Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του zougla.gr στην Google

Το κύμα αποχωρήσεων και καταγγελιών στο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, γέμισε τη συνήθως νεκρή πολιτική επικαιρότητα του Αυγούστου, καταδεικνύοντας παράλληλα ότι η απαίτηση των πολιτών όχι μόνο για νέα πρόσωπα στην πολιτική, αλλά κυρίως για νέα νοοτροπία, δεν είναι μια υπόθεση που μπορεί να προχωράει εύκολα ερήμην τους.

Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας, που διακηρύχθηκε εξ αρχής ως πρόταγμα του νέου φορέα, αναμφιβόλως αποτελεί το μείζον πολιτικό ζητούμενο της εποχής. Αυτό όμως που ίσως δεν είχε στο μυαλό της η πολιτικά άπειρη επικεφαλής του, αλλά απ’ ότι φαίνεται ούτε ο περίκλειστος κύκλος των ολίγων συμβούλων της, είναι ότι όσοι αντιλαμβάνονται τη σημασία και την ιστορικότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος, δεν ανήκουν σε εκείνους που αναζητούν άλλο ένα κόμμα αρχηγικού τύπου.

Αναμφιβόλως, ο συμβολισμός του τεράστιου ηθικού βάρους που φέρει η γυναίκα που πρωτοστάτησε στον αγώνα για το έγκλημα των Τεμπών, λειτούργησε ως ο βασικός ελκυστής των απογοητευμένων από την παρακμή του πολιτικού συστήματος πολιτών. Προκαλεί μάλλον εντύπωση ότι ουδείς φαντάστηκε ότι αυτό ακριβώς είναι το κοινό που έχει καεί από τον χυλό και φυσάει και το γιαούρτι.

Το σοβαρότερο επιχείρημα που ακούστηκε από την πλευρά του κόμματος, είναι ότι πρόκειται για έναν πολύ νέο φορέα, για τον οποίο κάθε οριστική κρίση θα είναι βιαστική. Η αλήθεια όμως είναι ότι κινήματα που μετατράπηκαν σε προσωποκεντρικά κόμματα, ουδέποτε ξαναέδωσαν στην βάση τους ουσιαστικό ρόλο. Αν η Καρυστιανού, συντηρητικών καταβολών και πεποιθήσεων, δεν είχε μια αριστερόστροφη εσωτερική αντιπολίτευση σαν του Θανάση Αυγερινού, θα έπρεπε να την εφεύρει. Όμως στην περίπτωσή της φαίνεται ότι κάτι τέτοια ακούγονται σαν κινέζικα ψιλά γράμματα. Η δαιμονοποίηση κάθε κριτικής και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο κατηγοριών περί δολιότητας, ακόμα και για ανθρώπους που την στήριξαν αφιλοκερδώς επί χρόνια, όπως ο Βασίλης Κοκοτσάκης, δεν άφησαν πολλές ελπίδες για μια πιο ανοιχτή και πλουραλιστική αντίληψη.

Η γραμμή άμυνας τόσο της προέδρου όσο και της στενής της συνεργάτιδας, επιβεβαίωσε την πλήρη απουσία διαδικασιών. Αντί να απαντήσουν στις επικρίσεις με κατάρτιση καταστατικού, εκλεγμένα όργανα, θεσμοθέτηση της εσωκομματικής δημοκρατίας, εμφατικά ξεκαθάρισαν ότι κάτω την αρχηγό υπάρχουν μόνο στρατιώτες. Διατύπωση που ατυχώς επαναλαμβάνουν με κάθε ευκαιρία και μάλλον παραπέμπει σε κόμματα του μεσοπολέμου, όπου ένστολοι πολίτες ακολουθούσαν τα κελεύσματα του εκάστοτε Φύρερ.

Ο Πλάτωνας, ο Τόλκιν και το δακτυλίδι της εξουσίας

Ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του, βάζει τον Θρασύμαχο να υπερασπιστεί τα λεγόμενά του, επιστρατεύοντας τον μύθο του Γύγη, προγόνου του Λυδού. Σύμφωνα με αυτόν, ο βοσκός Γύγης βρήκε ένα χρυσό δακτυλίδι, που όταν το περιέστρεφε προς τα κάτω γινόταν αόρατος. Όταν ο ταπεινός κτηνοτρόφος κατάλαβε τη δύναμη που του έδινε αυτό το δακτυλίδι, έχασε τα μυαλά του και άρχισε να καταστρώνει σχέδιο για το πως θα πάρει την εξουσία. Με τη βοήθεια του δακτυλιδιού ξελόγιασε τη βασίλισσα, σκότωσε τον βασιλιά και κάθισε ο ίδιος στον θρόνο. «Ποιος δίκαιος δεν θα γινόταν άδικος, ενώ θα είχε μια τέτοια εξουσία που θα μπορούσε να κάνει τα πάντα;», αναρωτιέται ο Θρασύμαχος.

Ο μύθος του δακτυλιδιού της δύναμης, έγινε στην εποχή μας πιο γνωστός μέσω της εκπληκτικής αξιοποίησής του από τον Τζων Ρ. Ρ. Τόλκιν, στον «Άρχοντα των Δακτυλιδιών», και την μετέπειτα κινηματογραφική του απόδοση. Ο Τόλκιν περιγράφει σε διάφορες φάσεις της αφήγησής του, το πως το δακτυλίδι μπορεί να μεταλλάξει τον χαρακτήρα και των πιο αγνών πλασμάτων. Ο ηρωικός πολεμιστής Μπόρομιρ θα χάσει τα μυαλά του σκεπτόμενος πόσα θα μπορούσε να κάνει για την πατρίδα του, αν πάρει το δακτυλίδι από τον Φρόντο. Η ξωτικίνα Γκαλάντριελ έρχεται αντιμέτωπη με έναν τρομακτικό πειρασμό όταν ο μικρός κουβαλητής του δακτυλιδιού της το προσφέρει. Για λίγες στιγμές μεταλλάσσεται, οραματίζεται τον εαυτό της ως μια παντοδύναμη και σκοτεινή Βασίλισσα, «αντί για Σκοτεινό Άρχοντα θα είχατε μια Βασίλισσα…», φωνάζει, πριν καταφέρει με τεράστια προσπάθεια να το αρνηθεί.

Ακόμα και στον εκλεκτό για την αγνότητά του Φρόντο, το βάρος του δαχτυλιδιού κατέστρεφε τις αναμνήσεις, την προσωπικότητα και τη λογική του, όσο πλησίαζε στο Μόρντορ. Στο Βουνό του Χαμού, το μυαλό του υποτάχθηκε πλήρως στη δύναμη του δαχτυλιδιού, αρνήθηκε να το καταστρέψει και το διεκδίκησε για τον εαυτό του.

Τελικά η λύση ήταν και είναι μια. Το δακτυλίδι της απόλυτης εξουσίας πρέπει να το καταστρέψεις, αν δεν θέλεις να σου πάρει τα μυαλά και να σε κάνει άλλον έναν τύραννο, σαν εκείνους που πολεμάς.

Οι πολιτικοί άρχοντες του δακτυλιδιού

Αν κάτι ξεκάθαρο θέλουν να μας πουν αυτοί οι μύθοι, είναι πως η εξουσία γίνεται αρρώστια όταν βρίσκεται στα χέρια ενός ανθρώπου. Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στα βιβλία ιστορίας για να το επιβεβαιώσουμε πολλαπλώς. Η πρόσφατη πολιτική μας μνήμη είναι γεμάτη από ανθρώπους που ξεκίνησαν πείθοντας για τις αγνές τους προθέσεις, τις οποίες πιθανόν να είχαν, και τους είδαμε να μεταλλάσσονται στα έδρανα της βουλής και στις καρέκλες της εξουσίας.

Η τρέλα, όπως και στον μύθο, ξεκινάει ακόμα και με τη σκέψη της διεκδίκησής του «δακτυλιδιού». Δεν είναι η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» το μοναδικό κόμμα που ο/η ηγέτης του θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο των πάντων. Η κυβέρνηση του predator, που παρακολουθούσε το μισό υπουργικό συμβούλιο, αξιωματικούς, δημοσιογράφους, δικαστικούς, είναι ένα ακόμα πιο σαφές και σοβαρό παράδειγμα.

Όλα σχεδόν τα κοινοβουλευτικά κόμματα, και τα περισσότερα από αυτά που διεκδικούν με αξιώσεις να βρίσκονται στην επόμενη βουλή, διοικούνται λίγο – πολύ από έναν πολύ στενό κύκλο αυλικών και κολάκων γύρω από τον/την πρόεδρο τους. Απλά έχουν την πολιτική εμπειρία να το κρύβουν πίσω από δήθεν «δημοκρατικές διαδικασίες», όργανα, κεντρικές επιτροπές, πολιτικά γραφεία και άλλα τερτίπια που θέλουν να προβάλουν το άλλοθι ότι αντιπροσωπεύουν τη θέληση της βάσης τους.

Πάνω από μια δεκαετία, πολλά σύγχρονα κόμματα της Ευρώπης αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες, προκειμένου να δώσουν στα μέλη τους τη δυνατότητα να αποφασίζουν άμεσα για την πολιτική τους πορεία. Αυτή η δυνατότητα δεν προσφέρεται από κανένα ελληνικό κόμμα. Όχι επειδή δεν τη γνωρίζουν, αλλά επειδή δεν τη θέλουν.

Ένα ακόμα σαφές στίγμα της ολιγαρχικής φύσης των συστημικών ελληνικών κομμάτων, είναι η θέση τους απέναντι στο δικαίωμα που απολαμβάνουν, σε διάφορες μορφές, εκατομμύρια Ευρωπαίων πολιτών, πλην των Ελλήνων. Εκείνο των δημοψηφισμάτων πρωτοβουλίας πολιτών, που σε δεκάδες περιπτώσεις έχουν ακυρώσει αποφάσεις κυβερνήσεων, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τη λαϊκή βούληση.

Δικαιώματα που στερούνται οι Έλληνες

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι το συνταγματικό δημοψήφισμα που διεξήχθη στην Ιταλία στις 22 και 23 του περασμένου Μαρτίου, όπου οι πολίτες απέρριψαν με ποσοστό 54% τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος που προωθούσε η κυβέρνηση Μελόνι, καταδικάζοντας το κυβερνητικό σχέδιο παρά τη σαφή κοινοβουλευτική στήριξή του.

Το νομοσχέδιο προέβλεπε σημαντικές αλλαγές στο ιταλικό Σύνταγμα σχετικά με τη δομή και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Δεν έχει σημασία εδώ να αναλύσουμε το αν ήταν υπέρ ή κατά του δημοσίου συμφέροντος αυτές οι μεταρρυθμίσεις. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι οι γείτονες και εταίροι μας Ιταλοί, έχουν το δικαίωμα κάθε Συνταγματική αναθεώρηση που δεν συγκεντρώνει αυξημένη πλειοψηφία στη βουλή, να τη φέρνουν σε δημοψήφισμα με τη συγκέντρωση 500.000 υπογραφών.

Αντίστοιχο δικαίωμα έχουν και για κάθε νόμο που ψηφίζει η κυβέρνηση. Εκεί δεν ισχύει το «έχουμε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κάνουμε ό,τι θέλουμε». Αν κάποιος νόμος της κυβέρνησης δεν έχει την αποδοχή της λαϊκής βούλησης, οι πολίτες τον φέρνουν σε δημοψήφισμα και τον καταργούν. Τα τελευταία 50 χρόνια, οι Ιταλοί πολίτες έχουν κληθεί να ψηφίσουν σε 75 εθνικά δημοψηφίσματα, τα περισσότερα εκ των οποίων προκλήθηκαν με δική τους πρωτοβουλία.

Το Ιταλικό είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα δημοκρατικών δικαιωμάτων που στερούνται οι Έλληνες πολίτες. Η Ελβετία αποτελεί το κλασσικότερο και πιο μακροχρόνιο παράδειγμα θεσμών άμεσης Δημοκρατίας, όπου οι πολίτες καλούνται πολύ συχνά να αποφασίσουν άμεσα για όσα αφορούν στο μέλλον τους, τόσο σε τοπικό, όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Δικαιώματα δημοψηφισμάτων πρωτοβουλίας πολιτών για την επικύρωση ή κατάργηση νόμων, προβλέπουν τα Συντάγματα της Λιθουανίας με συλλογή 300.000 υπογραφών, της Ουγγαρίας με συλλογή 200.000 υπογραφών, της Σλοβακίας με 350.000 υπογραφές, της Σλοβενίας με 40.000 υπογραφές, της Φινλανδίας με συλλογή 50.000 υπογραφών, της Κροατίας και της Λετονίας, εάν υπογράφεται από το 10% των ψηφοφόρων και, παγκοσμίως, από τα Συντάγματα της Νέας Ζηλανδίας, της Ουρουγουάης και πολλών πολιτειών των ΗΠΑ (λ.χ. Καλιφόρνια, Όρεγκον, Βόρεια Ντακότα, Ουάσιγκτον, Κολοράντο, Αριζόνα, Μοντάνα, Μίσιγκαν, Άρκανσας και Οκλαχόμα). Σχετική αρθρογραφία του Δρ. Χρήστου Λυντέρη καταγράφει τα είδη των δημοψηφισμάτων που μπορούν να διεξάγουν εκατομμύρια πολίτες στον δυτικό κόσμο, πλην των Ελλήνων.

«Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει»…

Γιατί όμως αυτή η πεισματική άρνηση να αποκτήσει ο λαός τη δυνατότητα να παρεμβαίνει άμεσα στις αποφάσεις που τον αφορούν; Ένα πολιτικό σύστημα που τον καλεί κάθε τέσσερα χρόνια να δώσει λευκή επιταγή σε κόμματα και αντιπροσώπους, χωρίς καμία άλλη θεσμική δυνατότητα παρέμβασης ή απαίτησης λογοδοσίας, είναι πλέον σαφές ότι μόνο κατ’ επίφασην μπορεί να αυτοαποκαλείται «δημοκρατικό». Τα ποσοστά της αποχής καταδεικνύουν ότι τούτη η πραγματικότητα δεν αποτελεί πλέον διαπίστωση μόνο μιας δράκας διανοουμένων, αλλά μάλλον την αντίληψη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Το ότι στην πρόσφατη Συνταγματική Αναθεώρηση τα ιστορικά κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ), αρνήθηκαν να ψηφίσουν σωρεία προτάσεων θεσμοθέτησης των δημοψηφισμάτων πρωτοβουλίας πολιτών (του ΣΥΡΙΖΑ, της ΝΙΚΗΣ, της Ελληνικής Λύσης και της Νέας Αριστεράς), δεν αποτελεί απλά μια πολιτική αβλεψία απέναντι στην απαίτηση της εποχής. Είναι κάτι πιο βαθύ που κινητοποιεί αυτή την άρνηση. Τόσο βαθύ που φτάνει δυό αιώνες πίσω, στη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους.

Ο καλός συνάδελφος από τη Θεσσαλονίκη, Αλέξανδρος Τσίγκος, υπενθύμισε στις σχετικές δημόσιες συζητήσεις την παράδοση των ελληνικών κοινοτήτων, που καταργήθηκαν από τους Βαβαρούς και το μετέπειτα νεοελληνικό προτεκτοράτο. Οι αείμνηστοι Χρήστος Γιανναράς, Παναγιώτης Παπαγαρυφάλλου, ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης, σύγχρονοι διανοούμενοι σαν τον Μελέτη Μελετόπουλο, τον Θόδωρο Παντούλα και πολλοί άλλοι από την εποχή των πρωτοπόρων Δραγούμη και Καραβίδα μέχρι σήμερα, έχουν εντοπίσει στις κοινότητες το ζωτικό κύτταρο του Ελληνισμού, που ανανεωνόταν σε όλη την ιστορική διαδρομή του από την αρχαία πόλη, στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή κοινότητα, μέχρι την εποχή που ο Γερμανός Μάουερ τις κατήργησε «με ένα νόμο κι ένα άρθρο».

Δεν ήταν απλά μια διοικητική μεταρρύθμιση προς τον «εξευρωπαϊσμό» μας. Ήταν το χτύπημα στην καρδιά του ελληνικού ζωϊσμού. Οι χιλιάδες κοινότητες που κράτησαν ζωντανή την παράδοση της άμεσης Δημοκρατίας, με τις λαϊκές τους συνελεύσεις, τις εκλεγμένες δημογεροντίες τους, την αυτοοργάνωση και την αυτοδιοίκησή τους, ακόμα και μέσα στους σκοτεινούς αιώνες της τουρκοκρατίας, ισοπεδώθηκαν από τον κοτσαμπασισμό και το συγκεντρωτικό δυτικό κρατικό μοντέλο.

Η ολιγαρχική παράδοση της Δύσης αντικατέστησε τα Κοινά με τα κόμματα, που ακόμα και στο όνομά τους προέβαλαν την εξάρτησή τους (Αγγλικό, Γαλλικό, Ρωσικό), αφού δεν είχαν κάτι άλλο να αντιπαραβάλουν στην πλούσια πολιτική κουλτούρα ενός λαού, που είχε αποστάξει όλες τις μορφές της πολιτικής φιλοσοφίας σε καθημερινό βίο αιώνων.

Η διαδικασία των πρώτων κοινοβουλευτικών εκλογών το 1844 διήρκεσε σχεδόν… 6 μήνες. Ήταν σαφές ότι οι Ρωμιοί που είχαν συνηθίσει τουλάχιστον κάθε του Αγίου Δημητρίου και του Αη Γιώργη, να λύνουν άμεσα τα προβλήματά τους στη συνέλευση του χωριού στην εκκλησία, δεν καταλάβαιναν ποιο νόημα έχει να εκλέξουν πληρεξουσίους σε κάποια κόμματα με ξένους εντολοδότες.

Δύο αιώνες απεξάρτησης από την κοινοτική πολιτική τους παράδοση, έκτισε τον εθισμό της εξάρτησής τους από τα κόμματα και τους τοπικούς κοτζαμπάσηδες, που τώρα έγιναν κομματάρχες. Κι αν σήμερα οι νέες τεχνολογίες, οι απαιτήσεις των καιρών και η πολιτική συνειδητοποίηση της εθνικής ανάγκης να υπερβούμε την κομματοκρατία, ξαναφέρνουν στο προσκήνιο τη δυνατότητα να ξαναβρούμε τις αμεσοδημοκρατικές μας ρίζες, τα κόμματα εξουσίας είναι φυσικό να εμφανίζουν δυσανεξία στη σκέψη να δώσουν πίσω στον λαό, τα προνόμια που του πήραν.

Το παράδοξο του 2015

Ο Γόρδιος Δεσμός της ελληνικής πολιτικής παρακμής, τις τελευταίες δεκαετίες αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά ενός γερασμένου καθεστώτος. Τα βασικά κόμματα του πολιτικού συστήματος επανήλθαν στην ξεκάθαρη υπεράσπιση της εξάρτησης μέσω της στήριξης των μνημονίων, ενώ το παράδειγμα νέων κομμάτων που σταδιοδρόμησαν ως αντισυστημικά και αντιμνημονιακά, για να γίνουν θιασώτες των μνημονίων και των ολιγαρχικών διαδικασιών, όταν έλαβαν το «δακτυλίδι» της εξουσίας, κατακρήμνισε σωρεία ψευδαισθήσεων.

Το δημοψήφισμα του 2015, κατέδειξε ότι ακόμα και ο εθισμός των Ελλήνων να ακολουθούν τις προσταγές των κομμάτων τους, ειδικώς όταν αυτές τείνουν να τους εξασφαλίσουν την ατομική οικονομική τους επιβίωση, μπορεί να κατανικηθεί όταν επανέρχεται η μνήμη της ευθύνης, να αποφασίζεις άμεσα για το μέλλον των παιδιών σου και της πατρίδας σου. Η λογιστική αποτίμηση της πολιτικής και το ατομοκεντρικό ένστικτο επιβίωσης, παραδόξως αυτή τη φορά δεν καθόρισαν τις αποφάσεις. Πιθανόν κανείς, ούτε ο ίδιος ο Τσίπρας, να μην περίμενε ότι με τις τράπεζες κλειστές και τα ΑΤΜ να βγάζουν μόνο 60 ευρώ, οι πολίτες θα απαντούσαν στον πρωτοφανή εκβιασμό με ένα 61% “Όχι”.

Η ιστορική κατάπνιξη της λαϊκής βούλησης μέσω τις επανόδου στις ολιγαρχικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, υπήρξε η εμφατική κατάδειξη της αντιδιαστολής των δύο κόσμων. Ο λαός, όταν αποφασίζει άμεσα, αποδεικνύεται πιθανόν σοφότερος, περισσότερο ανιδιοτελής και σαφώς ανθεκτικότερος στους ντόπιους και διεθνείς εκβιασμούς. Τα κόμματα αποδεικνύονται τρωτά σε εκβιασμούς, επιρρεπή στη διάψευση των προταγμάτων τους, εθισμένα σε υπόγειες δοσοληψίες που αλαζονικά αγνοούν ακόμα και την ξεκάθαρα εκφρασμένη βούληση του λαϊκού σώματος.

Έκτοτε, ολόκληρο το τριτοκοσμικό μας καθεστώς, προσπαθεί να μας πείσει το πόσο καταστροφικό θα μπορούσε να αποδειχθεί το ότι κληθήκαμε σε δημοψήφισμα, για δεύτερη φορά μέσα σε μισό αιώνα. Οι πολίτες είναι ανώριμοι, οι πολιτικοί διαχειριστές της πολλαπλής μας χρεοκοπίας σοφοί, η απαίτηση για δημοψηφίσματα επικίνδυνος λαϊκισμός (σύμφωνα και με την πρώην πρόεδρο της «δημοκρατίας»), οι Ελβετοί που έχουν κάνει εκατοντάδες ή οι Ιταλοί που διεξήγαγαν το 75ο, μάλλον δεν γνωρίζουν ακόμα το μυστικό της επιτυχίας μας…

Όταν ο Αλέξανδρος πήγαινε προς τον Γόρδιο Δεσμό

Μετά τη νίκη του στον Γρανηκό το 334 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος κινήθηκε προκειμένου να απελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Όπως καταγράφει ο Αριανός και ο Πλούταρχος, στην Έφεσο, στη Μίλητο, στις Ερυθρές, στη Μαγνησία, στους Τραλλείς και σε όλες τις ελληνικές πόλεις της περιοχής, πρώτο μέλημα του στρατηλάτη ήταν να καταργήσει τα Ολιγαρχικά πολιτεύματα και να εγκαθιδρύσει Δημοκρατίες. Επανέφερε τους εξορίστους από τους Πέρσες δημοκρατικούς πολίτες και έθεσε πάλι σε λειτουργία τις Εκκλησίες του Δήμου.

Αλήθεια, γιατί ο πανίσχυρος Βασιλεύς των Ελλήνων, επάνω στην πορεία του για μια από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις της ιστορίας, δεν επέβαλε φιλικές προς το πρόσωπό του Ολιγαρχίες ή Τυραννίες, στις κομβικές πόλεις που θα βρισκόντουσαν στα μετόπισθέν του; Γιατί δεν έβαλε τους δικούς του ανθρώπους στις κομβικές θέσεις, προκειμένου να αισθάνεται ασφαλής; Διότι ο μαθητής του Αριστοτέλους γνώριζε καλά αυτό που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια, και επαναλαμβανόμενο τόσες φορές τους τελευταίους δύο αιώνες, στο κράτος που βαυκαλίζεται ότι πατάει στη βάση της κληρονομιάς τους.

Οι ολιγαρχίες είναι επιρρεπείς στην εξαγορά, στους εκβιασμούς, στην προδοσία. Όταν πραγματικά θέλεις να απελευθερώσεις έναν λαό, η πιο ασφαλής βάση στήριξής σου είναι ο ίδιος ο λαός. Κανείς δεν μπορεί να εξαγοράσει τη λαϊκή βούληση, τόσο εύκολα όσο μπορεί να εξαγοράσει κομματικά στελέχη, βουλευτές, κοινοβουλευτικούς αρχηγούς.

Εν κατακλείδι, οποιοδήποτε νέος ή παλαιός πολιτικός, φοβάται τη συμμετοχή του λαού στις εσωκομματικές ή στις εθνικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, είτε δεν μπορεί, είτε δεν θέλει να τον απελευθερώσει από τα δεσμά του.

Λίγο πριν το τέλος της μεταπολίτευσης, ισχύει ό,τι έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλης στο «Μεγάλο μας Τσίρκο», πριν από την αρχή της:

«Κι όποιος φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όποιος φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό»…

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης