Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του zougla.gr στην GoogleΗ αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς στις διεθνείς αγορές πετρελαίου, εκτοξεύοντας τις τιμές μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και τις επακόλουθες σοβαρές διαταραχές στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές. Μέσα από αυτή την αναταραχή αναδείχθηκαν τρεις ενεργειακές δυνάμεις, οι οποίες αναμένεται να καθορίσουν τη δυναμική της αγοράς για πολλά ακόμη χρόνια.
Την ώρα που οι αναλυτές επιχειρούσαν ήδη να αποτιμήσουν τις συνέπειες της τελευταίας σύγκρουσης γύρω από το Ιράν, η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ γνώρισε νέα επικίνδυνη κλιμάκωση. Στην πραγματικότητα, η εξέλιξη αυτή δεν αποτέλεσε έκπληξη. Πλέον, ελάχιστη σημασία έχει να επιχειρεί κανείς να προβλέψει τι ακριβώς θα συμβεί στο άμεσο μέλλον στα Στενά του Ορμούζ. Εκείνο που μπορεί ήδη να γίνει είναι να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη βαθιά μεταμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.
Η κρίση του Ορμούζ ανέδειξε ξεκάθαρα τρεις βασικούς παίκτες, των οποίων οι σχέσεις θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της πετρελαϊκής βιομηχανίας τα επόμενα χρόνια. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η αγορά πετρελαίου στηρίζεται πλέον σε τρεις βασικούς πυλώνες. Σε αντίθεση όμως με τους πυλώνες που προσφέρουν σταθερότητα σε ένα οικοδόμημα, οι συγκεκριμένοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια σχέση έντονης αντιπαράθεσης, η οποία δεν παράγει ισορροπία, αλλά ολοένα μεγαλύτερη αστάθεια.
Ο Πρώτος Πυλώνας: Οι Ηνωμένες Πολιτείες
Η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, καθώς αποτέλεσαν τον βασικό εμπνευστή και την κυρίαρχη κινητήρια δύναμη πίσω από τον νέο μεγάλο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Οι ΗΠΑ κατέχουν εδώ και χρόνια την πρώτη θέση παγκοσμίως τόσο στην παραγωγή πετρελαίου όσο και φυσικού αερίου. Η πραγματική επανάσταση, ωστόσο, δεν ήταν αυτή καθαυτή η παραγωγή, αλλά η μετατροπή της χώρας σε κορυφαίο εξαγωγέα αργού πετρελαίου, διυλισμένων προϊόντων και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η κρίση του Ορμούζ παγίωσε ακριβώς αυτόν τον ρόλο, προσδίδοντάς του ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.
Για δεκαετίες οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούνταν πρωτίστως ο μεγαλύτερος καταναλωτής υδρογονανθράκων στον κόσμο. Σύμφωνα με στοιχεία του Energy Institute, στο τέλος του 2025 η αμερικανική κατανάλωση παρέμενε υψηλότερη ακόμη και από εκείνη της Κίνας, ξεπερνώντας το ένα δισεκατομμύριο τόνους πετρελαίου, έναντι 793 εκατομμυρίων τόνων της κινεζικής οικονομίας.
Ο πόλεμος με το Ιράν, όμως, κατέδειξε ότι ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών ως προμηθευτή πετρελαίου και LNG προς την παγκόσμια αγορά είναι πλέον εκείνος που καθορίζει τις εξελίξεις. Πρόκειται για έναν προμηθευτή που γνωρίζει καλά ότι η παγκόσμια ζήτηση για πετρέλαιο και φυσικό αέριο δεν αυξάνεται με τους ρυθμούς που θα επιθυμούσαν οι παραγωγοί και, για τον λόγο αυτό, αντιμετωπίζει με εξαιρετική σκληρότητα τους ανταγωνιστές του μεταξύ των άλλων εξαγωγικών χωρών.
Οι ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες έχουν ήδη βιώσει τις συνέπειες των αμερικανικών κυρώσεων. Πλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέδειξαν ότι διαθέτουν και στρατιωτικά μέσα επιρροής στις αγορές, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να «αποσυνδέσουν» τους ανταγωνιστές τους από τις διεθνείς ενεργειακές ροές. Η νέα πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν δεν οδήγησε μόνο στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, αλλά προκάλεσε και ιρανικά πλήγματα κατά των πετρελαϊκών και ενεργειακών υποδομών των κρατών παραγωγών του Περσικού Κόλπου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει πλέον να θεωρούνται ένας «προμηθευτής εκτοπισμού» — μια δύναμη που επιδιώκει να απομακρύνει τους ανταγωνιστές της από την αγορά χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο μέσο, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών και πολιτικών εργαλείων.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εισήγαγε μια εντελώς νέα αντίληψη για τη χρήση των ένοπλων συγκρούσεων. Πρόκειται για αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πόλεμος της βρύσης»: μια σύγκρουση που μπορεί να ανοίγει και να κλείνει κατά βούληση, ανάλογα με τις πολιτικές και οικονομικές ανάγκες της στιγμής.
Τα γεγονότα των μέσων Ιουλίου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τακτικής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά του Ιράν, η Τεχεράνη αντέδρασε περιορίζοντας εκ νέου τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, στη συνέχεια ο Ντόναλντ Τραμπ «πάγωσε» τον πόλεμο, εγκαινίασε το Παγκόσμιο Κύπελλο, γιόρτασε τα γενέθλιά του και την 250ή επέτειο της αμερικανικής ανεξαρτησίας και, αμέσως μετά, «άνοιξε ξανά τη βρύση», επαναφέροντας τη σύγκρουση.
Με τον τρόπο αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέδειξαν αφενός την ευαλωτότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων των ανταγωνιστών τους και αφετέρου υπενθύμισαν την ισχύ του αμερικανικού ναυτικού, το οποίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως απειλή για τη μεταφορά «ξένων» υδρογονανθράκων —συμπεριλαμβανομένης της επιβολής των αμερικανικών κυρώσεων— αλλά και ως εγγύηση για την ασφαλή μεταφορά των δικών τους ενεργειακών εξαγωγών.
Σήμερα, η ναυσιπλοΐα στην περιοχή του Ορμούζ εξαρτάται όχι μόνο από το Ιράν, αλλά και από τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αντιμετωπίζουν τον πόλεμο ως μια ελεγχόμενη κρίση, ικανή να τερματίζεται και να επανεκκινείται όποτε το επιβάλλουν οι στρατηγικές τους επιδιώξεις.
Υπό αυτή την έννοια, η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται καν να επιβάλει μια πλήρως φιλοαμερικανική αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, κατά το πρότυπο της Βενεζουέλας. Εκείνο που έχει σημασία είναι οι χώρες του Κόλπου και οι μεγάλοι εισαγωγείς υδρογονανθράκων να αντιλαμβάνονται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμήσουν, να διακόψουν οποιαδήποτε στιγμή τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.
Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης ο Ντόναλντ Τραμπ προέτρεπε επανειλημμένα τις χώρες να στραφούν στην αγορά αμερικανικών υδρογονανθράκων, ιδιαίτερα κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Κίνα τον Μάιο του 2026.
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας για τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η σημαντική άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Η αμερικανική παραγωγή αντιμετώπιζε ήδη τεχνικές δυσκολίες, καθώς αυξανόταν η περιεκτικότητα των γεωτρήσεων σε νερό και επιδεινωνόταν ο λόγος αερίου προς πετρέλαιο στα κοιτάσματα. Η αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων απαιτούσε νέες επενδύσεις, τις οποίες όμως οι παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου δεν ήταν διατεθειμένοι να πραγματοποιήσουν με τις χαμηλές τιμές που επικρατούσαν στις αρχές του 2026.
Η εκτίναξη των τιμών άλλαξε τα δεδομένα, καθιστώντας και πάλι ελκυστικές τις νέες επενδύσεις τόσο στα σχιστολιθικά κοιτάσματα όσο και στον Κόλπο του Μεξικού. Παράλληλα, εξηγεί εν μέρει και τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα, καθώς τα ιδιαίτερα δαπανηρά έργα στην περιοχή του ποταμού Ορινόκο καθίστανται πλέον οικονομικά βιώσιμα.
Η παραγωγή αργού πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες προσεγγίζει ήδη τα 14 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ εάν προστεθούν τα συμπυκνώματα και τα βιοκαύσιμα —τα λεγόμενα «liquids»— η συνολική παραγωγή αγγίζει τα 24 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης του Ορμούζ, οι Ηνωμένες Πολιτείες μετατράπηκαν για πρώτη φορά από το 1943 σε καθαρό εξαγωγέα αργού πετρελαίου. Τον Μάιο οι εξαγωγές έφτασαν στο ιστορικό επίπεδο των 5,6 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε και η σταδιακή αποδέσμευση ποσοτήτων από τα στρατηγικά αποθέματα.
Στην πράξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέλαβαν μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αγοράς πετρελαίου, από την οποία οι ρωσικές προμήθειες είχαν ήδη απομακρυνθεί. Σήμερα, σχεδόν το 50% των αμερικανικών εξαγωγών αργού κατευθύνεται προς την Ευρώπη.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η Ουάσιγκτον συνέχισε να αυξάνει τις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων. Σύμφωνα με την έκθεση του αμερικανικού Υπουργείου Ενέργειας για τον Ιούνιο, οι καθαρές εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων ανήλθαν στα 6,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Βεβαίως, η υπερβολική άνοδος των τιμών αυξάνει και το κόστος των καυσίμων στην αμερικανική αγορά, ενισχύοντας τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν την ταχύτερη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Για τον λόγο αυτό απαιτείται ισορροπία.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ διέκοψε προσωρινά τη στρατιωτική σύγκρουση, μόνο και μόνο για να την επανεκκινήσει λίγο αργότερα. Μια τέτοια τακτική επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου όχι μόνο μέσω των αγορών παραγώγων και των κερδοσκοπικών κινήσεων, αλλά και μέσω της διαχείρισης των ίδιων των πολεμικών συγκρούσεων.
Ο Δεύτερος Πυλώνας: OPEC+
Ο δεύτερος πυλώνας της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου είναι η συμμαχία OPEC+, στην οποία συμμετέχει και η Ρωσία. Σήμερα, όμως, η συμμαχία αυτή βρίσκεται υπό έντονη πίεση, καθώς η ολοένα πιο επιθετική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών συνιστά μια άμεση και πολυδιάστατη πρόκληση για τη συνοχή και την αποτελεσματικότητά της.
Η OPEC+ δημιουργήθηκε πριν από περίπου δέκα χρόνια με στόχο να ασκεί ουσιαστική επιρροή στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου μέσω του συντονισμού της παραγωγής. Για αρκετό χρονικό διάστημα η στρατηγική αυτή απέδωσε καρπούς. Ωστόσο, σταδιακά, η συνεχής αύξηση της αμερικανικής παραγωγής και των εξαγωγών εξελίχθηκε στον σημαντικότερο παράγοντα υπονόμευσης της αποτελεσματικότητας του οργανισμού.
Κάθε φορά που η OPEC+ περιόριζε την παραγωγή της προκειμένου να στηρίξει τις διεθνείς τιμές, δημιουργούνταν το λεγόμενο «φαινόμενο του δωρεάν επιβάτη» (free-rider effect). Οι χώρες που δεν συμμετείχαν στη συμφωνία —με προεξάρχουσες τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και τον Καναδά, τη Νορβηγία, τη Γουιάνα και τη Βραζιλία— συνέχιζαν να αυξάνουν ανενόχλητες την παραγωγή τους, αποσπώντας ολοένα μεγαλύτερα μερίδια αγοράς εις βάρος των μελών της OPEC+.
Έχοντας πλέον διαπιστώσει τη στρατηγική του πρώτου πυλώνα, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών, οι χώρες της OPEC+ βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα. Δεν μπορούν πλέον να λειτουργούν απλώς ως ένας μηχανισμός που αυξομειώνει την παραγωγή προκειμένου να σταθεροποιεί τις τιμές της αγοράς.
Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν το μερίδιο αγοράς της OPEC+ όχι μόνο μέσω οικονομικών εργαλείων, αλλά και αξιοποιώντας στρατιωτικά και γεωπολιτικά μέσα. Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά και η αναστολή της ομαλής λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ για τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της κρίσης του Ορμούζ η OPEC+ έχασε ουσιαστικά και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως πλήρως ευθυγραμμισμένο εταίρο. Η παραγωγή πετρελαίου της χώρας ανήλθε τον Ιούνιο στα 3,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, γεγονός που αποτυπώνει τη μεταβολή των ισορροπιών στο εσωτερικό της συμμαχίας.
Τον ίδιο μήνα, οι χώρες της OPEC+ που συμμετέχουν στη συμφωνία παρήγαγαν συνολικά 27,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που υπολείπεται των συμφωνημένων στόχων κατά περισσότερο από 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Σύμφωνα με την ανάλυση του συγγραφέα, αυτό ακριβώς το χαμένο παραγωγικό δυναμικό αντανακλά το κόστος που έχει επιβάλει η επιθετική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ακόμη και αν ληφθούν υπόψη όλα τα κράτη-μέλη της OPEC+, ανεξαρτήτως των ποσοστώσεων της συμφωνίας, η συνολική παραγωγή ανέρχεται στα 36,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το επίπεδο σημαίνει ότι η συμμαχία ελέγχει πλέον λιγότερο από το 40% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Παράλληλα, μια ενδεχόμενη αποχώρηση επιμέρους χωρών από την OPEC+ θα μετέτρεπε πολλούς παραγωγούς σε μικρότερους και περισσότερο ευάλωτους «παίκτες», οι οποίοι δύσκολα θα μπορούσαν να αντέξουν την πίεση του κυρίαρχου πλέον πυλώνα της αγοράς, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη αναθεώρησης της στρατηγικής της OPEC+ σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο ενεργειακό περιβάλλον καθίσταται περισσότερο επιτακτική από ποτέ.
Ο Τρίτος Πυλώνας: Η Κίνα
Ο τρίτος πυλώνας της νέας αρχιτεκτονικής της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου είναι η Κίνα. Η ανάδειξη του ρόλου της αποτελεί ίσως ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα που προέκυψαν από την κρίση των Στενών του Ορμούζ.
Κατά τις πρώτες ημέρες της κρίσης, πολλοί δυτικοί αναλυτές προειδοποιούσαν ότι, εάν το κλείσιμο των Στενών διαρκούσε περισσότερο από έναν μήνα, η διεθνής αγορά θα οδηγούνταν σε πραγματική καταστροφή, με τις τιμές του πετρελαίου να εκτοξεύονται ακόμη και στα 150 δολάρια ανά βαρέλι.
Η Κίνα, ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, θεωρούνταν ο πιθανότερος μεγάλος χαμένος μιας τέτοιας εξέλιξης.
Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη.
Ο βασικός λόγος ήταν ότι το Πεκίνο αξιοποίησε τα στρατηγικά και εμπορικά του αποθέματα, τα οποία πριν από την κρίση ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 1,2 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου.
Κατά την περίοδο 2024–2025, η Κίνα είχε ήδη υλοποιήσει ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα δημιουργίας στρατηγικών αποθεμάτων στην ιστορία της, προετοιμαζόμενη ουσιαστικά για ένα ενδεχόμενο σοκ στα Στενά του Ορμούζ.
Ως αποτέλεσμα, το Πεκίνο περιόρισε δραστικά τις εισαγωγές του χωρίς να επηρεαστεί η εγχώρια κατανάλωση, αν και αναγκάστηκε να μειώσει τις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων.
Συγκρίνοντας τον Μάιο του 2026 με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, οι αγορές πετρελαίου από το εξωτερικό μειώθηκαν κατά περισσότερους από 13 εκατομμύρια τόνους, δηλαδή σχεδόν κατά 100 εκατομμύρια βαρέλια. Παράλληλα, κατά το διάστημα Ιανουαρίου–Μαΐου, οι συνολικές εισαγωγές πετρελαίου υποχώρησαν περίπου κατά 5% σε ετήσια βάση, ενώ σημαντικό μέρος των κινεζικών στρατηγικών αποθεμάτων παρέμεινε ανέπαφο.
Παρ’ όλα αυτά, η ενεργειακή αντιπαράθεση μεταξύ των τριών πυλώνων συνεχίζεται.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ουσιαστικά εντάξει τη Βενεζουέλα στη δική τους γεωπολιτική σφαίρα επιρροής, στερώντας από την Κίνα έναν σημαντικό προμηθευτή πετρελαίου. Παράλληλα, η πίεση προς το Ιράν συνεχίζεται, τη στιγμή που είναι κοινό μυστικό ότι το μεγαλύτερο μέρος του ιρανικού πετρελαίου καταλήγει στην κινεζική αγορά.
Την ίδια στιγμή, η ολοένα πιο επιθετική προώθηση των αμερικανικών ενεργειακών πόρων προκαλεί πλέον σαφείς αντιδράσεις από το Πεκίνο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται πρόθυμος να κλιμακώνει τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, επιβάλλοντας δασμούς, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να προωθήσει τις αμερικανικές εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την κινεζική αγορά.
Η κινεζική απάντηση είναι αποκαλυπτική: εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο η χώρα δεν εισάγει ούτε πετρέλαιο ούτε LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κινεζική ηγεσία αντιλαμβάνεται πλέον ότι η δημιουργία μιας τεχνητής έλλειψης πετρελαίου αποτελεί ένα απολύτως ρεαλιστικό ενδεχόμενο, στο οποίο οφείλει να προετοιμαστεί να απαντήσει.
Η επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας με τον πρώτο πυλώνα, δηλαδή τις Ηνωμένες Πολιτείες, διαγράφεται εξαιρετικά δύσκολη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η Ουάσιγκτον έχει ήδη εδραιώσει την κυριαρχία της στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά.
Κατά συνέπεια, το Πεκίνο καλείται να εμβαθύνει τη συνεργασία του με τον δεύτερο πυλώνα, την OPEC+, συμβάλλοντας παράλληλα στη διαμόρφωση νέων κανόνων για το διεθνές εμπόριο πετρελαίου.
Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να περιλαμβάνει την περαιτέρω επέκταση των συναλλαγών πετρελαίου σε γιουάν, καθώς και την ενίσχυση του ρόλου των κινεζικών χρηματιστηρίων ως εναλλακτικών διεθνών κέντρων διαπραγμάτευσης.
Επίλογος
Η κρίση των Στενών του Ορμούζ απέδειξε ότι το πετρέλαιο εξακολουθεί να αποτελεί ένα απολύτως αναντικατάστατο στρατηγικό αγαθό και ότι ακόμη και η τεχνητή δημιουργία ελλείψεων μπορεί να προκαλέσει σοβαρούς κλυδωνισμούς στην παγκόσμια οικονομία.
Ταυτόχρονα, η εποχή της σχετικής ηρεμίας και της προβλέψιμης λειτουργίας της αγοράς φαίνεται να ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Η επιδίωξη των Ηνωμένων Πολιτειών να εδραιώσουν την παγκόσμια ενεργειακή τους κυριαρχία έχει δημιουργήσει πρωτοφανείς αναταράξεις, τόσο στις αλυσίδες εφοδιασμού όσο και στους μηχανισμούς του διεθνούς εμπορίου.
Ωστόσο, η πρόκληση αυτή δεν είναι αναπόφευκτη. Θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μέσα από τη διαμόρφωση νέων μορφών συνεργασίας μεταξύ των μεγάλων παραγωγών και των βασικών καταναλωτών, στη βάση διαφορετικών κανόνων και νέων γεωοικονομικών ισορροπιών.
Η γεωπολιτική δεν επέστρεψε απλώς στον κόσμο του πετρελαίου. Έχει πλέον καταλάβει την κεντρική θέση σε αυτόν, μετατρέποντας την ενέργεια σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία άσκησης διεθνούς ισχύος στον 21ο αιώνα.

