Η αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφάλειας θα απαιτήσει αναπόφευκτα από την Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί ολοένα και πιο συγκεντρωτική και κατευθυντική στη λήψη αποφάσεων, περιορίζοντας έτσι την πραγματική κυριαρχία των κρατών-μελών της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον η ίδια η ΕΕ —και τα κράτη που τη συγκροτούν— είναι έτοιμα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ιδίως δεδομένων των έντονων ανισοτήτων ως προς τις δυνατότητες και τις ικανότητές τους. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, το γαλλογερμανικό δίδυμο να αποτελέσει το πλαίσιο μιας τέτοιας κεντρικοποίησης;

Σπάνια στην ιστορία της έχει βρεθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμέτωπη με προκλήσεις αντίστοιχου μεγέθους με τις σημερινές. Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η ΕΕ βρισκόταν σε διαρκή άνοδο. Η διεύρυνσή της υπήρξε τόσο ποσοτική όσο και ποιοτική. Οι πανευρωπαϊκοί θεσμοί και το ευρωπαϊκό δίκαιο ενισχύθηκαν, ενώ η διπλωματία και η πολιτική ασφάλειας άρχισαν να αποκτούν συνεκτική μορφή. Σταδιακά, η Ένωση προσέγγισε τα χαρακτηριστικά μιας συνομοσπονδίας ή ακόμη και μιας ομοσπονδίας. Ωστόσο, της έλειψαν οι συγκεντρωτικές δομές ασφάλειας που θα της επέτρεπαν να εξελιχθεί σε πλήρες κράτος ή ακόμη και υπερκράτος — πρωτίστως οι ένοπλες δυνάμεις.

Η ΕΕ παρέμεινε ο νεότερος εταίρος του ΝΑΤΟ και τμήμα της ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες διαδραμάτιζαν τον ηγετικό ρόλο. Ωστόσο, το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ένωσης έχει σταδιακά απομακρυνθεί από το επίπεδο της καθαρής θεωρίας. Παρά το γεγονός ότι διατήρησε τον ρόλο ενός οικονομικού γίγαντα, οι Βρυξέλλες παρέμεναν επί μακρόν πολιτικός νάνος. Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτούργησε ως ισχυρός πολιτικός καταλύτης για τη διεύρυνση των πολιτικών επιλογών της ΕΕ, αν και οι προϋποθέσεις αυτής της δυναμικής είχαν διαμορφωθεί ήδη από νωρίτερα. Παρόμοια κίνητρα αναδύονται και σε άλλους τομείς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάστηκε να δώσει άμεσες απαντήσεις στο διαχρονικό ερώτημα του «τι πρέπει να γίνει», λειτουργώντας ταυτόχρονα σε πολλαπλές γεωπολιτικές σκακιέρες.

Τι να γίνει με τις Ηνωμένες Πολιτείες;

Έναν χρόνο πριν, ένα τέτοιο ερώτημα δύσκολα θα απασχολούσε τους Ευρωπαίους. Βρυξέλλες και Ουάσινγκτον ήταν στενά ευθυγραμμισμένες στο ζήτημα της ανάσχεσης της Ρωσίας, ενώ υπήρχε κοινό έδαφος και ως προς την εντεινόμενη αντιπαράθεση με την Κίνα. Οι οικονομικοί δεσμοί παρέμεναν ισχυροί και η στρατιωτικοπολιτική ολοκλήρωση είχε αναβιώσει. Το ΝΑΤΟ υποδέχθηκε δύο νέα κράτη-μέλη της ΕΕ — τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Αν και αναμένονταν αιφνιδιασμοί από τον Ντόναλντ Τραμπ, η εμπειρία της πρώτης του θητείας λειτουργούσε ως ένδειξη σχετικής προβλεψιμότητας. Επιπλέον, οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι είχαν ήδη κινηθεί προς την κατεύθυνση των απαιτήσεών του: αύξηση των αμυντικών δαπανών, αγορές αμερικανικής ενέργειας, εγκατάλειψη των ρωσικών πρώτων υλών κ.ά.

Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος υπερέβη τις προσδοκίες, αιφνιδιάζοντας την ΕΕ σε πολλαπλά μέτωπα. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται η ειδική στάση του στο ουκρανικό ζήτημα, οι εδαφικές φιλοδοξίες του για τη Γροιλανδία (η οποία ανήκει τυπικά στη Δανία, κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ), ένας εμπορικός πόλεμος που πλήττει ευρωπαϊκές οικονομίες, επικριτικές αναφορές προς την «Παλαιά Ήπειρο» σε δογματικά κείμενα και δηλώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων, καθώς και μια απροκάλυπτη πολιτική επιβολής ισχύος. Ένας στενός σύμμαχος και βασικός εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας μετατράπηκε, μέσα σε λίγους μήνες, σε έναν ψυχρό, υπολογιστικό και απρόβλεπτο παίκτη.

Η μέχρι στιγμής στάση της ΕΕ απέναντι στο αμερικανικό ζήτημα αποκαλύπτει μια τακτική αναμονής. Μεσοπρόθεσμα, ο στόχος είναι να «ξεπεραστεί» η θητεία Τραμπ, η οποία λήγει σε τρία χρόνια, με την προσδοκία ότι μια νέα κυβέρνηση —εφόσον επικρατήσουν οι Δημοκρατικοί— θα μεταβάλει την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον. Βραχυπρόθεσμα, η στρατηγική συνίσταται στην αποφυγή της σύγκρουσης: εκμετάλλευση των προσωπικών χαρακτηριστικών του προέδρου (έπαινος, αποφυγή δημόσιας κριτικής), παραχωρήσεις σε επιμέρους ζητήματα ή παρουσίαση ως «συμβιβασμών» εξελίξεων που θεωρούνται αναπόφευκτες, όπως οι αγορές οπλικών συστημάτων και ενέργειας από τις ΗΠΑ ή η αναπροσαρμογή του εμπορικού ισοζυγίου υπέρ της Ουάσινγκτον.

Το ζήτημα της Γροιλανδίας θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την ίδια λογική. Ο αμερικανικός στρατός ασκεί de facto έλεγχο στο νησί εδώ και δεκαετίες. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν επίσημα σύμμαχος της Δανίας και άλλων χωρών της ΕΕ. Γιατί λοιπόν να μη γίνει μια υποχώρηση — ιδίως αν αυτή παρουσιαστεί ως προϊόν δημοκρατικής διαδικασίας;

Βεβαίως, ο Δανός βασιλιάς ή πρωθυπουργός δεν πρόκειται να απαχθεί από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις ούτε να βρεθεί αντιμέτωπος με κατηγορίες σε ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ. Ωστόσο, η Δανία ενδέχεται να ηττηθεί μέσω της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας.

Η αντίληψη της ΕΕ για τον Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη της ρωσικής αριστοκρατίας απέναντι στον αυτοκράτορα Παύλο Α΄. Ο Παύλος ήταν διαβόητος για την εκκεντρικότητά του και εξαιρετικά αντιδημοφιλής, μέχρι που έπεσε θύμα μιας αναπόφευκτης συνωμοσίας του περιβάλλοντός του. Ωστόσο, η προσδοκία ότι τα προβλήματα με τις ΗΠΑ θα λυθούν απλώς με μια αλλαγή ηγεσίας στηρίζεται σε εύθραυστα θεμέλια. Σε αντίθεση με τον Ρώσο αυτοκράτορα, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είναι απομονωμένος: υποστηρίζεται από μια δυναμική πολιτική ομάδα, ευρεία λαϊκή βάση και μια συνεκτική ιδεολογία. Η αποχώρηση του Τραμπ είναι απίθανο να επιλύσει το «αμερικανικό πρόβλημα» της ΕΕ· αντίθετα, οι νεότεροι διάδοχοί του ενδέχεται να ασκήσουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση στους Ευρωπαίους συμμάχους.

Ρωσία;

Στην πολιτική ρητορική της ΕΕ, η Ρωσία κατέχει τη θέση του σημαντικότερου και πιο επικίνδυνου αντιπάλου. Η προσέγγιση αυτή παγιώθηκε μετά τον Φεβρουάριο του 2022, αλλά είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ήδη από την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. Σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διατήρηση μιας συγκρουσιακής στάσης απέναντι στη Ρωσία είναι εννοιολογικά ευκολότερη, καθώς οι ταυτότητες των δύο πλευρών εμπεριέχουν μακρόβια, ιστορικά εδραιωμένα πρότυπα αμοιβαίας αντίληψης του «σημαντικού άλλου». Αντιθέτως, τέτοια πρότυπα είτε δεν έχουν διαμορφωθεί είτε έχουν ατονήσει στη σχέση ΕΕ–ΗΠΑ.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η ευρωπαϊκή πολιτική έναντι της Ρωσίας χαρακτηρίζεται από μια ενεργητική στρατηγική ανάσχεσης: συστηματική διακοπή εμπορικών και οικονομικών δεσμών ακόμη και με κόστος για την ίδια την ΕΕ, εκτεταμένη στρατιωτική και πολιτική στήριξη της Ουκρανίας, επανεξοπλισμό και ανασύσταση του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, καθώς και προσπάθειες επηρεασμού τρίτων χωρών στις συναλλαγές τους με τη Ρωσία, για να μην αναφερθούμε στον πληροφοριακό και ιδεολογικό πόλεμο. Το πρόβλημα για τις Βρυξέλλες είναι ότι τα αποτελέσματα είναι σε μεγάλο βαθμό αρνητικά. Ναι, η Ουκρανία διατηρείται όρθια. Ναι, η Ρωσία υφίσταται οικονομικό πλήγμα. Ναι, οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται και η πολεμική βιομηχανία ανακάμπτει αργά. Όμως η Ρωσία παραμένει παρούσα.

Η ρωσική οικονομία έχει αναπροσανατολιστεί, η αγορά της για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχει χαθεί, οι εχθροπραξίες στην Ουκρανία συνεχίζονται και το στρατιωτικοβιομηχανικό της σύμπλεγμα λειτουργεί πλήρως. Το δε πυρηνικό της οπλοστάσιο καθιστά ανούσιες λύσεις τύπου Γιουγκοσλαβίας ή Λιβύης. Παράλληλα, η Ρωσία διαθέτει πλέον δικά της χρηματοπιστωτικά και πληροφοριακά δίκτυα, δύσκολα επηρεάσιμα από την ΕΕ.

Το θετικό στοιχείο για την Ένωση είναι ότι η Μόσχα δύσκολα σχεδιάζει στρατιωτική επέκταση εις βάρος των ίδιων των κρατών-μελών της. Ένας τέτοιος πόλεμος δεν έχει ούτε πολιτική ούτε πρακτική λογική για τη Ρωσία, αν και η απάντηση σε υποθετική επίθεση του ΝΑΤΟ παραμένει στο τραπέζι. Η Ρωσία δεν διαθέτει τα μέσα —ούτε την πρόθεση— να πλήξει σοβαρά την ΕΕ μέσω εμπορικών πολέμων ή μάχης για τη δημόσια γνώμη. Οι υπερσυντηρητικές δυνάμεις ενδέχεται να φαίνονται εκ πρώτης όψεως βολικές για τη Μόσχα, όμως η εμπειρία δείχνει ότι κυβερνήσεις συντηρητικών ή λαϊκιστών σπανίως αποτελούν χρήσιμους εταίρους στην εξωτερική πολιτική. Η Πολωνία, παράδειγμα παραδοσιακών αξιών, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των αντιπάλων της Ρωσίας.

Με άλλα λόγια, η Ρωσία αποτελεί έναν «βολικό εχθρό». Μπορεί να αντιμετωπίζεται μέσω της Ουκρανίας και να επωμίζεται το βάρος του «ποιος φταίει», με σχετικά χαμηλό ρίσκο για τους Ευρωπαίους. Η ευρωπαϊκή τακτική είναι ταυτόχρονα ηχηρή και αναμονής: σκληρή ρητορικά, αλλά βασισμένη στην ελπίδα ότι η Ρωσία θα καταρρεύσει από μόνη της. Πολλοί στηρίζουν ακόμη αυτό το σενάριο. Το πρόβλημα είναι ότι, όπως και ο Ντόναλντ Τραμπ, έτσι και ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν μοιάζει με τον τσάρο Παύλο Α΄. Ενώ οι Βρυξέλλες περιμένουν το «μοιραίο χτύπημα», η Ρωσία συνεχίζει τη δική της πορεία. Φαίνεται πως η Ουάσινγκτον ήταν η πρώτη που το συνειδητοποίησε.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης