Η σχέση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με τον βασιλιά Όθωνα, πέρασε από ακραίες φάσεις, ξεκινώντας με τη φυλάκιση του «Γέρου του Μοριά» από την Αντιβασιλεία (1833-1834) με κατηγορίες περί εσχάτης προδοσίας, όταν ο Όθωνας ήταν ανήλικος και καταλήγοντας στην απονομή χάρης από τον ίδιο τον Όθωνα κατά την ενηλικίωσή του (1835).
Ο βασιλιάς Όθωνας, μετά την ενηλικίωσή του και τη λήξη της περιόδου διακυβέρνησης από την Αντιβασιλεία, απένειμε χάρη στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Έτσι, ο Γέρος του Μοριά αποφυλακίστηκε. Μάλιστα, ο Όθωνας τον ονόμασε Αντιστράτηγο, και τον διόρισε Σύμβουλο της Επικρατείας, δηλαδή πολιτικό σύμβουλο του βασιλιά.
Πριν την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα οι Μαυροκορδάτος και Κωλέττης θεωρώντας τον Κολοκοτρώνη ως εμπόδιο στα σχέδια τους για την κάλυψη των θέσεων εξουσίας τον συκοφαντούσαν και έστειλαν επιστολή στο Μόναχο ότι ετοιμάζει στράτευμα προκειμένου να μην επιτρέψει στον Όθωνα να πατήσει στην Ελλάδα. Όταν το αντιλήφθηκε αυτό ο Κολοκοτρώνης , έβαλε την στολή και την περικεφαλαία του και πήγε στο Ναύπλιο να υποδεχτεί τον Όθωνα και να υποβάλει τα σέβη του. Ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη βασιλεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός).
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Κολοκοτρώνης έγινε αρχηγός της ρωσικής παράταξης. Συγκέντρωσε όμως το θυμό της Αντιβασιλείας για τα πολιτικά του φρονήματα και αιχμαλωτίστηκε. Η δίκη του έμεινε ιστορική και κατά τη διάρκεια της, δύο δικαστές ο πρόεδρος Α. Πολυζωίδης και ο δικαστής Γ. Τερτσέτης αρνήθηκαν να υποκύψουν στις πιέσεις της Αντιβασιλείας και δεν υπέγραψαν την καταδικαστική απόφαση.
Εν έτη 1832 ο Άνδρας που έδωσε και το αίμα του για την ελευθερία αυτού του τόπου μπαίνει στην φυλακή με χρήση ψευδομαρτύρων, επειδή αντιτασσόταν στην αγγλοσαξονική και βαυαρική κατοχή που βίωσε η Ελλάδα. Τον Μάιο του 1835 μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ο Γέρος του Μοριά έλαβε χάρη και αποφυλακίσθηκε, εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες της φυλακής και τις ταπεινώσεις και σχεδόν τυφλός. Στη συνέχεια έζησε στην Αθήνα, όπου γνώρισε τη γενική αναγνώριση για την προσφορά του στον αγώνα. Έλαβε το βαθμό του στρατηγού, τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ενώ αναγνωρίστηκε ως «Άξιον Τέκνον της Πατρίδος». Φύσει ανιδιοτελής όμως, ποτέ δεν επεδίωξε προσωπικά οφέλη και ανταλλάγματα. Η δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη το 1834 στο Ναύπλιο ήταν μια πολιτικά στημένη διαδικασία από την Αντιβασιλεία των Βαυαρών, που κατηγόρησε τον «Γέρο του Μοριά» για εσχάτη προδοσία. Καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη λόγω λαϊκής κατακραυγής και της άρνησης των δικαστών Γ. Τερτσέτη και Α. Πολυζυίδη να υπογράψουν. Εντός της διαδικασίας της δίκης, οι μάρτυρες που κατέθεσαν ήταν είτε προσωπικοί έχθροί των κατηγορούμενων, ή δίχως κύρος και περιουσία με αποτέλεσμα η γνώμη τους να μην έχει βαρύτητα. Οι κατήγοροι δε κατάφεραν να φέρουν αποδεικτικά στοιχεία, λόγω απροθυμίας μαρτύρων να καταθέσουν εναντίον του Κολοκοτρώνη.
Στα απομνημονεύματά του, που διηγήθηκε στον Τερτσέτη ,ο Κολοκοτρώνης αναφέρει με πόνο:
«Μ έβαλαν εννέα μήνες φυλάκιση, χωρίς να βλέπω κανέναν εκτός από τον δεσμοφύλακά μου. Δεν ήξερα τόσους μήνες τι γίνεται έξω, ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, ποιον άλλον έχουν φυλακισμένο. Δεν ήξερα γιατί μ έχουν φυλακισμένο. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο να φτιάξουν ψευδομάρτυρες». Από όλες τις δεινές κατηγορίες, καμία δεν αποδείχτηκε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Οι 44 μάρτυρες κατηγορίας, που παρουσιάστηκαν, δεν κατέθεσαν στοιχεία που να μη μπορούν να αμφισβητηθούν. Αντιστρόφως οι 115 μάρτυρες υπεράσπισης που εξετάσθηκαν διέψευσαν τα περισσότερα σημεία της κατηγορίας.
Όταν μάλιστα ο Γέρος, ρωτήθηκε «Τι επάγγελμα έχεις;» και έδωσε την ιστορική απάντηση «Στρατιωτικός! Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα!», ρίγος και δέος κατέλαβε ακόμη και τους εχθρούς του στρατηλάτη.
Επί είκοσι ημέρες παρέλασαν προ του δικαστηρίου οι μάρτυρες και ήταν σαν να παρέλαυναν όλα τα κομματικά πάθη που είχαν έως τότε συγκλονίσει τη μαχόμενη Ελλάδα.
Το 1833, οι διαφωνίες του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με την Αντιβασιλεία, τον οδήγησαν, μαζί με άλλους αγωνιστές, στις φυλακές του Ιτς-Καλέ στο Ναύπλιο ,με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Δυστυχώς, οι αιώνιες “γάγγραινες” της ελληνικής νοοτροπίας , η αχαριστία και η αγνωμοσύνη προς τον ευεργετούντα, ο φιλοτομαρισμός που ωθεί στην επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος και κυρίως η εμφύλια διχόνοια, που από αρχαιοτάτων χρόνων χαρακτηρίζει την ιστορική πορεία της φυλής, οδήγησαν το επίσημο ελληνικό κράτος να προσφέρει την ατιμωτική “ανταπόδοση” στη μεγαλύτερη ιστορική φυσιογνωμία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, το Γέρο του Μοριά. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν Έλληνας αρχιστράτηγος και ηγετική μορφή της επανάστασης του 1821, οπλαρχηγός, πληρεξούσιος, Σύμβουλος της Επικρατείας. Απέκτησε το προσωνύμιο Γέρος του Μοριά. Μετά θάνατον τιμήθηκε από την Ελληνική Πολιτεία με τον βαθμό του Στρατάρχη. Το 1832 ο δικαστής Αναστάσιος Πολυζωίδης, διορίστηκε από την Αντιβασιλεία ,πρόεδρος του πενταμελούς δικαστηρίου του Ναυπλίου που δίκαζε τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα κ.ά.. Ο Πολυζωίδης τότε μαζί με τον δικαστή Γεώργιο Τερτσέτη, γνωρίζοντας πολύ καλά την αθωότητα των κατηγορουμένων, αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση καταδίκης τους σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Η κίνησή του προκάλεσε τη φυλάκιση και την άγρια κακοποίησή του από την Αντιβασιλεία. Αναμφίβολα η άρνησή του να αποδεχτεί την κρατική παρέμβαση στα της δικαιοσύνης ήταν ενδεικτική της ακεραιότητας του χαρακτήρα του.
Η ανεξαρτησία αποτελεί συστατικό στοιχείο της έννοιας της δικαιοσύνης
Συχνά γίνεται λόγος για «ανεξάρτητη δικαιοσύνη», αφήνοντας να υπονοηθεί οτι δέν αποκλείεται το φαινόμενο της εξαρτημένης δικαιοσύνης, κάπου αλλού ή και εδώ κάποτε. Εξ αρχής λοιπόν θα πρέπει να διευκρινιστεί οτι η ανεξαρτησία δέν είναι επιθετικός προσδιορισμός, αλλά συστατικό στοιχείο της έννοιας της δικαιοσύνης. Δίχως ανεξαρτησία δέν υπάρχει δικαιοσύνη, ή έστω υπάρχει παρωδία ή μόνο φαινόμενο δικαιοσύνης.
Υπόδειγμα ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και ανεξάρτητου, αμερόληπτου δικαστή, παραδείγματος προς μίμηση, υπήρξε ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης. Στην είσοδο του δικαστικού μεγάρου της Θεσσαλονίκης, συναντάμε την προτομή του προέδρου του δικαστηρίου Αναστάσιου Πολυζωίδη. Προτομή του Πολυζωίδη, συναντάμε επίσης, έξω από το δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου, έξω από το δικαστικό Μέγαρο Σερρών κ.α.. . Η καταδικαστική απόφαση , φέρει τις υπογραφές της πλειοψηφίας, αλλά όχι του προέδρου Πολυζωίδη και του δικαστή Τερτσέτη.
Οι χωροφύλακες με βρισιές και λασπολογίες και με προτεταμένη τη λόγχη προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον πιεζουν ασφυκτικά να υπογράψει τη θανατική καταδίκη των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Η απάντηση του Πολυζωΐδη είναι: “Το σώμα μου δύνασθε να το κάμητε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμόν μου, την συνείδησίν μου, δεν θα δυνηθήτε να τα παραβιάσητε”. Ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Σχοινάς έρχεται στη δίκη για ν’ αποσπάσει την υπογραφή κατά πρώτον λόγο του Προέδρου Πολυζωίδη, αλλά και του δικαστή Τερτσέτη. Επιθυμεί μία“ομόφωνη” απόφαση. Ορμά έξαλλος προς τον Πολυζωίδη, αξιώνοντας να υπογράψει, αλλά λαμβάνει την απάντηση: “Προτιμώ την αποκοπήν της χειρός μου, αλλά δεν υπογράφω”. Οι αστυνομικοί τους τραβούν βιαίως απ’ το δωμάτιο των διασκέψεων, να τους βάλουν στην έδρα να υπογράψουν και να διαβαστεί η απόφαση. Τους χτυπούν με γροθιές, με κλωτσιές, με τους υποκόπανους των όπλων. Τους φτύνουν, τους βρίζουν, σχίζουν τα ρούχα του Προέδρου Πολυζωΐδη. Ο Πρόεδρος Πολυζωΐδης, κατά πρώτον λόγο, αλλά και ο δικαστής Τερτσέτης εκείνες τις ώρες καθιέρωσαν έμπρακτα την ιδέα της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Η “απόφαση” είχε συνταχθεί απ’ το δικαστή Δ. Σούτσο, συγγενή του Σχινά και απαγγέλθηκε υπογραμμένη απ’ τους τρεις δικαστές Α. Βούλγαρη, Δ. Σούτσο και Φ. Φραγκούλη, υπηρέτες της αυθαιρεσίας και της βίας της κρατικής εξουσίας. “Εις την ακρόασιν της αποφάσεως σταλαγματιές δακρύων έπεφταν από τους οφθαλμούς του Πλαπούτα. Εσυλλογίζετο την ορφάνεια των τέκνων του. Ο Κολοκοτρώνης με ατάραχον βλέμμα είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου”. (Γ. Τερτσέτη, Άπαντα). Η καταδίκη αυτή προκάλεσε κύμα λαϊκής αγανάκτησης και η Αντιβασιλεία αναγκάστηκε να μετατρέψει την ποινή του θανάτου σε ισόβια κάθειρξη και αργότερα σε εικοσαετή κάθειρξη.
Ο Πολυζωίδης επελέγη από την αντιβασιλεία ως πρόεδρος του συγκεκριμένου δικαστηρίου, κυρίως επειδή αρθρογραφούσε εναντίον της ρωσοφιλικης τάσης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Με την ενηλικίωση του Βασιλιά Όθωνα, αποκαταστάθηκε και διορίστηκε αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και σύμβουλος επικρατείας. Ο Όθωνας απένειμε χάρη στον Πολυζωίδη. Το 1837 διορίστηκε υπουργός Παιδείας και Εσωτερικών. Ως υπουργός Παιδείας ,συνέβαλε καταλυτικά στη θεμελίωση του Εθνικού Πανεπιστημίου, ενώ από τη θέση του υπουργού Εσωτερικών, αγωνίστηκε για την ελευθερία του λόγου. Το 1862 διορίστηκε νομάρχης Αττικοβοιωτίας.
Ο Πολυζωίδης υπήρξε συντάκτης του ελληνικού Συντάγματος του 1822 και κύριος συντάκτης της Διακήρυξης του 1822 ,την οποία συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου. Αλλα έργα του είναι: “Σύντομος πραγματεία περί των ειρηνοποιών και ορκωτών κριτών της Αγγλίας”, “Γεωγραφικά”, “Ελληνικά”, “Νεοελληνικά” και “Γενική Ιστορία”.
Πολλοί νομικοί και ιστορικοί, διαχρονικά ασχολούνται με την ιστορική – πολιτική και νομική σημασία της δίκης των Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα που κατηγορήθηκαν για συνωμοσία κατά του Βασιλέως. Η δίκη διεξήχθη την άνοιξη του 1834 στο «Βουλευτικόν» του Ναυπλίου και διήρκεσε έξι εβδομάδες.
Η πρώτη αυτή μεγάλη δίκη της νεότερης Ελλάδας προσφέρεται για διαχρονικό προβληματισμό σχετικά με την φυσιογνωμία του νεωτερικού ελληνικού κράτους, τα κομματικά πάθη που διχάζουν, τον ρόλο των ξένων δυνάμεων, αλλά και τις παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας στην απονομή της δικαιοσύνης. Αναδεικνύει τη δύναμη του δικανικού λόγου και της ελεύθερης συνείδησης ,συνάμα, δε, μεταφέρει το μήνυμα της ενότητας στη μακρά πορεία για την εθνική ολοκλήρωση.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1834 στο ίδιο πάλι δικαστήριο, ήσαν κατηγορούμενοι οι δύο δικαστές: Πολυζωίδης και Τερτσέτης.
Κατήγορος ήταν ο Μάσον.
Η Κατηγορία: Άρνησης Υπηρεσίας. Τερτσέτης: “Ποιός είσαι εσύ που παίζεις με ημάς εις την γη της γεννήσεώς μας;”
Όρθιο το ακροατήριο χειροκροτεί και επευφημεί τους κατηγορουμένους. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Σωμάκης , διαβάζει την αθωωτική απόφαση.
Η δικαιοσύνη, η ελληνική δικαιοσύνη εθριάμβευε για δεύτερη φορά.
Να θυμηθούμε αποσπάσματα της απολογίας του Πολυζωίδη. Ήταν λόγος πύρινος, αιώνιος, διαχρονικός.
«...σήμερα έχω ό,τι δεν είχα ως Δικαστής. Ελευθερία. Ελευθερία να εκφράσω τη σκέψη μου… ο τόπος αυτός είναι σκληρός, το αίμα έχει κάνει το χώμα πέτρα, το κλίμα είναι ύπουλο, βαρύ. Είτε από ελονοσία, όπως ο Λόρδος Μπάιρον, είτε από πιστόλι και μαχαίρι θα πεθαίνουν οι ξένοι. Η Ελλάδα αργά ή γρήγορα ξερνά τα ξένα σώματα που πάνε να κολλήσουν πάνω της. Κι ας έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Η έννοια του δικαίου είναι σχετική. Το δίκαιο για να είναι δίκαιο έχει ανάγκη από ιθαγένεια, από εθνισμό. Ποιος είναι ο εθνισμός σου Επίτροπε;
Ξέρεις να λες Ελλάδα στα ελληνικά. Μα τίποτα δεν νιώθεις απ’ ότι σπουδαίο, μεγάλο και αιώνιο κρύβει τούτη η λέξη στα σπλάχνα της. Δεν έχεις θέση στην ελληνική δικαιοσύνη Επίτροπε. Είσαι εκτός! Φύσει και θέσει… κάθε σπιθαμή που καταλαμβάνει αυτή τη στιγμή η ύπαρξή σου είναι του Κολοκοτρώνη Επίτροπε!… αλλά ποιος είσαι εσύ που θα του ζητήσεις να πληρώσει για τα σφάλματά του; Μα αυτός είναι η Ελλάδα, κύριε Μάσον…
Είστε υποκριταί γιατί λέτε ότι αγαπάτε την Ελλάδα, αλλά ζητάτε να αποκεφαλίσετε τους Έλληνες! Και τι Ελλάδα θα απομείνει χωρίς τους Έλληνες; Μήπως θέλετε να σφάξετε εμάς για να κατοικηθεί από εσάς; Ω, φιλέλληνες! Φως ζητήσαμε, σκοτάδι μας φέρατε! Έχετε μίσος για το γένος μας, που πάντα μέσα σ’ ολόκληρη την ιστορία του στάθηκε αντίθετο στους Τυράννους και την τυραννία. Γιατί, όντας τούτος ο τόπος πέρασμα για άλλες θάλασσες, για μεγάλα κέρδη και συμφέροντα, έχει το κακό ιδίωμα να κατοικείται από έναν δύσκολο, ατίθασο και υπερήφανο λαό. Πάσα διαφωνία μεταξύ Ελλήνων είναι διαφωνία μεταξύ Ηρώων».

