Η 62η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ολοκληρώθηκε σε βαρύ, σχεδόν πένθιμο κλίμα. Για τρεις ημέρες, αρχηγοί κρατών, διπλωμάτες και στρατιωτικοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν ανάμεσα στο Hotel Bayerischer Hof και το Rosewood Munich, επιχειρώντας να αποτιμήσουν την κατάσταση ενός παγκόσμιου συστήματος που –όπως οι ίδιοι παραδέχθηκαν– βρίσκεται σε διαδικασία διάρρηξης. Η έκθεση της Διάσκεψης, με τον εύγλωττο τίτλο Under Destruction, αναγνώρισε αυτό που εδώ και χρόνια διαπιστώνουν όσοι παρακολουθούν από την περιφέρεια του ιμπεριακού πυρήνα: η μεταπολεμική, υπό αμερικανική ηγεμονία, διεθνής τάξη πραγμάτων αποσυντίθεται.
Με περισσότερους από έναν τρόπους, η Διάσκεψη αποκάλυψε τα περιγράμματα της νέας τάξης που αναδύεται. Έφερε στην επιφάνεια μια Ευρώπη αποδυναμωμένη και αμήχανη, καθώς και μια αναθεωρητική και αναχρονιστική Αμερική — δύο σκέλη ενός μπλοκ σε υποχώρηση, αποφασισμένου να διατηρήσει τη θέση του στη διεθνή σκηνή ακόμη και διά της ισχύος. Ταυτόχρονα, όμως, κατέδειξε και μια εναλλακτική προοπτική: την πρόθεση οικοδόμησης μιας νέας διεθνούς αρχιτεκτονικής που θα μπορούσε να υπερβεί τις ιστορικές ανισότητες ενός συστήματος δομημένου πάνω σε αιώνες αποικιοκρατίας και βίαιης κυριαρχίας.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανακύκλωσαν γνώριμες, αντιφατικές διακηρύξεις και αδύναμες εκκλήσεις. Ο πόλεμος κυριάρχησε στη ρητορική τους. Η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για Εξωτερικές Υποθέσεις, Kaja Kallas, μίλησε για μια Ρωσία ταυτόχρονα «διαλυμένη» και «όχι υπερδύναμη», αλλά και για μια παντοδύναμη Ρωσία που μπορεί να «παραλύσει οικονομίες μέσω κυβερνοεπιθέσεων, να διαταράξει δορυφορικά συστήματα, να σαμποτάρει υποθαλάσσια καλώδια, να διασπάσει συμμαχίες με παραπληροφόρηση και να εκβιάσει κράτη εργαλειοποιώντας το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο». Μια αφήγηση που, όπως φάνηκε, στόχευε στην ενίσχυση της στήριξης προς την ευρωπαϊκή επανεξοπλιστική στρατηγική.
Το ευρωπαϊκό αφήγημα ήταν γεμάτο από «πρέπει», «θα μπορούσε» και «οφείλει». Ο Βρετανός πρωθυπουργός Keir Starmer χαρακτήρισε την Ευρώπη «κοιμώμενο γίγαντα», ενώ ο Γάλλος πρόεδρος Emmanuel Macron δήλωσε πως «εκεί όπου άλλοι βλέπουν αμφιβολίες, εγώ βλέπω ευκαιρίες», προσθέτοντας ότι «όλοι πρέπει να εμπνέονται από εμάς και να σταματήσουν να μας επικρίνουν». Ωστόσο, οι διακηρύξεις αυτές έμοιαζαν να αιωρούνται πάνω από μια ήπειρο που δοκιμάζεται από αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, χρόνια υποεπένδυση, πολιτικό κατακερματισμό και εντεινόμενη εξάρτηση από την Ουάσιγκτον.
Οι λόγοι της ευρωπαϊκής αδυναμίας είναι εμφανείς. Οκτώ δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη παραμένει στρατηγικό προτεκτοράτο των ΗΠΑ, με την εξωτερική της πολιτική προσδεδεμένη στη λογική του NATO και το οικονομικό της μοντέλο διαβρωμένο από αποβιομηχάνιση, λιτότητα και το κόστος των ίδιων της των κυρώσεων. Η πολυσυζητημένη «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία» δεν ξεπέρασε το επίπεδο των θεωρητικών κειμένων. Σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η Ευρώπη επέλεξε την ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον.
Κι όμως, η Διάσκεψη δεν στερήθηκε ουσίας. Δύο ομιλίες —του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Marco Rubio και του Κινέζου υπουργού Εξωτερικών Wang Yi— σκιαγράφησαν με εντυπωσιακή σαφήνεια τη διχοτομημένη παγκόσμια τάξη που διαμορφώνεται.
Ο Ρούμπιο υπερασπίστηκε με σπάνια ωμότητα την αποικιακή παράδοση της Δύσης, επαναφέροντας ένα αφήγημα «ευγενούς εξάπλωσης» με ιεραποστόλους, στρατιώτες και εξερευνητές που «ξεχύθηκαν από τις ακτές της Ευρώπης για να χτίσουν αυτοκρατορίες». Περιέγραψε τη μεταπολεμική περίοδο ως φάση «συστολής» του δυτικού πολιτισμού και απέδωσε την παρακμή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών σε «άθεες κομμουνιστικές επαναστάσεις» και αντιαποικιακές εξεγέρσεις.
Στην ιστορική πραγματικότητα, όμως, υπήρξαν δύο καταλυτικές δυνάμεις που ανέτρεψαν το αποικιοκρατικό σύστημα: η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και το κύμα εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων που ακολούθησε σε Αφρική, Ασία και Λατινική Αμερική. Οι εξελίξεις αυτές συνέβαλαν επίσης καθοριστικά στην ήττα του φασισμού. Η Σοβιετική Ένωση κατέβαλε τεράστιο τίμημα στη συντριβή του ναζιστικού καθεστώτος, ενώ η επαναστατική Κίνα διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ήττα του ιαπωνικού μιλιταρισμού.
Απέναντι σε αυτή τη θεώρηση, ο Ρούμπιο προέβαλε μια ανοιχτή περιφρόνηση προς τα Ηνωμένα Έθνη, υποστηρίζοντας ότι η Δύση δεν πρέπει να ζητά «άδεια» για να δράσει. Το μήνυμα ήταν σαφές: απαλλαγή από «ενοχές» και επαναφορά μιας ανεμπόδιστης ισχύος.
Λίγο αργότερα, ο Γουάνγκ Γι παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική προοπτική. Υπενθύμισε ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε «ιστορική επιλογή» των λαών να τερματίσουν τη φρίκη του φασισμού και της αποικιοκρατίας, και υπερασπίστηκε την καθολικότητα του ΟΗΕ, τονίζοντας ότι κάθε κράτος —ανεξαρτήτως μεγέθους ή πλούτου— διαθέτει φωνή και ψήφο. Εάν ο ΟΗΕ αποδυναμωθεί, προειδοποίησε, ο κόσμος θα επιστρέψει «στον νόμο της ζούγκλας».
Το 2007, από το ίδιο βήμα, ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin είχε χαρακτηρίσει το μονοπολικό μοντέλο «όχι μόνο απαράδεκτο αλλά και αδύνατο». Δεκαεννέα χρόνια αργότερα, οι πολυπολικές δυναμικές που περιέγραφε αποκτούν απτή μορφή.
Το Μόναχο του 2026 κατέδειξε με σαφήνεια ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, μια ηγεμονική αντίληψη που επικαλείται απροκάλυπτα το αποικιακό παρελθόν και διεκδικεί ανεξέλεγκτη δράση. Από την άλλη, μια πρόταση για πολυμερή συνεργασία, σεβασμό της κυριαρχικής ισότητας και ενίσχυση του διεθνούς δικαίου.
Παρά το ζοφερό κλίμα, υπάρχουν και ενδείξεις συγκρατημένης αισιοδοξίας. Η ρητορική της ισχύος ενδέχεται να αντανακλά περισσότερο την ανασφάλεια μιας ηγεμονίας σε παρακμή παρά αυτοπεποίθηση. Ταυτόχρονα, πέρα από τις εντάσεις σε Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον, διαμορφώνονται νέοι θεσμοί, συμμαχίες και οικονομικές δομές — από τους BRICS έως την New Development Bank και την Asian Infrastructure Investment Bank— που μεταβάλλουν σταδιακά την ισορροπία ισχύος.
Το δυτικό σύστημα μπορεί πράγματι να βρίσκεται «υπό διάλυση». Όμως ο κόσμος συνολικά φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιάς —και δυνητικά ελπιδοφόρας— ανασύνθεσης. Σε αυτή τη μεταβατική συγκυρία, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος θα επικρατήσει, αλλά αν θα επικρατήσει η λογική της ισχύος ή η ευθύνη των «ενηλίκων στο δωμάτιο».

