Μοτο-τουρισμός, μέρος δεύτερο: Στα Πομακοχώρια

Μοτο-τουρισμός, μέρος δεύτερο: Στα Πομακοχώρια

Tου Ηλία Χατζηγεωργίου, φωτογραφίες Tracer Club, συνεργάστηκε ο Νίκος Βιτσιλάκης

Για τους ταξιδευτές των δύο τροχών δεν υπάρχει προορισμός παρά μόνο διαδρομές. Μια από αυτές μας πήγε βόρεια, πολύ βόρεια και ανακαλύψαμε την ομορφιά σε όλο της το μεγαλείο..

Μετά την περιήγησή μας στην Ξάνθη και τα περίχωρά της (δείτε εδώ) καβαλήσαμε τα Triumph Tiger και ξεκινήσαμε για τα Πομακοχώρια. Το είχα τάξει καιρό στον εαυτό μου, από πριν το καλοκαίρι, με τίτλο «θα πάμε να φάμε στα Πομακοχώρια». Από μικρό παιδί αγαπούσα το καλό φαγητό και ενώ η μάνα μου προσπαθούσε να με βάλει στο δρόμο των Πανεπιστημίων εγώ διάλεξα τα ταξίδια, μάλιστα με μοτοσυκλέτα, που με έκανε να λατρέψω τις άγνωστες γωνιές της Ελλάδας μας. Πάντα είχα μοτοσυκλέτες on/off βασικά, που είχαν τη δυνατότητα να πηγαίνουν και χωμάτινες διαδρομές, είχα και τις γρήγορες (street), που τελικά δεν τις πολυαγάπησα. Τελικά τα έφερα από δω, τα έφερα από κει, με τα ταξίδια ασχολήθηκα, παράλληλα αναπτύχθηκε μέσα μου και η δύναμη της  φωτογραφίας. Σαν ταξιδευτής μου άρεσε η καλή γεύση, βέβαια μεταξύ μας, το βρίσκω απολύτως λογικό μιας και σε όλη μου τη ζωή υπήρξα λαίμαργος, ποτέ δεν ήμουν κοκαλιάρης, το έτρωγα όλο το φαΐ μου. Στα Πομακοχώρια λοιπόν, εδώ μιλάνε Πομάκικα (βουλγάρικη διάλεκτος) και όχι τούρκικα, ή μάλλον μιλάνε Ελληνικά αλλά και τούρκικα, αλλά είναι περισσότερο Έλληνες και από τους Έλληνες. Εδώ, η ανοησία και ο φανατισμός του ελληνικού κράτους για πολλά χρόνια, τους είχε αποκομμένους από την ελληνική κοινωνία.

Από πού προέρχεται το όνομα των Πομάκων;

Σύμφωνα με το «Χρηστό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας», της Ακαδημίας Αθηνών (έκδοση 2014), η λέξη «Πομάκος» προέρχεται από τη βουλγαρική λέξη pomac. Tο Λεξικό Μπαμπινιώτη (έκδοση 2012) γράφει: ετυμ. Μεταφορά του γερμ. Pomaken , από λέξη που σήμαινε βοηθός. Η λέξη πομακικός, σύμφωνα πάντα με το Λεξικό Μπαμπινιώτη, πρωτοεμφανίστηκε το 1891. Πιθανότατα, πηγή του λεξικού είναι η μνημειώδης «Συναγωγή Νέων Λέξεων» του Στέφανου Κουμανούδη (1818-1899). Τώρα τι σχέση έχουν οι Γερμανοί με τους Πομάκους ομολογούμε ότι δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε. Πρόκειται για μία ετυμολογία που δεν τη βρήκαμε κάπου αλλού. Πομακοχώρια ονομάζονται τα χωριά στον ορεινό όγκο της Ροδόπης με Πομακικό πληθυσμό, κατά κύριο λόγο. Στην Ελλάδα, Πομακοχώρια συναντάμε στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου. Λόγω του ορεινού χαρακτήρα της περιοχής αλλά και των προβλημάτων της μειονοτικής εκπαίδευσης, τα Πομακοχώρια είναι αρκετά απομονωμένα και έχουν διατηρήσει το γραφικό χαρακτήρα τους, την παραδοσιακή αρχιτεκτονική των σπιτιών και τον ιδιαίτερο πολιτισμό των Πομάκων.

Άλλος κόσμος

Καθώς ανεβαίνουμε προς τα ορεινά του νομού περνάμε από ένα μαγευτικό τοπίο που σε κάνει να λες «Ελβετία είμαστε εδώ πάνω». Το ότι η περιοχή είναι φτωχή και απέχει πολύ από αντίστοιχες περιοχές της ελληνικής επαρχίας, εύκολα το διακρίνει κανείς. Μικροί κλήροι, αυτοσχέδια θερμοκήπια, αγροτικές εργασίες με άλογα και μουλάρια. Εικόνες μιας άλλης εποχής. Δίπλωμα αυτοκινήτου δεν τους έδιναν, δεν τους άφηναν να αγοράσουν αυτοκίνητο και όσο τους κυνηγούσε το ελληνικό κράτος τόσο τους αγκάλιαζε το τούρκικο. Ευτυχώς μετά τη μεταπολίτευση άλλαξαν τα πράγματα, οι Πομάκοι διακινούνται ελεύθερα, δίχως μπάρες. Η παραδοσιακή ασχολία των κατοίκων της περιοχής ήταν ο καπνός. Οι τιμές έχουν πέσει μόλις στα 3 ευρώ το κιλό και με το ζόρι βγαίνουν τα έξοδα.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, φέτος ο μεσίτης που πήρε τα καπνά “βάρεσε κανόνι” και οι άνθρωποι δεν έχουν πληρωθεί ακόμα. Είναι το μόνιμο παράπονο που θα ακούσεις στα καφενεία. Η παραγωγή πλέον είναι μικρή, το κόστος μεγάλο και το εισόδημα μικρό και είναι κοινό μυστικό ότι αρκετοί κάτοικοι από το να βάλουν καπνά, αγοράζουν από κάποιον παραγωγό ένα μικρό κομμάτι τις παραγωγής του, προκειμένου να εμφανίσουν εισόδημα και να μπορούν να κάνουν δήλωση ως αγρότες για να έχουν ασφάλιση στον ΟΓΑ. Στην Ξάνθη, ο δήμος Μύκης και οι κοινότητες Κοτύλης, Θερμών και Σατρών αποτελούνται αποκλειστικά από Πομακοχώρια. Πομακοχώρια επίσης βρίσκονται και στην βορειοανατολική περιοχή του δήμου Ξάνθης και στη βόρεια περιοχή της κοινότητας Σελέρου. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι τα σπίτια εκεί δεν έπιαναν ελληνική τηλεόραση.

Μπορεί να το φανταστεί κανείς; Πρόσφατα είχε κάνει περιοδεία στα χωριά ο υπουργός ψηφιακής πολιτικής Νίκος Παππάς για την ανακοίνωση προγράμματος παροχής δωρεάν δορυφορικής πρόσβασης στους ελληνικούς τηλεοπτικούς σταθμούς στις περιοχές που δεν καλύπτονται από το ψηφιακό σήμα της Digea. Η δράση αυτή αφορά περίπου 13.000 νοικοκυριά των ορεινών περιοχών. Τους ανθρώπους στο καφενείο θα μπορούσες να τους συναντήσεις οπουδήποτε και θα σου μιλήσουν με παράπονο για τα ίδια προβλήματα. Την ανεργία, την υψηλή φορολογία, τα χρέη που δεν μπορούν να πληρωθούν. «Την τελευταία δεκαετία ο νόμος Ξάνθης πήρε την κάτω βόλτα» θα πει στο CNN ο πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου Ξάνθης Στέλιος Μωραΐτης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εργατουπαλληλικού Κέντρου Ξάνθης η ανεργία στο νομό φτάνει στο 42%, χωρίς να κάνει διάκριση στις ηλικίες.

Τα αντιπροσωπευτικότερα χωριά είναι τα Εχίνος, Σμίνθη, Κένταυρος, Γλαύκη, Ωραίο, Κοτύλη, Σάτρες και Θέρμες, όπου υπάρχουν και τα αναξιοποίητα ακόμα λουτρά Θερμών. Και ήρθε η στιγμή, ανεβήκαμε μέχρι τον Εχίνο όπου κάναμε μια βόλτα φωτογραφίζοντας ακόμα και τα νεκροταφεία τους, στο παρελθόν μαζί με το χωριό Μύκη αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της περιοχής. Στον Εχίνο λειτουργεί η μία (από τις δύο συνολικά, η άλλη είναι στην Κομοτηνή), μουσουλμανική ιερατική σχολή μεντρεσές (Τουρκικά: Şahin Medresesi - ο Μεντρεσές του Σαχίν), στην οποία εκπαιδεύονται μαθητές της μειονότητας της Θράκης. Από εκεί συνεχίσαμε ευθεία προς Κοτύλη για μια βόλτα στο εσωτερικό του χωριού και πέταγμα του drone για πανοραμική καταγραφή του τοπίου, η συνέχεια από κει προς τα πίσω και στρίψαμε αριστερά προς Θέρμες, Μέδουσα. Στις Θέρμες υπάρχουν ιαματικά λουτρά, με την ανακαίνιση του υδροθεραπευτηρίου στα Λουτρά έγινε το πρώτο βήμα στην προσπάθεια που κάνει ο Δήμος Μύκης για να αναδείξει τις δυνατότητες του ιαματικού τουρισμού. Η Μέδουσα είναι το τελευταίο χωριό με άσφαλτο, από εδώ πλέον ο δρόμος για το χωριό Κοτάνη, που ήταν και ο βασικός λόγος που βρεθήκαμε εδώ, είναι χωμάτινος. Πάντα με  παραξένευαν όλα αυτά, τι τρέλα κουβαλάει αυτός ο Τζεμίλ ώστε να πάει να φτιάξει την ταβέρνα του στην άκρη των συνόρων με τη Βουλγαρία.

Στο δρόμο μες τη διαδρομή υπάρχει ένα πανέμορφο γεφύρι τρίτοξο, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Μέδουσα και Κοτάνη. Γεφυρώνει τον Ξηροπόταμο (για αυτό ονομαζεται γεφύρι Ξηροποτάμου), ο οποίος είναι παραπόταμος του Κομψάτου. Εδώ θα κάνουμε μια στάση δίπλα του, σε ένα λιβάδι να πιούμε έναν καφέ, να κάνουμε και τα πλάνα μας πριν την Κοτάνη. Μετά από λίγα μόλις χιλιόμετρα φτάσαμε στη γνωστή πλέον ταβέρνα του Τζεμίλ, ψυχή πουθενά εκτός από λίγα σκυλιά που μας υποδέχθηκαν. Όμως η καθαριότητα, η τάξη και η ομορφιά της αυλής σε εντυπωσιάζει, άνθρωπος πουθενά, αρχίσαμε να φωνάζουμε αφού είδαμε την καμινάδα να καπνίζει, με υπέροχες μυρωδιές. Πουθενά και κανένας, τίποτα, ώσπου είδαμε ένα βελάκι ζωγραφισμένο στην επάνω μεριά της πόρτας και μια τρύπα, δυσκολεύτηκα να βάλω το δάκτυλο μέσα, με τρόμαζε η ιδέα. Τελικά βάζεις το δάκτυλο στην τρύπα, ακουμπάς ένα ξύλο που κοντράρει την πόρτα και την ανοίγει, σούπερ, εδώ είμαστε, Τζεμίλ, Μουτζέν και αγκαλιαστήκαμε σαν αδέλφια, είχαμε χρόνια να βρεθούμε.

Όπως εύκολα θα καταλάβατε, είναι μια οικογένεια Πομάκων, είναι όμορφοι σαν φυλή, είναι ξανθοί και γαλανομάτηδες με λευκό δέρμα, καμαρώνουν στις μέρες μας ότι είναι γνήσιοι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όλοι μιλάνε τέλεια τα ελληνικά, ο Τζεμίλ μάγειρας ήταν στην Ξάνθη και ήρθε στην άκρη αυτού του δρόμου να ανοίξει λίγο πριν το χωριό Κοτάνη την ταβέρνα του. Την έκτισε μόνος του, σε ένα χωράφι του πατέρα του, τη διακόσμησε και στην αρχή περίμενε τους πελάτες με το τουφέκι, και όμως τα κατάφερε, έτσι είναι αυτά, τολμάς και αν σου κάτσει. Το γιατί του έκατσε, εύκολα θα το καταλάβετε εάν έρθετε εδώ, από Βουλγαρία, από Ξάνθη, αλλά και από όλη την Ελλάδα έρχονται να γνωρίσουν πρώτα τον άνθρωπο Τζεμίλ, αλλά και να φάνε φαγάκι από τα χέρια της Μουτζέν. Του αρέσει να μιλάει και να δίνει συνεντεύξεις μας λέει η γυναίκα του, «το έχει» της απαντούμε, ο άνθρωπος είναι γεννημένος για δημόσιες σχέσεις και τηλεόραση. Καλά θα μας πείτε, κάνατε ολόκληρο δρόμο να πάτε, για να μας πείτε για μια ταβέρνα που υπάρχουν χιλιάδες στην Ελλάδα?

Διαβάστε η ακούστε, όσο απλό και αν σας φαίνεται είναι διαφορετική αυτή η ταβέρνα, Είναι ο τόπος; Είναι ο άνθρωπος; Ακόμα τώρα που τα λέμε αυτά έχουμε στη γεύση μας το υπέροχο εκπληκτικό πρόβειο γιαούρτι, σε συνοδεία γιαουρτλού κεμπάπ, τη μελιτζάνα ψητή με φέτα, τις πίτες, το πιλάφι με σάλτσα από τας κεμπάπ, τα παϊδάκια, τα τριών ειδών ψωμιά, τα άγρια χόρτα μαζεμένα από τα βουνά εκεί, τα σπιτικά τουρσιά όλων των ειδών σε βαζάκια και πόσα άλλα. Στον Τζεμίλ δεν χρειάζεσαι πολλά λεφτά για να φας όλα αυτά, θέλεις λίγα. Να ξέρετε ότι φτάνοντας στην είσοδο της ταβέρνας του, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τα σύνορα δηλαδή, κυματίζει η Ελληνική σημαία και μια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Τζεμίλ είναι Πομάκος, είναι μουσουλμάνος και πιο Έλληνας από όλους μας και αν έχετε την περιέργεια ή την όρεξη να πάτε, το νέο τηλέφωνό του είναι 6945-00 9855, ανοίγει Παρασκευή και Σαββατοκύριακο, α, βάλανε κεραία τηλεφωνίας επιτέλους, α, και ο δρόμος μια χαρά είναι πλέον αν και χωμάτινος, α, είναι και στο Trip Advisor..

Με τα χίλια ζόρια πήραμε το δρόμο της επιστροφής, είχε αρχίσει να νυχτώνει και το κρύο έπεφτε βαρύ. Στη διαδρομή μέχρι την Ξάνθη περισσότερο σκεφτόμασταν αυτά που είδαμε και χαρήκαμε παρά προσέχαμε στο δρόμο. Θα επιστρέψουμε, το μόνο σίγουρο, τώρα το πρόγραμμα έχει νέο ταξίδι, τα λέμε και πάλι σύντομα..
 

Τελευταία ενημέρωση: Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019, 11:43