές κούκλες και ψηφοδέλτια…. Εκείνος ξέρει… Όλα τα παραπάνω τα αντιπαρέρχομαι σεβόμενος ειλικρινώς κι απολύτως την εντολή του ελληνικού λαού.   

Κάνω, ωστόσο, έναν λογαριασμό στο κομπιουτεράκι της συνειδήσεως μου. Στην τραγωδία στο Μάτι χάθηκαν δεκάδες ανθρώπινες ψυχές. Έφταιγε η Δούρου. Στην τραγωδία οψίμως στην Χαλκιδική είχαμε πάλι νεκρούς. Έφταιγαν τα... ακραία καιρικά φαινόμενα. Αλλάζει ο τίτλος... Η ουσία της τραγωδίας ποτέ. Όλη αυτή η ιστορία επικοινωνιακά, με τον πρωθυπουργό «χαιρετούμε τις πλαστικές κούκλες» θυμήθηκα μια ιστορία. Τώρα που έχει την ΕΡΤ, το ΑΠΕ, και καμιά δεκαπενταριά site κι εφημερίδες στην ουρά του χαρταετού του, μου ήρθε στο μυαλό μια ιστορία του σύγχρονου φιλοσόφου Χόρχε Μουκαϊ. Περί του «φαίνεσται».

Σύμφωνα με αυτήν, σ’ένα μακρινό χωριό, κάπου στην Ανατολή, ζούσε ο πιο σπουδαίος ιερωμένος εκείνων των καιρών. Ένας άνθρωπος με μεγάλο κύρος και επιρροή, που παρέμενε απλός και διέθετε απίστευτη σοφία και σπάνια ευαισθησία.

Μια μέρα φτάνει γι αυτόν, στο μοναστήρι όπου ζούσε, μια πρόσκληση να πάει να δειπνήσει στο σπίτι του πλουσιότερου ανθρώπου της περιοχής. Ο μοναχός, που δεν βγαίνει σχεδόν ποτέ από το κελί του, αποφασίζει ότι δεν μπορεί να φερθεί αγενώς και αποδέχεται την πρόσκληση.

Την ημέρα που είχε οριστεί για το δείπνο, παρ’ όλη την καταιγίδα που πλησίαζε, αποφασίζει να πάει με την αμαξά του στο μέγαρο του πλουσίου.
Πεντακόσια μέτρα πριν φτάσει, ένας κεραυνός τρομάζει το άλογο του και η αστραπή το κάνει να σηκωθεί στα πίσω πόδια, ρίχνοντας την άμαξα σ’ ένα χαντάκι μαζί με τον ιερωμένο.

Ο άνθρωπος σηκώνεται όπως μπορεί και προσπαθεί να ηρεμήσει το ζώο, χαϊδεύοντας του τον λαιμό και μιλώντας του απαλά στο αφτί. Μετά, κοιτάζεται. Έχει λερωθεί απ’την κορφή ως τα νύχια. Λάσπη, βούρκος και σάπια φύλλα έχουν κολλήσει στα ρούχα και τα χέρια του και βρομάει ολόκληρος.
Καθώς βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον προορισμό του από το μοναστήρι του, αποφασίζει να πάει εκεί και να ζητήσει να του δώσουν κάτι ν’ αλλάξει.
Χτυπάει την πόρτα του μεγάρου, ανοίγει ένας κομψός υπηρέτης και, μόλις τον βλέπει σ’ αυτό το χάλι, του βάζει τις φωνές:
«Τι κάνεις εδώ, άθλιε ζητιάνε; Πώς τολμάς να χτυπάς αυτήν την πόρτα;»
«Ήρθα… για το δείπνο» απαντάει ο ιερωμένος.
«Ντροπή σου!» του λέει ο υπηρέτης. «Αποφάγια θα έχει αύριο το πρωί —αν μείνει τίποτα, που αμφιβάλλω—, και μπορείς να τα ζητήσεις από την πόρτα υπηρεσίας. Κατάλαβες;»
«Εσείς δεν με καταλάβατε…» προσπαθεί να εξηγήσει ο επισκέπτης. «Εγώ, δεν έχω έρθει για τα αποφάγια…»
«Ααα!» αστειεύεται τώρα ο υπηρέτης. «Φαντάζομαι ότι θα θέλεις να καθίσεις στο τραπέζι των επισήμων;»
«Να… ξέρετε…»
Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση του.
Εμφανίζεται ο αφέντης του σπιτιού και ρωτάει τον υπηρέτη του τι συμβαίνει.
«Τίποτα σοβαρό, κύριε. Απλώς, αυτός ο ζητιάνος θέλει να του δώσουμε τα αποφάγια πριν σερβίρουμε το φαγητό… Του είπα να φύγει, αλλά επιμένει στο αίτημα του.»
«Να φύγει αμέσως… Κοίτα πώς έκανε την είσοδο… Φρίκη… Αμέσως τώρα! Κάλεσε τη φρουρά και, αν δεν φύγει, λύστε τα σκυλιά!»

Με σπρωξιές και κλοτσιές, πετάνε τον καημένο τον ιερωμένο στο δρόμο, απειλώντας τον με καμιά δεκαριά σκυλιά που γαβγίζουν δείχνοντας τα κοφτερά τους δόντια.
Όμως όπως, ο άνθρωπος ανεβαίνει στο κάρο και γυρίζει στο μοναστήρι.

Στο χώρο του πια, αφού πλένεται και λούζεται, πηγαίνει στην ντουλάπα του και βγάζει έναν πολυτελή μανδύα με χρυσά και ασημένια στολίδια, που του είχε χαρίσει ακριβώς πριν από ένα χρόνο ο ιδιοκτήτης του σπιτιού από το οποίο μόλις τον είχαν διώξει.
Έτσι ντυμένος, ανεβαίνει ξανά στο κάρο, κι αυτή τη φορά φτάνει χωρίς απρόοπτα στον προορισμό του.
Ξαναχτυπάει την πόρτα, και του ανοίγει ο ίδιος υπηρέτης.
Αυτή τη φορά, τον περνάει μέσα με μια βαθιά υπόκλιση.
Πλησιάζει και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και τον χαιρετάει με κλίση του κεφαλιού.

«Εξοχότατε» του λέει, «μόλις σκεφτόμουν ότι δεν θα ερχόσαστε τελικά… Μπορούμε να περάσουμε; Οι άλλοι μας περιμένουν…».
«Φυσικά» λέει ο νεοφερμένος.
Στη θέα του σηκώνονται όλοι όρθιοι και δεν ξανακάθονται ώσπου ο άντρας με τον επιβλητικό μανδύα καταλάβει τη θέση εκ δεξιών του οικοδεσπότη.
Σερβίρουν το πρώτο πιάτο. Είναι ένα βραστό σε ζωμό, που φαίνεται πολύ νόστιμο με την πρώτη ματιά.
Ξαφνικά, γίνεται μια παύση κι όλα τα βλέμματα πέφτουν στον ιερωμένο ο οποίος, αντί να πει μια προσευχή ή ν αρχίσει να τρώει, όπως περιμένουν όλοι, απλώνει το χέρι κάτω από το τραπέζι και, κρατώντας την άκρη του πολυτελούς μανδύα του, αρχίζει να τον βουτάει στον ζωμό.
Ενώ όλοι τον κοιτάνε σιωπηλοί κι ανήσυχοι, ο ιερωμένος μιλάει στον μανδύα του και του λέει:
«Δοκίμασε το φαγητό, καλό μου… Κοίτα τι ωραίο βραστο… Κοίτα αυτήν την πατατούλα… Και το κρεατάκι… Φάε, αγάπη μου…».
Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, αφού κοιτάζει ένα γύρω μην ξέροντας πώς να αντιδράσει στη συμπεριφορά του καλεσμένου του, παίρνει το θάρρος να ρωτήσει:
«Συμβαίνει κάτι, εξοχότατε;».
«Αν συμβαίνει;…» λέει ο ιερωμένος. «Όχι. Τίποτα δε συμβαίνει. Αυτό το φαγητό, όμως, δεν ήταν για μένα. Είναι ολοφάνερο ότι καλεσμένος ήταν ο μανδύας μου… Όταν ήρθα χωρίς αυτόν πριν από λίγο, με έδιωξαν με τις κλοτσιές».

 Αυτή η ιστοριούλα μας διδάσκει πως πίσω από τις μεταμφιέσεις μπορεί να κρύβεται  η πραγματική αλήθεια που λησμονούμε. Αλλά πρέπει να την βλέπουμε και χωρίς τα... ράσα. Η απάντηση τοποθέτηση του ΖΥΡΙΖΑ για την τραγωδία στη Χαλκιδική ήταν επαρκώς αληθινή. Τι σημαίνει «επαρκώς»; Πως δεν έκανε bulling όπως η Νέα Δημοκρατία για το Μάτι. Ούτε καν είχε  κατεύθυνση. Τυμβωρυχίας. Η νέα Δημοκρατία πέταξε τις μεταμφιέσεις με την ανάληψη καθηκόντων. Ο ΖΥΡΙΖΑ -με τα μύρια λάθη -παρέμεινε σεμνά ενδεδυμένος.

Προφανώς ο Κούλης, (Κυριάκος εννοώ διότι Κούλης στην Ασία καλείται και κατά Καββαδία ο αχθοφόρος «σ.σ. Οι Κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με Κάρι») ακολουθεί άλλο μότο πολιτικής. Σύμφωνα με τα όσα έδειξε με το εναρκτήριο λάκτισμα του αγώνα ΤΟΥ, ο κύριος Μητσοτάκης: Πολιτική είναι η ικανότητα να παρουσιάζεις σήμερα τι θα γίνει αύριο και να εξηγείς αύριο γιατί δεν έγινε. Χαίρεται.

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019, 21:00