Κάθε εργαζόμενος στην ευρωπαϊκή ένωση έχει ορισμένα βασικά δικαιώματα στους εξής τομείς:

Υγεία και ασφάλεια στον χώρο εργασίας: γενικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, χώροι και εξοπλισμός εργασίας, συγκεκριμένοι κίνδυνοι και ευάλωτες ομάδες εργαζομένων,
ισότητα ευκαιριών για άνδρες και γυναίκες: ίση μεταχείριση στην εργασία, έγκυες εργαζόμενες, άδεια μητρότητας, γονική άδεια,
προστασία κατά των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής καταγωγής, θρησκείας, ηλικίας, αναπηρίας και σεξουαλικού προσανατολισμού,

εργατικό δίκαιο: μερική απασχόληση, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, χρόνος εργασίας, απασχόληση των νέων, ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζομένους.

Κάθε χώρα της ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να μεριμνά ώστε η εθνική της νομοθεσία να προστατεύει τα δικαιώματα αυτά, τα οποία κατοχυρώνονται με τη νομοθεσία της ΕΕ περί απασχόλησης (Οδηγίες).

Εάν θεωρείτε ότι τα δικαιώματά σας δεν γίνονται σεβαστά, πρέπει κατ’ αρχάς να προσφύγετε στην επιθεώρηση εργασίας, στο εργατικό δικαστήριο, κ.λπ. της χώρας. Ως υπερεργασία νοείται η εργασία εκείνη που παρέχεται πέρα από το καθορισμένο συμβατικά εβδομαδιαίο ωράριο (40ωρο) και μέχρι να συμπληρωθεί το νόμιμο ωράριο εργασίας, δηλαδή οι 48 ώρες για την 6ήμερη απασχόληση ή οι 45 ώρες για την 5θήμερη απασχόληση.

Για κάθε ώρα υπερεργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%. Για την υπερεργασία δεν απαιτείται άδεια από την Επιθεώρηση Εργασίας για την πραγματοποίησή της, αλλά μετά την αλλαγή της νομοθεσίας (άρθρο 36 Ν. 4488/2017) από 1.09.2018 κάθε εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει και την υπερεργασία στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ το αργότερο πριν την πραγματοποίησή της. Δεν συνυπολογίζονται ως υπερεργασία οι τυχόν πραγματοποιηθείσες ώρες απασχόλησης κατά την 6η ημέρα της εβδομάδας (για την εταιρεία Σάββατο) ή κατά την Κυριακή. Πώς αμείβεται (άρθρα 1 & 2 του Ν.3385/2005 και άρθρο 74 του Ν. 3863/2010);

Σύμφωνα με τον Ν.3385/2005, όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 3863/2010 η απασχόληση 5 ωρών επί πλέον την εβδομάδα μετά τις 40 ώρες για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν πενθήμερο σύστημα απασχόλησης και οκτώ ωρών επιπλέον την εβδομάδα, για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν σύστημα εξαήμερης απασχόλησης, θεωρείται υπερεργασία. Συγκεκριμένα οι 5 ώρες υπερεργασία για το σύστημα του πενθημέρου είναι: 41η, 42η, 43η, 44η, 45η ενώ οι 8 ώρες για το σύστημα του εξαημέρου είναι: 41η, 42η, 43η, 44η, 45η, 46η, 47η, 48η.

Η πραγματοποίηση της υπερεργασίας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη και εφ’ όσον ζητηθεί από τον τελευταίο, ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να την παρέχει. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του Ν. 3488/2017, προβλέπεται υποχρέωση του εργοδότη να καταχωρεί στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ (ΈΝΤΥΠΟ Ε8) την υπερεργασία το αργότερο έως την έναρξη πραγματοποίησής της.

Κάθε πραγματοποιούμενη ώρα υπερεργασίας αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%. Διευκρινίζεται ότι η απασχόληση άνω των 45 ωρών για το πενθήμερο και άνω των 48 ωρών για το εξαήμερο συνιστά υπερωρία (βλ. υπερωρία).

Υπολογισμός υπερεργασίας με πενθήμερο
Υπερεργασία Εβδομαδιαίως 40 – 45 ώρες + 20% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο.

*Η αμοιβή της 9ης ώρας ημερησίως πληρώνεται με προσαύξηση 20% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο και δεν χρειάζεται άδεια από την Επιθεώρηση Εργασίας.

Υπολογισμός υπερεργασίας με εξαήμερο

Υπερεργασία Εβδομαδιαίως 40 – 48 ώρες + 20% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο. Ως υπερωρία νοείται η απασχόληση του εργαζομένου που υπερβαίνει τα χρονικά όρια του νόμιμου ωραρίου εβδομαδιαίας και ημερήσιας εργασίας. Δηλαδή ως υπερωρία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 48 εβδομαδιαίως και των 8 ωρών ημερησίως (για τους εργαζόμενους με το σύστημα της εξαήμερης απασχόλησης) και πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και των 9 ωρών ημερησίως (για τους εργαζόμενους με το σύστημα του πενθημέρου). Η υπέρβαση των 9 ωρών εργασίας ημερησίως λαμβάνεται πάντοτε υπόψη ως υπερωρία (είτε νόμιμη είτε παράνομη), διότι εν προκειμένω υφίσταται υπέρβαση του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου, χωρίς να ενδιαφέρει αν έχουμε ταυτόχρονα και υπέρβαση του νόμιμου εβδομαδιαίου ωραρίου των 48 και των 45 ωρών αντιστοίχως.

Καταρχήν, η υπερωρία απαγορεύεται και κάθε σχετική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου είναι άκυρη. Ωστόσο, ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει την παροχή υπερωριακής απασχόλησης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και εφόσον τηρηθούν οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις:

Ύπαρξη ορισμένου λόγου που τη δικαιολογεί.
Μη υπέρβαση ενός ανώτατου ορίου ωρών που καθορίζεται σε ημερήσια και σε ετήσια βάση (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 58 του Ν. 4808/2021, 3 ώρες ημερησίως και 150 ώρες ετησίως)
Αναγγελία της υπερωρίας, μέσω του Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ (ΈΝΤΥΠΟ Ε8), στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας πριν ή κατά την πραγματοποίησή της (άρθρο 36, Ν. 4488/2017).
Στην περίπτωση της νόμιμης υπερωρίας (εφόσον τηρηθούν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή της), ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει για κάθε ώρα και μέχρι τη συμπλήρωση 150 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40%, ενώ η αμοιβή για την πέραν των 150 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι 60%επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι για την πραγματοποίηση αυτής θα έχει εκδοθεί απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Επιθεώρησης Εργασίας.

Στην περίπτωση της παράνομης υπερωρίας (όταν δηλαδή δεν τηρηθούν οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομοθεσία) ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας να λάβει αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 120%.

Ανώτατο Όριο Υπερωριών

Οι ώρες υπερωριακής εργασίας που επιτρέπονται από το νόμο, υπό την προϋπόθεση τήρησης της υποχρέωσης αναγγελίας αυτών στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ, ανέρχονται σε 150 ώρες για όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως κλάδου. Για τη δυνατότητα απασχόλησης των εργαζομένων πέραν των 150 ωρών ετησίως, απαιτείται απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Γενικός Διευθυντής Εργασιακών Σχέσεων, Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία και Ένταξης στην Εργασία), μόνο σε περιπτώσεις επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι παροχές του εργαζόμενου σε περίπτωση ατυχήματος διαφέρουν ανάλογα με το εάν είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ – ΕΦΚΑ ή όχι.

Έτσι ο εργαζόμενος δικαιούται:

Ιατροφαρμακευτική και Νοσοκομειακή περίθαλψη.
Εάν ο εργαζόμενος δεν είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ- ΕΦΚΑ, τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης υποχρεώνεται να τα πληρώσει ο εργοδότης. Εάν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ- ΕΦΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από τα έξοδα αυτά και ο εργαζόμενος καλύπτεται από το ΙΚΑ για τις παροχές αυτές.

-Εφάπαξ αποζημίωση οταν δεν είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ-ΕΦΚΑ.
Οι μη ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δικαιούνται εφάπαξ αποζημίωση από τον εργοδότη, η οποία κυμαίνεται,ανάλογα με τον βαθμό ανικανότητας για εργασία (πλήρης διαρκής ανικανότητα, μερική διαρκής, πλήρης πρόσκαιρη, μερική πρόσκαιρη, θάνατος). Σήμερα πλέον περισσότερο εφαρμόζονται οι διατάξεις για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Οι παραπάνω αξιώσεις παραγράφονται μετά από παρέλευση 3 ετών από το ατύχημα.

-Αποζημίωση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα αν είναι ασφαλισμένοι ή όχι στο ΙΚΑ-ΕΦΚΑ, εφόσον υποστούν εργατικό ατύχημα που οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων του ή αν υπάρχει παράβαση των διατάξεων για τους όρους υγιεινής και ασφάλειας, δικαιούνται χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη. Σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση επιδικάζεται στα μέλη της οικογένειας (ψυχική οδύνη). Το ποσό της αποζημίωσης εξαρτάται από το βαθμό της βλάβης και ρυθμίζεται από το δικαστήριο.
Οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται 5 χρόνια μετά το ατύχημα.
Ο εργοδότης επίσης υποχρεούται στην περίπτωση αυτή να καταβάλει στο ΙΚΑ-ΕΦΚΑ κάθε δαπάνη από τη χορήγηση ασφαλιστικών παροχών στον παθόντα ασφαλισμένο.
Αποδοχές – Επίδομα ασθενείας
Ο εργαζόμενος δικαιούται επίσης κατά το διάστημα της ανικανότητας επίδομα ασθενείας από το ΙΚΑ-ΕΦΚΑ και το υπόλοιπο του μισθού του από τον εργοδότη για διάστημα 15 ημερών, εάν έχει υπηρεσία μικρότερη του έτους ή 1 μηνός για υπηρεσία πάνω από έτος. Λύση σύμβασης εργασίας: -Απόλυση χωρίς προειδοποίηση. Εφόσον, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας γίνει χωρίς προειδοποίηση, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει ολόκληρη την αποζημίωση που οφείλεται.

-Απόλυση με προειδοποίηση. Εάν η καταγγελία σύμβασης γίνει ύστερα από προειδοποίηση, ο εργοδότης υποχρεούται:

· Να γνωρίσει με έγγραφο στο μισθωτό ότι, η υπάρχουσα σύμβαση εργασίας θα λυθεί μετά την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης. Θα πρέπει η λήξη του χρόνου προειδοποίησης να καθορίζεται επακριβώς. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση κατά την ημέρα που ορίστηκε ως λύση της σύμβασης εργασίας (ημέρα απόλυσης), να καταβάλει το μισό (1/2) μόνο της νόμιμης αποζημίωσης.

Τρόποι λύσης σύμβασης αορίστου χρόνου:
1. Θάνατος μισθωτού. Η σύμβαση εργασίας λύεται οπωσδήποτε με το θάνατο του εργαζόμενου, γιατί η σύμβαση εργασίας, είναι προσωπική σχέση. Αυτό συμβαίνει τόσο στις συμβάσεις αορίστου χρόνου όσο και στις ορισμένου χρόνου ή ορισμένου έργου.

2. Θάνατος του εργοδότη (εκτός από την περίπτωση που η επιχείρηση μεταβιβαστεί στους κληρονόμους και αυτοί συνεχίσουν τη λειτουργία της).

3. Καταγγελία σύμβασης εργασίας από εργοδότη. Η σύμβαση αορίστου χρόνου λύεται οποτεδήποτε και ελεύθερα από τον εργοδότη, αφού τηρήσει τις νόμιμες διαδικασίες, δηλαδή κοινοποίηση της έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και καταβολή αποζημίωσης κλπ.

4. Καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον μισθωτό. Ο μισθωτός δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ελεύθερα και οποτεδήποτε, καθώς και να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του.

5. Με αμοιβαία συναίνεση εργοδότη και εργαζόμενου, κυρίως για την περίπτωση της συνταξιοδότησης.

6. Με την καταδίκη του εργαζόμενου για σοβαρό αδίκημα, την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, την κατάργηση της θέσης του ή την ανάληψη από αυτόν άλλης θέσης στον δημόσιο τομέα

Λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου. Αν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό, η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μια φορά την ημέρα, με εξαίρεση τους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία καθώς και στους καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης.

Επίσης, είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση.

Επιπρόσθετα οι αποδοχές των εργαζόμενων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης, ενώ αν παρουσιαστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από τη συμφωνηθείσα, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να την παράσχει αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη. Ωστόσο, ο μερικώς απασχολούμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης, όταν αυτή η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο. Αν παρασχεθεί εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση δώδεκα τοις εκατό (12%) επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας που θα παράσχει.

Οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, όπως ισχύει.

Ο πλήρως απασχολούμενος σε επιχειρήσεις πλέον των είκοσι (20) ατόμων, έχει δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση ενός ημερολογιακού έτους να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση, εκτός εάν η άρνηση του εργοδότη δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες. Ο εργαζόμενος με την αίτηση του πρέπει να προσδιορίζει τη διάρκεια της μερικής απασχόλησης και το είδος της. Αν ο εργοδότης δεν απαντήσει εγγράφως μέσα σε ένα μήνα, θεωρείται ότι το αίτημα του εργαζόμενου έχει γίνει δεκτό. Οι τεχνικές λεπτομέρειες του διαλείμματος και ιδίως, η διάρκεια και οι όροι χορήγησής του, εφόσον δεν ρυθμίζονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή από την κείμενη νομοθεσία, καθορίζονται στο επίπεδο της επιχείρησης στα πλαίσια της διαβούλευσης μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων [ν. 1264/1982 «Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων» (Α’ 79)] ή των εκπροσώπων τους για θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων [άρθρα 2 (παράγραφος 4) και 10 του π.δ. 17/1996] και σύμφωνα με την γραπτή εκτίμηση κινδύνου [άρθρο 8 (παράγραφος 1) του π.δ. 17/1996), στην οποία θα πρέπει να εκτιμώνται και οι κίνδυνοι που συνδέονται με την οργάνωση του χρόνου εργασίας.».

 

Εργαζόμενοι, που απασχολούνται κατά πλήρες ημερήσιο, αλλά διακεκομμένο ωράριο για όλες ή μερικές ημέρες της εβδομάδας, δικαιούνται αναπαύσεως, ενδιαμέσως μεταξύ των τμημάτων του ωραρίου τους, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τρεις (3) ώρες. Το διάλειμμα δεν αποτελεί χρόνο εργασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από διάταξη νόμου ή όρο συλλογικής ή ατομικής συμβάσης εργασίας. Ώρες εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές και σ’ αυτές δεν περιλαμβάνονται οι διακοπές ή τα διαλείμματα (αρθ. 14, Π.Δ. 27.06/4.07.1932). Συνεπώς ο χρόνος λήξεως της ημερήσιας εργασίας παρατείνεται ανάλογα με τη διάρκεια του διαλείμματος, προκειμένου να συμπληρωθεί το συμφωνημένο ωράριο. Εάν ο εργοδότης καθυστερεί να καταβάλλει τις αποδοχές που οφείλει στο μισθωτό του σημαντικό χρόνο, τότε αυτός έχει δικαίωμα να προβεί σε επίσχεση της εργασίας του. Δηλαδή δικαιούται να δηλώσει στον εργοδότη ότι διακόπτει την εργασία του, μέχρις ότου να καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές του Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση υπερημερίας, με όλες τις απορρέουσες γι αυτόν απέναντι στο μισθωτό υποχρεώσεις, δηλαδή να του καταβάλει τις αποδοχές και για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η επίσχεση της εργασίας του. Το χρόνο της υπερημερίας του εργοδότη, ο μισθωτός μπορεί να απασχοληθεί σε άλλο ωράριο εργασίας. Βέβαια νοείται ότι πρέπει παράλληλα να είναι σε κάθε στιγμή έτοιμος προς εργασία στη διάθεση του εργοδότη, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο αρθεί η υπερημερία του. Η επίσχεση αφορά μόνο καταβολή δεδουλευμενων και όχι αίτημα αύξησης μισθού . Ο εργαζόμενος όταν δεν του καταβάλλεται έγκαιρα ο μισθός, δικαιούται:

α) Να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας.

β) έχει το δικαίωμα να κάνει επίσχεση της εργασίας του.

γ) ν’ ασκήσει αγωγή και να ζητήσει εντόκως τους καθυστερούμενους μισθούς του, καθώς και αποζημίωση για κάθε άλλη ζημία του.

Η επίσχεση λαμβάνει χώρα

με αντίστοιχη δήλωση βούλησης που πρέπει να είναι σαφής και ατομική. Απλή άρνηση εργασίας δεν αρκεί, γιατί κινδυνεύει να εκληφθεί ως παραίτηση από τη θέση. Η άσκηση του δικαιώματος να μην είναι καταχρηστική (281 ΑΚ), συνεπώς αν σ εύλογο χρονικό διάστημα δεν καταβληθούν οι αποδοχές στον μισθωτό μπορεί να προβεί σε επίσχεση εργασίας. Άδειες: Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Νόμου 4808/2021, κάθε εργαζόμενος πατέρας δικαιούται άδεια πατρότητας δεκατεσσάρων (14) εργασίμων ημερών με αποδοχές, η οποία πρέπει να λαμβάνεται κατά τη γέννηση του τέκνου. Η άδεια αυτή δύναται είτε α) να χορηγείται δύο ημέρες πριν την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού, οπότε οι υπόλοιπες 12 ημέρες χορηγούνται, συνολικά ή τμηματικά άμεσα λόγω της γέννησης του τέκνου, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία γέννησης, είτε β) να χορηγείται μετά την ημερομηνία γέννησης . Οι εργαζόμενες μητέρες δικαιούνται άδεια μητρότητας συνολικής διάρκειας 17 εβδομάδων. Οι 8 εβδομάδες (56 ημέρες) χορηγούνται υποχρεωτικά πριν την πιθανή ημερομηνία τοκετού και οι υπόλοιπες 9 (63 ημέρες) μετά τον τοκετό. Σε περίπτωση που ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε προγενέστερη από την πιθανή ημερομηνία, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, ώστε να συμπληρωθούν οι 17 εβδομάδες (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.2000-2001 άρθρο 7).
Με το άρθρο 44 του Ν. 4488/2017 προβλέπεται ότι το τμήμα της άδειας μετά τον τοκετό (λοχείας) δικαιούνται και οι γυναίκες που αποκτούν τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας. Άδεια για συνανθρώπους άτομα με ειδικές ανάγκες : Η ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές των μισθωτών, που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις, επαυξάνεται κατά έξι (6) εργάσιμες ημέρες για άτομα με ειδικές ανάγκες, καθώς και για αναπήρους, μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο. Τ. Α. . Την επαύξηση αυτή δικαιούνται όλα τα παραπάνω άτομα με ειδικές ανάγκες ανεξάρτητα από τον τρόπο και το χρόνο της πρόσληψής τους.
Ευνοϊκότεροι όροι, που τυχόν προβλέπονται για τη χρονική διάρκεια της ετήσιας άδειας με αποδοχές από άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές διατάξεις, κανονισμούς ή οργανισμούς, δεν θίγονται (αρθ. 8, Ν. 2643/1998). Οι ανάπηροι πολέμου εκτός από την κανονική άδεια δικαιούνται και πρόσθετη άδεια τριάντα (30) ημέρες λουτροθεραπείας με αποδοχές (Α.Ν. 1324/1949, άρθρο 53). Άδεια για μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων του ή αιμοκάθαρσης:
Εργαζόμενοι (-ες) με εξαρτημένη σχέση εργασίας, που έχουν υπηρεσία μέχρι τεσσάρων (4) ετών στον ίδιο εργοδότη, οι οποίοι (-ες) πάσχουν από νόσημα, που απαιτεί μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων του ή αιμοκάθαρση και το οποίο έχει γνωστοποιηθεί στον εργοδότη, δικαιούνται έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες το χρόνο επιπλέον άδεια, με αποδοχές (ΕΓΣΣΕ 2002-2003, άρθρο 8). Μονογονεϊκή άδεια:
Στους εργαζόμενους (-ες), που έχουν χηρέψει και στον άγαμο (η) γονέα, που έχει την επιμέλεια του παιδιού, χορηγείται άδεια με αποδοχές έξι (6) εργασίμων ημερών το χρόνο, πέραν αυτής που δικαιούται από άλλες διατάξεις. Γονέας με τρία (3) παιδιά ή περισσότερα, δικαιούται άδεια οκτώ (8) εργασίμων ημερών. Η άδεια αυτή χορηγείται λόγω αυξημένων αναγκών φροντίδας παιδιών ηλικίας μέχρι δώδεκα (12) ετών συμπληρωμένων, χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά μετά από συνεννόηση με τον εργοδότη, σύμφωνα με τις ανάγκες του γονέα και δεν πρέπει να συμπίπτει χρονικά με την αρχή ή το τέλος της ετήσιας κανονικής άδειας (ΕΓΣΣΕ 2002-2003, άρθρο 7). Άδεια γονέα για παιδί με νόσημα που απαιτεί μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων του ή αιμοκάθαρση:
Στους φυσικούς ή θετούς γονείς παιδιού ηλικίας ως δέκα έξι (16) ετών συμπληρωμένων, το οποίο πάσχει από νόσημα που απαιτεί μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων του ή αιμοκάθαρση χορηγείται πρόσθετη άδεια δέκα (10) εργάσιμων ημερών ετησίως. Η άδεια αυτή είναι με αποδοχές και χορηγείται και στους δύο γονείς επιπλέον της άδειας που δικαιούνται από άλλες διατάξεις.
(ΕΓΣΣΕ 2004-2005, άρθρο 12). Άδεια AIDS:
Εργαζόμενοι(-ες) με εξαρτημένη σχέση εργασίας, που έχουν υπηρεσία μέχρι τεσσάρων (4) ετών στον ίδιο εργοδότη, οι οποίοι(-ες) είναι φορείς ή πάσχουν από AIDS, και έχουν κριθεί ικανοί προς εργασία, δικαιούνται από τη γνωστοποίηση στον εργοδότη, έως ένα (1) μήνα για κάθε ημερολογιακό έτος επιπλέον άδεια με αποδοχές (ΕΓΣΣΕ 2004-2005, άρθρο 11). Μείωση του ωραρίου εργασίας κατά μία (1) ώρα:
Εφαρμόζεται μείωση του ωραρίου εργασίας κατά μία (1) ώρα την ημέρα, χωρίς ανάλογη περικοπή των αποδοχών, σύμφωνα με την αριθμ.268/2012 Γνωμοδότηση του ΣΤ΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σε τακτικούς υπαλλήλους ή υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι έχουν βεβαιωμένη αναπηρία σε ποσοστό 67% και άνω, ή έχουν παιδιά με πνευματική, ψυχική ή σωματική αναπηρία σε ποσοστό 67% και άνω, ή σύζυγο με αναπηρία σε ποσοστό 100%, τον οποίο συντηρούν και απολαμβάνουν ειδικού ωραρίου λόγω των συνθηκών εργασίας τους (άρθρο 16 του ν. 2527/1997 & άρθρο 30 Ν.3731/2008).
Ισχύει και για τους τυφλούς ή παραπληγικούς-τετραπληγικούς και τους νεφροπαθείς τελικού σταδίου. Ειδικώς για τους τυφλούς τηλεφωνητές η μείωση του ωραρίου εργασίας ορίζεται σε δύο (2) ώρες την ημέρα.

Επίσης, έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης η αριθμ.241/2013 Γνωμοδότηση του ΣΤ΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την οποία επεκτείνεται η προαναφερόμενη διευκόλυνση χρήσης μειωμένου ωραρίου κατά μία (1) ώρα την ημέρα και σε υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (π.χ. οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί).

Συνδικαλιστικές άδειες: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΕΣ:
1. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων, των Ελεγκτικών Επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων στις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Την ίδια υποχρέωση έχει για τα Διοικητικά Συμβούλια, τις Ελεγκτικές Επιτροπές και τους αντιπροσώπους των δευτεροβάθμιων στις τριτοβάθμιες, όπως και για τα Διοικητικά Συμβούλια και τις Ελεγκτικές Επιτροπές των τριτοβάθμιων οργανώσεων.
2. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει άδεια απουσίας:
α) στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πιο αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους,
β) στον Πρόεδρο και στον Γενικό Γραμματέα των Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά οργανώσεις έχουν περισσότερα από 10.000 ψηφίσαντα μέλη, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους,
γ) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν από 1.501 μέχρι 10.000 ψηφίσαντα μέλη, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία του,
δ) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν μέχρι 1.500 μέλη, δεκαπέντε (15) ημέρες το μήνα,
ε) στον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα και τον Ταμία των Διοικητικών Συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων, δεκαπέντε (15) ημέρες το μήνα,
στ) στα υπόλοιπα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων, εννέα (9) ημέρες το μήνα,
ζ) στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, πέντε (5) ημέρες το μήνα, αν τα μέλη της οργάνωσης είναι 500 και πάνω,
η) στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο τον Γενικό Γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τρεις (3) ημέρες το μήνα, αν τα μέλη της οργάνωσης είναι λιγότερα από πεντακόσια (500),
θ) στους αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις και στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια Εργαζομένων, για όλη τη διάρκεια συνεδρίων στα οποία συμμετέχουν,
ι) στα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και της Γραμματείας της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους.
Άδειες χωρίς αποδοχές:
Άδεια για ασθένεια εξαρτώμενων μελών (παιδιών ή άλλων μελών της οικογένειας):
Εργαζόμενοι µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εφόσον έχουν πλήρη απασχόληση, δικαιούνται, ανεξάρτητα από δικαιώματα που παρέχονται από άλλες διατάξεις, να λαμβάνουν, µε αίτηση τους, άδεια χωρίς αποδοχές από τον εργοδότη τους, που δεν θα είναι μεγαλύτερη από έξι (6) εργάσιμες ημέρες κάθε ημερολογιακό έτος, σε περίπτωση ασθένειας εξαρτώμενων παιδιών ή άλλων µελών της οικογένειας. Η άδεια αυτή είναι δυνατό να χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά και αυξάνεται σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες, εάν ο δικαιούχος προστατεύει δύο παιδιά και σε δεκατέσσερις (14) εργάσιμες ημέρες, εάν προστατεύει τρία παιδιά και πάνω.

Σε περίπτωση που οι δικαιούχοι είναι σύζυγοι, η άδεια αυτή χορηγείται στον καθένα από αυτούς χωριστά (Ν.1483/1984, άρθρο 7 & ΕΓΣΣΕ 2008, άρθρο 5). Η ανωτέρω διάταξη ισχύει και στους εργαζόμενους με μερική απασχόληση. Γονεϊκή άδεια ανατροφής:

Ο εργαζόμενος γονέας έχει δικαίωμα γονικής άδειας ανατροφής του παιδιού μέχρις ότου συμπληρώσει την ηλικία των έξι (6) ετών, με σκοπό την εκπλήρωση των ελάχιστων υποχρεώσεων ανατροφής προς αυτό, κτλ.. Σε περίπτωση θανάτου γονέα, ολικής αφαίρεσης της γονικής μέριμνας ή μη αναγνώρισης τέκνου, η γονική άδεια ανατροφής της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου χορηγείται στο διπλάσιο στον άλλο γονέα. Σε περίπτωση διάστασης ή διαζυγίου το δικαίωμα είναι αυτοτελές για κάθε γονέα. Εκπαιδευτική άδεια: Χορηγείται εκπαιδευτική άδεια έως 3 μέρες την εβδομάδα για τη συμμετοχή δημοσίων υπαλλήλων σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα ή για την εκπόνηση της διδακτορικής τους διατριβής στο εσωτερικό. Εκτός από την κανονική τους άδεια, οι εργαζόμενοι που είναι μαθητές ή σπουδαστές ή φοιτητές εκπαιδευτικών μονάδων οποιουδήποτε τύπου και οποιασδήποτε βαθμίδας του Δημοσίου ή εποπτευομένων από το Δημόσιο με οποιοδήποτε τρόπο, δικαιούνται να λάβουν από τον εργοδότη τους και πρόσθετη άδεια άνευ αποδοχών διαρκείας 30 εργάσιμων ημερών (ΕΓΣΣΕ 96 άρθρο 7), συνεχών ή διακεκομμένων κατ’ έτος για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις. Την ειδική άδεια δικαιούνται να λάβουν όλοι οι εργαζόμενοι-εργαζόμενες σπουδαστές, χωρίς όριο ηλικίας, αλλά μόνο για την προβλεπόμενη διάρκεια των σπουδών που κάθε φορά παρακολουθεί ο εργαζόμενος, προσαυξημένη κατά δύο έτη, ανεξάρτητα αν οι σπουδές διανύθηκαν συνεχώς ή διακεκομμένα και ανεξάρτητα αν έχουν συμπληρώσει 1 χρόνο υπηρεσίας στον εργοδότη.
Η ιδιότητα του μαθητή, σπουδαστή, φοιτητή και η συμμετοχή του στις εξετάσεις αποδεικνύεται με βεβαίωση της σχολής του που υποβάλλεται στον εργοδότη από τον εργαζόμενο. Σημειώνεται ότι με το υπ΄ αριθμόν 2674/2002 έγγραφο του Υπ. Εργασίας γίνεται δεκτό ότι την άδεια εξετάσεων δικαιούνται και όσοι παρακολουθούν προγράμματα στα Ανοικτά Πανεπιστήμια, εφόσον ανήκουν στα ιδρύματα του Δημόσιου Τομέα ή εποπτεύονται απ΄ αυτό.

Για τους ανήλικους εργαζόμενους που είναι συγχρόνως μαθητές ή σπουδαστές ο Ν. 1837/ 89, ορίζει ότι δικαιούνται για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις άδεια άνευ αποδοχών δύο ημερών, συνεχόμενη ή τμηματική, για κάθε μέρα εξετάσεων. Η άδεια αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 14 ημέρες συνολικά και οι αποδοχές καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ.

Οι μαθητές, σπουδαστές και φοιτητές που εργάζονται στο Δημόσιο ή ΝΠΔΔ δικαιούνται άδεια 14 ημερών με αποδοχές.

Άδεια εξετάσεων μεταπτυχιακών φοιτητών:

Όσοι συμμετέχουν σε πρόγραμμα για μεταπτυχιακό δίπλωμα ετησίας τουλάχιστον φοίτησης ή διδακτορικό δίπλωμα ΑΕΙ και ΤΕΙ της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, δικαιούνται άδεια 10 εργασίμων ημερών. Η άδεια αυτή είναι άνευ αποδοχών από τον εργοδότη, χορηγείται σε συνεχείς ημέρες ή τμηματικά και ανεξάρτητα από την ηλικία του/της δικαιούχου και ισχύει μέχρι δύο έτη (ΕΓΣΣΕ 2004-05,άρθρο 10). ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΑΔΕΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ, ΜΕ ΑΠΟΔΟΧΕΣ: Ο χρόνος χορήγησης των αδειών καθορίζεται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ μισθωτών και εργοδότη, ωστόσο τουλάχιστον οι μισοί από τους μισθωτούς πρέπει να πάρουν άδεια μέσα στο χρονικό διάστημα από 1η Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου.

Σημειώνεται ωστόσο πως ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια εντός δύο μηνών από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο διατυπώθηκε το σχετικό αίτημα. Επίσης, υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια οπωσδήποτε πριν τη λήξη του ημερολογιακού έτους, έστω και αν ο μισθωτός δεν την έχει ζητήσει.

Συγκεκριμένες ημέρες καλοκαιρινής αδείας:
Κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος που προσελήφθη ο εργαζόμενος ο εργοδότης υποχρεούται να του χορηγήσει μέχρι 31 Δεκεμβρίου αναλογία των ημερών αδείας που δικαιούται, σύμφωνα με τον χρόνο απασχόλησης.

Πενθήμερη εργασία (20 εργασίμων ημερών).
Τον πρώτο χρόνο εργασίας, κάθε εργαζόμενος με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούται 20 εργάσιμες ημέρες ετήσιας άδειας.

Τον δεύτερο χρόνο εργασίας, κάθε εργαζόμενος με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούται 21 εργάσιμες ημέρες ετήσιας άδειας.

Για τον τρίτο και τα επόμενα εργασιακά έτη ο εργαζόμενος δικαιούται 22 εργάσιμες ημέρες ετήσιας άδειας.

Εξαήμερη εργασία (24 εργασίμων.
Εξαήμερη εργασία (24 εργασίμων ημερών).
Τον πρώτο χρόνο εργασίας, κάθε εργαζόμενος με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούται 24 εργάσιμες ημέρες ετήσιας άδειας.

Τον δεύτερο χρόνο εργασίας, κάθε εργαζόμενος με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούται 25 εργάσιμες ημέρες ετήσιας άδειας.

Για τον τρίτο και τα επόμενα εργασιακά έτη ο εργαζόμενος δικαιούται 26 εργάσιμες ημέρες ετήσιας άδειας.

Σημειώνεται πως μετά τη συμπλήρωση 10 ετών εργασίας στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσίας 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη ο εργαζόμενος δικαιούται άδεια 25 εργασίμων ημερών, αν απασχολείται 5 ημέρες την εβδομάδα και 30 εργασίμων ημερών, αν απασχολείται 6 μέρες την εβδομάδα.

Ενώ, μετά την συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας σε οποιοδήποτε εργοδότη οι εργαζόμενοι δικαιούνται μία επιπλέον ημέρα αδείας, δηλαδή 26 ημέρες για πενθήμερη εργασία και 31 μέρες για εξαήμερη εργασία. Στην αρχή της άδειας του καλοκαιριού των εργαζομένων οφείλουν να προκαταβάλουν το επίδομα αδείας, το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές των ημερών άδειας, με ανώτατο όριο το ½ του μισθού, για τους αμειβόμενους με μισθό ή τα 13 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο.

Στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν χορηγεί την άδεια που ζήτησε ο εργαζόμενος, οφείλει να καταβάλει τις αποδοχές του χρόνου αδείας με προσαύξηση 100%.

Να σημειωθεί ότι, η ετήσια άδεια των εργαζομένων είναι μετ’ αποδοχών, το οποίο σημαίνει πως δικαιούται στη διάρκεια της άδειάς του τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν εργαζόταν κανονικά με πλήρη απασχόληση. Στις αποδοχές αυτές συμπεριλαμβάνονται όλα τα καταβαλλόμενα μηνιαία επιδόματα (σε χρήμα ή σε είδος) και οι προσαυξήσεις. Ο εργοδότης υποχρεούται:

Να τηρεί ειδικό βιβλίο ή μηχανογραφημένες σελίδες που θα φέρουν τα στοιχεία της επιχείρησης, την ένδειξη «Βιβλίο αδειών» και θα περιλαμβάνει τις στήλες: ονοματεπώνυμο μισθωτών, ημερομηνία πρόσληψης, αριθμός δικαιούμενων ημερών αδείας, χρονολογία έναρξης και λήξης χορηγηθείσας αδείας, αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας. Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας συμπληρώνονται στο σύνολό τους μέχρι το τέλος του σχετικού έτους λήψης της κανονικής άδειας (παρ. 2 της υποπαρ. ΙΑ.5 του Ν.4254/2014).
Να τηρεί το Βιβλίο αδειών στο χώρο εργασίας και να το επιδεικνύει ανά πάσα στιγμή στους Επιθεωρητές Εργασίας (παρ. 7 του άρθρου 24 του Ν.3996/2011).
Να υποβάλει στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ δήλωση χορηγούμενων αδειών απογραφικά, εντός του πρώτου δεκαημέρου του μήνα που ακολουθεί τον μήνα χορήγησης τους [40331/Δ1.13521/2019 ΥΑ (ΦΕΚ 3520/Β΄), όπως αυτή ισχύει].
Να τηρεί στο χώρο εργασίας και να φυλάσσει επί πέντε έτη τις αιτήσεις των εργαζομένων καθώς και τις αποφάσεις του για κατάτμηση της ετήσιας άδειας των εργαζομένων (υποπαρ. ΙΑ.14 του Ν.4093/2012).
Να γνωστοποιεί στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ εντός του μηνός Απριλίου κάθε έτους, τα στοιχεία των εργαζομένων που έλαβαν την ετήσια άδεια και το επίδομα αδείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και έχουν καταχωρισθεί στο ειδικό Βιβλίο Αδειών (Έντυπο Ε11). Μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Επιθεώρησης Εργασίας υφίσταται και η εξέταση κάθε καταγγελίας για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας που υποβάλλεται σε αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Η Επιθεώρηση Εργασίας τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες και τις πηγές από τις οποίες περιήλθαν στη γνώση της οι καταγγελίες.

Κατά τη διαδικασία υποβολής καταγγελίας στην επιθεώρηση εργασίας, είναι απαραίτητο ο καταγγέλλων να παράσχει με ακρίβεια τα εξής στοιχεία, προκειμένου ο έλεγχος να είναι αποτελεσματικός:
– Επωνυμία και ΑΦΜ επιχείρησης ή εργοδότη.
– Διεύθυνση του τόπου ελέγχου.
– Θέματα/προβλήματα προς διερεύνηση κατά τον έλεγχο.