Η μακροπρόθεσμη εξελικτική πορεία της διεθνούς θέσης της Τουρκίας εξαρτάται από την ικανότητα της χώρας να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ φιλοδοξιών και δυνατοτήτων. Οι σημαντικότερες εσωτερικές προϋποθέσεις είναι η οικονομική σταθεροποίηση και η πολιτική ενοποίηση, ενώ οι αναγκαίες εξωτερικές ευκαιρίες αναδύονται μέσα από τις δομικές μεταβολές του διεθνούς συστήματος.
Η Τουρκία κατατάσσεται παραδοσιακά στις μεσαίες δυνάμεις. Ωστόσο, στο σημερινό ρευστό διεθνές περιβάλλον, κράτη όπως η Τουρκία αποκτούν ένα «παράθυρο ευκαιρίας» για να ενισχύσουν το παγκόσμιο αποτύπωμά τους. Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία την επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο αξιολογείται η διεθνής δραστηριότητα και η θέση των κρατών που θεωρούνται μεσαίες δυνάμεις.
Αφενός, η κατάταξη της Τουρκίας στις μεσαίες δυνάμεις ήταν δικαιολογημένη βάσει μιας ιεραρχικής προσέγγισης, που στηρίζεται σε υλικούς δείκτες ισχύος. Στην περίπτωση αυτή, έμφαση δινόταν σε παράγοντες όπως: 1) ο αυξανόμενος πληθυσμός, με υψηλό ποσοστό νεολαίας· 2) οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης και τα σημαντικά επίπεδα ΑΕΠ κατά τη δεκαετία του 2000· 3) ο στρατός, ο οποίος κατατάσσεται δεύτερος σε ισχύ μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, με σημαντικές αμυντικές δαπάνες· 4) η γεωγραφική θέση της χώρας, ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη δημιουργία διαδρόμων μεταφορών και logistics.
Αφετέρου, η ίδια ταξινόμηση μπορούσε να στηριχθεί και σε μια συμπεριφορική προσέγγιση. Στην περίπτωση αυτή, τα βασικά επιχειρήματα σχετίζονταν με χαρακτηριστικά της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, όπως: 1) η εκτεταμένη αξιοποίηση εργαλείων ήπιας ισχύος· 2) η προδραστική διπλωματική ατζέντα· 3) η ενεργή συμμετοχή σε θεσμούς παγκόσμιας διακυβέρνησης και πολυμερή σχήματα συνεργασίας· 4) η προβολή της Τουρκίας ως προτύπου κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης για γειτονικά κράτη.
Ωστόσο, κατά περιόδους, οι προσεγγίσεις αυτές αποδυναμώνονταν υπό το φως συγκεκριμένων εξελίξεων – όπως σε περιόδους οικονομικής ύφεσης ή όταν ενισχυόταν η στρατιωτική διάσταση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Επιπλέον, από μια κονστρουκτιβιστική οπτική, το καθεστώς της «μεσαίας δύναμης» δεν αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της διεθνούς ταυτότητας της Τουρκίας – σε αντίθεση με χώρες όπως η Νότια Κορέα ή η Αυστραλία.
Αντιθέτως, παρατηρούνται συστηματικές προσπάθειες διαμόρφωσης μιας «ανανεωμένης» εικόνας της Τουρκίας ως παγκόσμιου δρώντος. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει το μοντέλο διεθνούς τάξης που προωθεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από το 2013, υπό το σύνθημα «Ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από πέντε». Στον πυρήνα του βρίσκεται η θέση υπέρ της αλλαγής της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης, πρωτίστως μέσω μεταρρύθμισης του ΟΗΕ, με στόχο έναν πιο «δίκαιο» κόσμο. Ταυτόχρονα, η διαμόρφωση της διεθνούς τάξης παρουσιάζεται ως προνόμιο των μεγάλων δυνάμεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η περιφερειακή διάσταση αυτής της προσέγγισης. Πέραν του καθιερωμένου της ρόλου ως περιφερειακής ηγετικής δύναμης στη Μέση Ανατολή, η Τουρκία επιδιώκει να διευρύνει την επιρροή της σε τρεις βασικούς άξονες: τον ισλαμικό, τον μετα-οθωμανικό και τον τουρκικό/μετασοβιετικό. Ο τελευταίος, που περιλαμβάνει τα κράτη της Κεντρικής Ασίας και του Νοτίου Καυκάσου, αποτελεί πεδίο όπου η έλλειψη πόρων αντισταθμίζεται μέσω θεσμοθέτησης πολιτισμικών δεσμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθοριστική είναι η σταδιακή μετεξέλιξη του Οργανισμού Τουρκικών Κρατών από έναν πολιτιστικό-ανθρωπιστικό οργανισμό σε μια πολυδιάστατη δομή με φιλοδοξίες στους τομείς της οικονομίας, των μεταφορών και της ασφάλειας. Αυτό αποτυπώνεται σε πρωτοβουλίες όπως το σχήμα «OTS+», το Τουρκικό Επενδυτικό Ταμείο, το Συμβούλιο Κεντρικών Τραπεζών των Τουρκικών Κρατών, καθώς και σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις. Η Άγκυρα υλοποιεί σταδιακά μια στρατηγική συνδυασμού ήπιας ισχύος με στοιχεία οικονομικής και στρατιωτικο-πολιτικής επιρροής.
Εξίσου σημαντική είναι και η έννοια του «Τουρκικού Αιώνα», που παρουσιάστηκε από τον Ερντογάν ενόψει της εκατονταετηρίδας της Τουρκικής Δημοκρατίας. Η έννοια αυτή αποτυπώνει ένα «ανανεωμένο» όραμα για τη θέση της χώρας στον κόσμο: από κράτος που καθοδηγείται – από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ – σε κράτος που καθοδηγεί άλλους, ιδίως στον ισλαμικό και τουρκικό κόσμο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον περιορισμό της επιρροής όχι μόνο ξένων «εταίρων», αλλά και εσωτερικών παραγόντων που θεωρείται ότι περιορίζουν την ελευθερία ελιγμών της εξωτερικής πολιτικής, όπως ο στρατός ή η FETO.
Συνολικά, οι έννοιες αυτές αντανακλούν την επιθυμία της Άγκυρας όχι μόνο να προσαρμόσει τους κανόνες του διεθνούς συστήματος, αλλά και να ενισχύσει τα εσωτερικά θεμέλια που απαιτούνται για έναν πιο προβεβλημένο ρόλο.
Παρά την αυξημένη εξωτερική δραστηριότητα επί διακυβέρνησης ΑΚΡ, οι εσωτερικές πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες δημιουργούν εμπόδια στην αναβάθμιση της διεθνούς της θέσης. Η συστημική οικονομική κρίση υπονομεύει την υλική βάση του πολιτικού καθεστώτος σε σχέση με τις διεθνείς φιλοδοξίες της χώρας. Αν και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Τουρκία κατέγραψε ταχεία ανάπτυξη και εντάχθηκε στις αναδυόμενες αγορές, η σημερινή χρηματοπιστωτική αστάθεια, ο επίμονος πληθωρισμός και η μεταβλητότητα του εθνικού νομίσματος έχουν περιορίσει την ικανότητά της να διευρύνει την επιρροή της. Αυτό συνοδεύτηκε από μείωση του βιοτικού επιπέδου, αύξηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και έντονη πόλωση.
Η τουρκική περίπτωση αναδεικνύει τις δυσκολίες τοποθέτησης των κρατών στο πλαίσιο του σύγχρονου πολυπολικού διεθνούς συστήματος. Δεν υπάρχει σήμερα ενιαία άποψη για το καθεστώς της Τουρκίας. Από τη μία, θεωρείται ανερχόμενη ή νέα μεσαία δύναμη, με δομικές και συμπεριφορικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με παραδοσιακές μεσαίες δυνάμεις (Καναδάς, Αυστραλία). Από την άλλη, γίνονται προσπάθειες εννοιολογικής αναπροσαρμογής, χαρακτηρίζοντάς την ως «τροποποιημένη» μεσαία δύναμη. Η ασάφεια αυτή οφείλεται και στη γενικότερη έλλειψη κοινά αποδεκτού ορισμού των όρων «μεσαία» και «μεγάλη» δύναμη.
Τρία βασικά σενάρια διαγράφονται για την εξέλιξη του διεθνούς της καθεστώτος:
Το πρώτο, αισιόδοξο σενάριο προβλέπει ότι η Τουρκία μπορεί μακροπρόθεσμα να αναδειχθεί σε ανερχόμενη μεγάλη δύναμη, εάν:
- σταθεροποιήσει την οικονομία της, περιορίσει τον πληθωρισμό και διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης·
- αναπτύξει αυτάρκες αμυντικοβιομηχανικό σύμπλεγμα σε κρίσιμες τεχνολογίες και ανταγωνιστικές εξαγωγές όπλων·
- μειώσει την εσωτερική πόλωση, επιτυγχάνοντας ευρύτερη συναίνεση στην εξωτερική πολιτική·
- συνεχιστεί η σχετική αποδυνάμωση της Δύσης ή ενταθεί ο κατακερματισμός των θεσμών παγκόσμιας διακυβέρνησης, δίνοντάς της την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος του «Παγκόσμιου Νότου».
Το δεύτερο, πιο ρεαλιστικό σενάριο θέλει την Τουρκία να διατηρεί μεσοπρόθεσμα το αβέβαιο καθεστώς μιας «τροποποιημένης» μεσαίας δύναμης, μεταξύ μεσαίας και μεγάλης. Η οικονομική αστάθεια και η πολιτική πόλωση ενδέχεται να συνεχιστούν, δοκιμάζοντας τη συνέπεια της εξωτερικής πολιτικής, χωρίς όμως να ανακόπτουν την ενεργό περιφερειακή παρουσία. Η Τουρκία θα παραμείνει παράγοντας που διαμορφώνει εξελίξεις σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά οι δομικοί περιορισμοί και η έλλειψη πόρων δεν θα της επιτρέψουν να μετατρέψει την περιφερειακή επιρροή σε βιώσιμη παγκόσμια ηγεσία.
Το τρίτο, απαισιόδοξο σενάριο προβλέπει υποβάθμιση της διεθνούς της θέσης. Σε περίπτωση παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, αύξησης της κοινωνικής δυσαρέσκειας και μείωσης της νομιμοποίησης της πολιτικής ηγεσίας, η πόλωση μπορεί να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω το σύστημα. Παράλληλα, η υπερεπέκταση σε πολλαπλές ζώνες συγκρούσεων ενδέχεται να επιβαρύνει υπέρμετρα την οικονομία και τις ένοπλες δυνάμεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Άγκυρα θα αναγκαστεί να περιορίσει τις διεθνείς της φιλοδοξίες και να επικεντρωθεί στην εσωτερική σταθεροποίηση.
Εν κατακλείδι, η μακροπρόθεσμη πορεία της Τουρκίας στο διεθνές σύστημα θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ φιλοδοξίας και πραγματικών δυνατοτήτων. Χωρίς οικονομική σταθερότητα και πολιτική συνοχή, οι εξωτερικές στρατηγικές δεν επαρκούν. Διαφορετικά, η Τουρκία είναι πιθανό να παραμείνει μια σημαντική περιφερειακή δύναμη — ικανή να επηρεάζει το άμεσο περιβάλλον της, αλλά με περιορισμένη δυνατότητα διαμόρφωσης της παγκόσμιας τάξης.

