Η Γερμανία δεν είναι Ελλάδα.
Ούτε οι οικονομικές δυνατότητες, ούτε οι θεσμοί, ούτε η θέση της χώρας στην Ευρώπη συγκρίνονται εύκολα. Κι όμως, στις περιόδους κρίσης, οι ηγέτες δεν κρίνονται μόνο από τους αριθμούς. Κρίνονται από κάτι πιο άυλο και πιο βαθύ: από το πώς διαχειρίζονται την κοινωνία. Από το πώς μιλούν στους πολίτες, πώς χτίζουν αφήγημα, πώς διαμορφώνουν συλλογική ψυχολογία.
Κάπου εκεί εμφανίζεται μια ενοχλητική αλήθεια οι κοινωνίες μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο θέλουν να παραδεχτούν.
Και οι ηγέτες τους επίσης.
Γιατί όσο διαφορετικοί κι αν μοιάζουν ο Μέρτς και ο Τσίπρας, το έργο που ανεβάζουν έχει κοινή δραματουργία: κρίση, αφήγημα, φόβος, ελπίδα, υπακοή και στο τέλος ένας λογαριασμός που πληρώνεται πάντα από τους ίδιους.
Τον λαό.
Σε συνθήκες πίεσης, η κρίση παύει να είναι μόνο οικονομική. Γίνεται ψυχολογική. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς τα μέτρα· είναι να πειστεί η κοινωνία να αντέξει. Εκεί ο ηγέτης παύει να λειτουργεί ως διαχειριστής πολιτικής και μετατρέπεται σε διαχειριστή συναισθήματος. Σαν παρουσιαστής δελτίου ειδήσεων: «Μείνετε ψύχραιμοι, εμπιστευτείτε μας, είναι δύσκολα, αλλά πάμε καλά αν δεν κάνουμε αυτό, θα συμβεί το άλλο».
Έτσι η κοινωνία δεν ζει. Προσαρμόζεται.
Και αυτό είναι το πιο ύπουλο σημείο: η κρίση γίνεται κανονικότητα, και η κανονικότητα μόνιμο στρες.
Ο πολίτης, στην πραγματικότητα, δεν ζητά σχέδιο. Ζητά πρόσωπο. Κάποιον να του πει «το έχω».
Στην Ελλάδα του Τσίπρα, αυτό εκφράστηκε με το «θα σκίσω τα μνημόνια» και το «θα τους χορέψουμε στο ταψί».
Στη Γερμανία του Μέρτς, εκφράζεται με τη «σοβαρότητα», την «τάξη» και την «επιστροφή στην ισχύ».
Διαφορετικό λεξιλόγιο, ίδιο αποτέλεσμα ο κόσμος αγοράζει σιγουριά.
Και όταν αποδειχθεί ότι τελικά «δεν το είχε», δεν ξεσπά απαραίτητα οργή. Συνήθως αναζητείται απλώς ο επόμενος που θα πει το ίδιο πράγμα με πιο πειστικό τρόπο.
Παράλληλα, η πολιτική οργανώνεται γύρω από ένα σταθερό δίλημμα:
«Ή εγώ ή το χάος».
Ο Τσίπρας το παρουσίασε ως «ή συμφωνία ή καταστροφή».
Ο Μέρτς το παρουσιάζει ως «ή μεταρρυθμίσεις ή παρακμή».
Το σχήμα αλλάζει, ο μηχανισμός όχι. Η πολιτική μετατρέπεται σε εκβιασμό με θεσμική γλώσσα και γίνεται αποδεκτός, γιατί ο φόβος του αγνώστου είναι πάντα ισχυρότερος από την οργή για το γνωστό.
Κάθε ηγεσία, για να επιβιώσει, χρειάζεται και μια αφήγηση «καμένης γης».
«Δεν φταίμε εμείς. Φταίει αυτό που παραλάβαμε.»
Στην Ελλάδα: άδειο ταμείο, χάος, τρόικα, δεσμεύσεις.
Στη Γερμανία: στασιμότητα, λάθος μοντέλο, ενεργειακή πίεση, ανταγωνισμός.
Ο πολίτης ανακουφίζεται δεν είμαστε εμείς το πρόβλημα, κάποιος άλλος μας το έκανε. Και το σύστημα κερδίζει χρόνο.
Ταυτόχρονα, οι κοινωνίες εκπαιδεύονται να ζουν με λιγότερα, αλλά να χειροκροτούν περισσότερο.
Στην Ελλάδα το ακούσαμε ωμά: «δεν γίνεται αλλιώς», «πρέπει να σωθεί η χώρα», «είναι προσωρινό».
Στη Γερμανία ακούγεται πιο θεσμικά «προσαρμογή», «ανταγωνιστικότητα», «αναγκαίες αλλαγές».
Άλλη γλώσσα, ίδιο νόημα: ο λαός καλείται να χάσει, για να κερδίσει το αφήγημα.
Και επειδή η απώλεια δεν αντέχεται ψυχολογικά χωρίς νόημα, οι κοινωνίες χρειάζονται ηθική αφήγηση.
Ο Έλληνας έπρεπε να πιστέψει ότι είναι θύμα, ότι πολεμιέται, ότι υποφέρει με αξιοπρέπεια.
Ο Γερμανός πρέπει να πιστέψει ότι είναι υπεύθυνος, σοβαρός, πειθαρχημένος, ότι κάνει το σωστό για να επιστρέψει ισχυρός.
Σε κάθε περίπτωση, ο πολίτης δεν αγοράζει απλώς πολιτική. Αγοράζει αυτοσεβασμό.
Και όταν τελειώνουν τα μεγάλα λόγια, έρχεται πάντα η ίδια φράση:
«Δεν γίνεται αλλιώς».
Το κοινό ευαγγέλιο όλων των κυβερνήσεων.
Η τελική δικαιολογία κάθε κρίσης.
Οι κρίσεις αλλάζουν κυβερνήσεις, όχι ανθρώπους.
Το πραγματικό κοινό στοιχείο ανάμεσα στον Μέρτς και τον Τσίπρα δεν είναι η ιδεολογία τους, αλλά το κοινό στο οποίο απευθύνονται: κοινωνίες που θέλουν κάποιον να τους πει «μη φοβάσαι», που χρειάζονται εχθρό για να εκτονώνονται, που θέλουν ελπίδα χωρίς κόστος αλλά δέχονται κόστος όταν τους δίνεται ελπίδα, που θέλουν να νιώθουν «σωστοί» ακόμα κι όταν χάνουν.
Έτσι η ιστορία γράφεται πάντα με το ίδιο μελάνι.
Οι ηγέτες αλλάζουν. Η τεχνική μένει.
Και οι κοινωνίες εκπαιδεύονται.
Γιατί η μεγαλύτερη επιτυχία μιας κρίσης δεν είναι να περάσει.
Είναι να γίνει συνήθεια.
Οι άνθρωποι μικραίνουν τη ζωή τους για να χωρέσει στο αφήγημα. Και μετά χειροκροτούν. Όχι επειδή νίκησαν αλλά επειδή άντεξαν.
Και όταν ο κόσμος συνηθίσει, δεν χρειάζεται πια πειθώ.
Αρκεί μια φράση:
«Έτσι είναι».
Και η απάντηση:
«Εντάξει».
Παρά τα λάθη του Τσίπρα και τις δυσκολίες της κρίσης, ακόμα και ο Μέρτς φαίνεται να κάνει λανθασμένες εκτιμήσεις. Στις πρόσφατες δηλώσεις του κάλεσε τους Γερμανούς να μην είναι «τεμπέληδες» και να πάρουν παράδειγμα από την Ελλάδα σαν να θέλει να αποφευχθεί η επανάληψη παρόμοιων λαθών. Η χώρα που κάποτε κατακρίθηκε σκληρά γίνεται πλέον σημείο αναφοράς. Η πραγματικότητα αναγνωρίζεται όχι από εμάς, αλλά από εκείνους που κάποτε μας αμφισβητούσαν.
Η Ελλάδα, άλλωστε, δεν είχε να πάρει παράδειγμα από κανέναν, αφού αντιμετώπισε πρώτη στην Ευρώπη μια τόσο βαθιά κρίση.

