Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του zougla.gr στην Google

Η παγκόσμια κοινότητα αρχίζει να αντιλαμβάνεται την αλήθεια για το σύστημα του δολαρίου, καθώς η ολοένα πιο σφοδρή αντιπαράθεση με τον Τραμπ φέρνει στην επιφάνεια, δημοσίως πλέον, πολλά από τα πιο δυσάρεστα μυστικά της αμερικανικής πολιτικής.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσαντ, παρουσίασε την πρόσφατη αμερικανοϊαπωνική παρέμβαση στις παγκόσμιες αγορές συναλλάγματος —τις μεγαλύτερες χρηματοπιστωτικές αγορές στον κόσμο— για τη στήριξη του εξασθενούντος ιαπωνικού γιεν ως πράξη αλληλεγγύης προς έναν σύμμαχο. Σε συνέντευξή του στη Nikkei, υποστήριξε ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών αγόρασε γιεν προκειμένου να αποτραπεί μια ευρύτερη ασιατική νομισματική κρίση, σημειώνοντας ότι «πολλά ασιατικά νομίσματα ακολουθούν το ιαπωνικό γιεν».

Ο πρόεδρος Τραμπ το παρουσίασε ως «σήμα φιλίας» και ως εξέλιξη «επωφελή για την παγκόσμια οικονομία». Δεν παρέλειψε, βεβαίως, να προσθέσει και τη γνωστή τραμπική αιχμή: «Είμαστε πολύ ισχυροί — πολύ, πολύ ισχυροί — οικονομικά. Αυτοί, ξέρετε, έχουν ένα γιεν που αποδυναμώνεται και ήθελαν λίγη βοήθεια. Και εμείς είμαστε πάντα εκεί για την Ιαπωνία. Η Ιαπωνία υπήρξε πολύ καλή μαζί μας, με εξαίρεση, φυσικά, το Περλ Χάρμπορ».

Ωστόσο, πίσω από αυτή την παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος κρύβονται πολύ περισσότερα από την αμερικανική «καλοσύνη» προς έναν σύμμαχο. Και όσο εκπληκτικό κι αν είναι αυτό, ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι πλέον αναγνωρίζεται και συζητείται ανοιχτά στον κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό Τύπο. Οι αλήθειες για το σύστημα του δολαρίου σπάνια εμφανίζονται τόσο καθαρά.

Για δεκαετίες, η συζήτηση γύρω από το σύστημα του δολαρίου —που κυριαρχείται από έναν μικρό κύκλο, κυρίως Αμερικανών, ακαδημαϊκών και αναλυτών— επικεντρωνόταν στη δύναμη και την αντοχή του. Η κυριαρχία του αποδιδόταν συνήθως στην οικονομική και στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και, τελικά, σε αυτό που συχνά περιγράφεται ως «ευρείες και βαθιές χρηματοπιστωτικές αγορές».

Από τότε όμως που ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε για δεύτερη φορά τις εκλογές, και ιδίως από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, άρχισαν να ακούγονται ολοένα πιο έντονες παραφωνίες σε αυτή την κατά τα άλλα συναινετική αφήγηση.

Χάρη, κυρίως, στην προκλητική, απροκάλυπτη και —θα μπορούσε κανείς να προσθέσει— απρόβλεπτη επιδίωξη της ατζέντας MAGA από τον Τραμπ, οι επικριτές του, τόσο εκτός όσο και εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, άρχισαν να μιλούν όλο και πιο ανοιχτά για τα προβλήματα του συστήματος του δολαρίου, αποδίδοντάς τα, ως επί το πλείστον, στον ίδιο τον Τραμπ.

Έτσι, ο κόσμος αρχίζει να μαθαίνει την αλήθεια για το σύστημα του δολαρίου, καθώς η ολοένα πιο σφοδρή πολιτική σύγκρουση γύρω από τον Τραμπ έχει μετατρέψει το ξέπλυμα των πιο δυσάρεστων πολιτικών «άπλυτων» σε δημόσιο θέαμα.

Υπάρχουν, φυσικά, οι αναπόφευκτες καταγγελίες για την πρόσφατη «οπλοποίηση» του συστήματος του δολαρίου, η οποία, αντί να αποδεικνύεται αποτελεσματική, αποκαλύπτει τις ίδιες τις αδυναμίες του συστήματος. Όπως έχει επισημανθεί, όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνουν την πίεση, τόσο περισσότερες χώρες θα αναζητούν τρόπους να απεξαρτηθούν από την ισχύ του δολαρίου, γεγονός που πιθανότατα θα οδηγήσει την Ουάσιγκτον σε ακόμη μεγαλύτερη πίεση.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μια αποτελεσματική χρηματοπιστωτική «οπλοποίηση», αλλά η αποκάλυψη ότι το σύστημα του δολαρίου μοιάζει περισσότερο με νεροπίστολο παρά με ΑΚ-47.

Την ίδια στιγμή, η περίφημη στήλη Lex των Financial Times επισήμανε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει πλέον περισσότερα αποθέματα χρυσού από ό,τι δολάρια. Αν ακόμη και οι πιο πιστοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών επιλέγουν ένα διαφορετικό αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο, αυτό κάτι λέει.

Και ένας ακόμη αρθρογράφος έθεσε το ζήτημα με απλό τρόπο: το σύστημα του δολαρίου εξαρτάται από τεράστιες εισροές κεφαλαίων, οι οποίες πλέον απειλούνται από πολλές πλευρές. Από την κυριαρχία μιας χούφτας εταιρειών που επενδύουν στην τεχνητή νοημοσύνη στο αμερικανικό χρηματιστήριο —κυριαρχία που ήδη αρχίζει να εξασθενεί— έως τη δυσκολία των επενδυτών σε δολαριακά περιουσιακά στοιχεία να διαθέσουν κεφάλαια για το αμερικανικό σύστημα, όταν τα χρειάζονται για τόσες άλλες ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων των δικών τους αυξανόμενων οικονομικών και στρατιωτικών δαπανών.

Παράλληλα, αυξάνεται η δυσαρέσκεια άλλων χωρών απέναντι στη νομισματική αδυναμία που συχνά αποτελεί την άλλη όψη της ισχύος του δολαρίου. Και αυτή η μειούμενη ανοχή αναπόφευκτα ασκεί περαιτέρω πίεση στο ίδιο το αμερικανικό νόμισμα.

Αυτή η τελευταία πιθανότητα έγινε πραγματικότητα με την πρόσφατη αδυναμία του γιεν, η οποία προκλήθηκε από έναν συνδυασμό παραγόντων. Μεταξύ αυτών ήταν η αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων μετά το πληθωριστικό κύμα της μεταπανδημικής περιόδου, οι ανάγκες του λεγόμενου carry trade —δηλαδή ο φθηνός δανεισμός σε γιεν για την πραγματοποίηση μοχλευμένων επενδύσεων στις αμερικανικές αγορές— καθώς και η ανάγκη το γιεν να παραμείνει φθηνό ακόμη και μετά τη μετάβαση της Ιαπωνίας σε θετικά επιτόκια.

Σε όλα αυτά προστέθηκε ο αυξανόμενος πληθωρισμός, ο οποίος καθιστά ακριβότερες τις κρίσιμες εισαγωγές της Ιαπωνίας. Το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί δραματικά από τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο εναντίον του Ιράν.

Η Ιαπωνία βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση ως προς την ανοχή μιας περαιτέρω αποδυνάμωσης του γιεν. Ο πληθωρισμός ήδη πιέζει τις ιαπωνικές οικογένειες και τις επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν συνηθίσει επί δεκαετίες σε σταθερές ή ακόμη και μειούμενες τιμές. Ένα ασθενέστερο γιεν μπορεί μόνο να επιδεινώσει την κατάσταση.

Εάν το πρόβλημα πρόκειται να αντιμετωπιστεί, υπάρχουν δύο επιλογές. Και οι δύο, όμως, έχουν δυνητικά τεράστιες αρνητικές συνέπειες για το δολάριο.

Η πρώτη είναι η παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα αποθέματά της σε δολάρια —τα οποία συνήθως διατηρεί σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα— για να αγοράσει γιεν και να στηρίξει το νόμισμα. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι η Ιαπωνία είναι σήμερα ο μεγαλύτερος μεμονωμένος ξένος κάτοχος αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Αυτό, όμως, είναι ακριβώς το σενάριο που η Ουάσιγκτον θα ήθελε να αποφύγει.

Μια τέτοια κίνηση θα έριχνε στην αγορά ακόμη περισσότερα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, σε μια αγορά που φαίνεται ήδη να έχει χορτάσει από αυτά και ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο καταιγισμό εκδόσεων.

Σε αυτές περιλαμβάνονται ο αυξημένος δανεισμός και τα υψηλότερα αμερικανικά δημοσιονομικά ελλείμματα που συσσωρεύει ο Τραμπ, με την εμμονή του στις φορολογικές περικοπές και την αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού κατά μισό τρισεκατομμύριο δολάρια. Όλα αυτά θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη έκδοση αμερικανικών κρατικών ομολόγων, τα οποία η αγορά θα πρέπει να βρει τη διάθεση —και τη δυνατότητα— να απορροφήσει.

Στον ίδιο καταιγισμό θα προστεθούν οι νέες εκδόσεις που θα απαιτηθούν λόγω του αυξημένου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγκάστηκαν να αυξήσουν τα επιτόκια για να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό, μέχρι στιγμής χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Τέλος, στις αγορές κατευθύνεται και ένα νέο κύμα μετοχικών και ομολογιακών εκδόσεων, τροφοδοτούμενο από τη φούσκα των αμερικανικών επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.

Όλα αυτά ασκούν υπερβολική πίεση στις αγορές αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων που είναι εκφρασμένα σε δολάρια —δηλαδή στο θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται ολόκληρο το σύστημα του δολαρίου.

Η δεύτερη επιλογή για την Ιαπωνία είναι η αύξηση των επιτοκίων της.

Είναι αλήθεια ότι η πρωθυπουργός Σανάε Τακαΐτσι δεν τάσσεται υπέρ αυτής της επιλογής, ούτε και το ισχυρό πολιτικό και επιχειρηματικό λόμπι που στηρίζει την πολιτική της για επαναφορά της οικονομίας σε υψηλότερους ρυθμούς πληθωρισμού και ανάπτυξης. Ωστόσο, όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή η επιλογή, ενδέχεται τελικά να μην υπάρχει εναλλακτική.

Από τη δική μας σκοπιά, το σημαντικότερο είναι ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν ακόμη χειρότερη για το σύστημα του δολαρίου απ’ ό,τι για την Ιαπωνία —τουλάχιστον για δύο λόγους.

Πρώτον, υψηλότερα ιαπωνικά επιτόκια θα υπονόμευαν το carry trade, μέσω του οποίου ο φθηνός δανεισμός στην Ιαπωνία έχει διευκολύνει τη μοχλευμένη διαπραγμάτευση που υπήρξε τόσο σημαντική για τη διατήρηση των υψηλών τιμών των δολαριακών περιουσιακών στοιχείων. Και από αυτές τις τιμές εξαρτάται τελικά η συνεχής εισροή κεφαλαίων στο σύστημα του δολαρίου.

Δεύτερον, τα υψηλότερα επιτόκια στην Ιαπωνία θα περιόριζαν άμεσα και τη ζήτηση για αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια, καθώς κεφάλαια θα κατευθύνονταν προς τα υψηλότερης απόδοσης ιαπωνικά ομόλογα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση παρενέβη στις αγορές συναλλάγματος για να «σώσει το γιεν».

Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αγόρασαν γιεν πουλώντας δολάρια, αλλά αγόρασαν γιεν πουλώντας ευρώ —και μάλιστα χωρίς προηγουμένως να ενημερώσουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Μια ακόμη ένδειξη ότι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ καλούνται πλέον να λειτουργούν ως υποτελείς.

Πέρα από αυτά τα μακροχρόνια προβλήματα που πλέον ωριμάζουν, η αξιοπιστία της Federal Reserve έχει επίσης τεθεί υπό αμφισβήτηση από μια σειρά πρόσφατων εξελίξεων.

Καταρχάς, υπάρχει η στήριξη που παρείχε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ στις αγορές περιουσιακών στοιχείων μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης μετά το 2008, αλλά και, πιο πρόσφατα, η καθυστερημένη αντίδραση του πρώην προέδρου της Fed, Τζέι Πάουελ, απέναντι στον πληθωρισμό.

Και ενώ βρίσκεται στην εξουσία, ο Τραμπ έχει παρέμβει με ασυνήθιστο και επικίνδυνο τρόπο στην πολιτική της υποτίθεται «ανεξάρτητης» Federal Reserve, απαιτώντας χαμηλότερα επιτόκια.

Ο υπουργός Οικονομικών του, Σκοτ Μπέσαντ, έχει αναγνωρίσει ανοιχτά —και μάλιστα έχει επιδείξει ως επίτευγμα— τον πολιτικό χαρακτήρα των αποφάσεων της Federal Reserve. Και τώρα, νέα ερωτήματα σχετικά με τη στρατηγική και την επάρκεια του νέου προέδρου της Fed, Κέβιν Γουόρς, ο οποίος διορίστηκε από την κυβέρνηση Τραμπ, έχουν ήδη αρχίσει να διατυπώνονται.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ακόμη και ένας μελετητής όπως ο Μπάρι Άιχενγκριν, ο οποίος επί χρόνια υπογράμμιζε τη δύναμη του δολαρίου, θεωρεί πλέον ότι το σημαντικότερο δίδαγμα από την παρέμβαση υπέρ του γιεν είναι πως η εξέλιξη αυτή φέρνει το σύστημα του δολαρίου στα όριά του.

Η ουσία, υποστηρίζει, είναι ότι η Ουάσιγκτον, φοβούμενη τις συνέπειες για τις αμερικανικές χρηματοπιστωτικές αγορές, διστάζει να δει ξένες κεντρικές τράπεζες να χρησιμοποιούν τα αποθέματά τους σε δολάρια. Και αυτό μας λέει κάτι κρίσιμο: το δολάριο δεν αποτελεί πλέον το ελκυστικό αποθεματικό νόμισμα που ήταν κάποτε.

Όταν το μήνυμα αυτό γίνει πλήρως αντιληπτό, άλλες χώρες θα εντείνουν την αναζήτησή τους για πιο ελκυστικές και άμεσα αξιοποιήσιμες εναλλακτικές. Η διαφοροποίηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων είναι πιθανό να επιταχυνθεί.

Να, λοιπόν, η αλήθεια — από το στόμα ενός από τους σημαντικότερους ακαδημαϊκούς που επί χρόνια υπερασπίστηκαν τη θέση του δολαρίου.

Και το χειρότερο είναι ότι η ίδια η παρέμβαση δεν υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής. Λίγες μόλις ημέρες αργότερα, το γιεν είχε χάσει περίπου τα μισά από τα κέρδη που είχε σημειώσει.

Από εδώ και πέρα, η πορεία του δολαρίου —και ολόκληρου του συστήματος που έχει οικοδομηθεί γύρω από αυτό— αναμένεται να είναι πολύ πιο δύσκολη, ασταθής και απρόβλεπτη.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο αν η Ουάσιγκτον προσπάθησε να σώσει το γιεν.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, παρεμβαίνοντας για να στηρίξει το ιαπωνικό νόμισμα, προσπαθεί στην πραγματικότητα να σώσει κάτι πολύ μεγαλύτερο: το ίδιο το σύστημα του δολαρίου.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης