Διπλό φονικό στην Κύπρο: Ο Τζιωνής έσπασε τη σιωπή του

Διπλό φονικό στην Κύπρο: Ο Τζιωνής έσπασε τη σιωπή του
Τον ισχυρισμό ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 27/4/2018 καθώς και στην προφορική του ανάκριση απαντούσε σε ερωτήσεις και υπέγραφε τα σχετικά έγραφα κατόπιν πίεσης εξαιτίας του ότι η ψυχική του κατάσταση είχε επιδεινωθεί λόγω της παρέλευσης ημερών από την τελευταία φορά που είχε κάνει χρήση κοκαΐνης, προέβαλε σήμερα ο πρώτος κατηγορούμενος στην υπόθεση του διπλού φονικού στον Στρόβολο, Λοΐζος Τζιωνής.

Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σήμερα από τον δικηγόρο του, Αντρέα Αναστασίου, να καταθέσει ως μάρτυρας στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης που έχει διατάξει το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας για εξέταση των επίδικων ζητημάτων επί των οποίων ήγειρε ένσταση η υπεράσπισή του κατά την εκδίκαση της κυρίως δίκης.

Η υπεράσπιση του Τζιωνή υποστηρίζει ότι οι ανακρίσεις και οι καταθέσεις, που έδωσε ο πελάτης του στις 27/4/2018 ως επίσης και οι υποδείξεις σκηνών και η παραλαβή τεκμηρίων από την οικία του πατέρα του, στην οδό Σκιάθου 3, στην Αγλαντζιά, δεν έγιναν με τη θέληση του πελάτη του αλλά μετά από καταπίεση του και υπό το καθεστώς του στερητικού συνδρόμου από το οποίο έπασχε λόγω της διακοπής της χρήσης ναρκωτικών ουσιών.

Από την πλευρά της, η Κατηγορούσα Αρχή, μέσω των μαρτύρων κατηγορίας που κάλεσε να καταθέσουν στη δίκη εντός δίκης, προέβαλε τη θέση ότι οι ανακριτές της υπόθεσης είχαν επιστήσει την προσοχή του κατηγορουμένου στον νόμο και τον είχαν ενημερώσει για όλα τα δικαιώματα του, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος του να μιλήσει με δικηγόρο προτού πει οτιδήποτε.

Διαβάζοντας γραπτή δήλωση που ετοίμασε και η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο ως μέρος της κύριας εξέτασης του, ο Λ. Τζιωνής υποστήριξε ότι το προηγούμενο βράδυ της 27/4/2018 δεν είχε κοιμηθεί καλά και πως ούτε η ψυχολογική του κατάσταση ήταν καλή και πως έγραφε σημειώσεις  μέχρι αργά το βράδυ.

Είπε ότι κανένας δεν του είχε πει ότι θα τον παραλάμβαναν από το πρωί από τον αστυνομικό σταθμό του Αγίου Δομετίου για να τον μεταφέρουν στο ΤΑΕ για ανάκριση. Είπε ότι αφού του φόρεσαν χειροπέδες, τον οδήγησαν στο αστυνομικό όχημα χωρίς να τον ρωτήσουν αν επιθυμούσε να πάρει πρόγευμα. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι πήγαιναν στο ΤΑΕ.

Είπε ότι ενώ βρισκόταν εντός του οχήματος τον είχαν ενημερώσει για τη διαδικασία της αναγνώρισης του χωρίς, όπως υποστήριξε, να του εξηγήσουν οτιδήποτε ως προς το τι δικαιούταν και τι θα ήταν προς το συμφέρον του. Υποστήριξε ότι όταν του ανέφεραν ότι αναγνωρίστηκε, δεν ανέφερε ότι ένοιωσε οτιδήποτε.

Υποστήριξε ακόμη ότι είχε δει μέσα σε ένα ανοικτό ντουλάπι του γραφείου, όπου έγινε η ανάκριση του στο ΤΑΕ, ότι υπήρχε ένα πιστόλι και πως όταν ο ίδιος κοίταξε σε κάποια στιγμή την ανοικτή πόρτα του γραφείου, ο εκ των ανακριτών της υπόθεσης,  Γιώργος Θεμιστοκλέους τον είχε ρωτήσει αν σκόπευε να αποδράσει υποδεικνύοντας του ταυτόχρονα και το πιστόλι, κατά τον ισχυρισμό του.  

Σημείωσε επίσης ότι ο κ. Θεμιστοκλέους ήταν «πολύ ψυχοφθόρος» σε αντίθεση με τον άλλο ανακριτή της υπόθεσης, τον κ. Σιαρμούτη, «ο οποίος ήταν συνέχεια πολύ κοντά μου».

Είπε ότι του είχαν υποβάλει πάρα πολλές ερωτήσεις και πως «έλεγε ό,τι να ‘ναι για να τελειώνει αυτό που γινόταν».

Υποστήριξε ότι κατά την προφορική και την γραπτή ανάκριση του έτρεμε και είχε πανικό και έντονο άγχος και ότι συνέχεια τον πίεζαν και του έλεγαν ότι δεν τον πίστευαν.

Δήλωσε ότι ο ίδιος ήθελε να σταματήσουν να τον ρωτούν και πως για αυτό το σκοπό σε κάποια φάση, χωρίς να σκεφτεί, βγήκε πάνω στο γραφείο. Υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να πηδήξει γιατί ήταν δεμένος με τις χειροπέδες.

Υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι σε τρεις περιπτώσεις ο κ. Θεμιστοκλέους κτύπησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι, επειδή δεν απαντούσε στις ερωτήσεις που του έθεταν κατά την προφορική εξέταση.

Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι «από την ημέρα της σύλληψης μου, πάντα μου έλεγαν επιθετικά ''υπόγραψε'' και υπέγραφα» , πως δεν του είχαν δώσει χρόνο για να διαβάσει τι υπέγραφε ούτε του είχαν πει ότι είχε το δικαίωμα να μιλήσει με δικηγόρο και πως δεν καταλάβαινε τη σοβαρότητα αυτών που έλεγε.  

«Υπέγραφα για να πάμε πιο κάτω», είπε ο κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος ότι από την ημέρα της παραλαβής του από τον σταθμό του Αγίου Δομετίου «επικρατούσε ένα αίσθημα βιασύνης και πίεσης» και πως του θύμωναν.

Υποστήριξε ακόμη ότι από την ημέρα της σύλληψης του οι αστυνομικοί ήταν επιθετικοί μαζί του και έτσι ο ίδιος φοβόταν να μιλήσει ελεύθερα και να πει ότι είχε κάνει χρήση κοκαΐνης λίγες ώρες πριν από τη σύλληψη του στις 25/4/2018.

Είπε επίσης ότι ο ψυχίατρος που τον εξέτασε δεν τον είχε ρωτήσει για ναρκωτικές ουσίες και πως ο ίδιος δεν μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα λόγω της παρουσίας των αστυνομικών. Ισχυρίστηκε ότι δεν του ζήτησαν να υποβληθεί σε αναλύσεις, ενώ τους είχε πει ότι είχε κάνει ναρκωτικά.

Ο Λ.Τζιωνής θα εξεταστεί από την Εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής Πολίνα Ευθυβούλου την ερχόμενη Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου. Η κα. Ευθυβούλου είπε επίσης ότι θα διερευνήσει κάποια πληροφορία σε σχέση με την κράτηση του Τζιωνή στις Κεντρικές Φυλακές χωρίς να ήταν σε θέση να πει περισσότερα.  

Κατά την έναρξη της διαδικασίας, ολοκληρώθηκε η αντεξέταση από τον δικηγόρο του Τζιωνή του ανακριτή της υπόθεσης, Υπαστυνόμου της ΑΔΕ Λευκωσίας, Γιώργου Θεμιστοκλέους ο οποίος επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα δικαιώματα του από την πρώτη ημέρα της σύλληψης του και πως τα όσα είπε στους ανακριτές τα είπε με τη θέληση του χωρίς καμία πίεση. Ο κ. Αναστασίου ενημέρωσε το δικαστήριο ότι προτίθεται να καλέσει ως μάρτυρες υπεράσπισης για τη δίκη εντός δίκης ιατροδικαστή και ψυχίατρο.

Εκτός από τον Τζιωνή, κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι ο ετεροθαλής αδελφός του Λευτέρης Σολωμού, η Σάρα Σιάμς και ο Μάριος Χατζηξενοφώντος.

Όλοι οι κατηγορούμενοι έχουν δηλώσει μη παραδοχή και στις επτά συνολικά κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και που αφορούν στα αδικήματα του φόνου εκ προμελέτης, της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος, της ληστείας, της νυχτερινής διάρρηξης κατοικίας, της απαγωγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό και της μεταφοράς επιθετικών όπλων.
 
Υπενθυμίζεται ότι αρχικά ο Τζιωνής είχε παραδεχθεί όλες τις κατηγορίες εκτός από την κατηγορία της διάρρηξης της κατοικίας του άτυχου ζεύγους, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε διάρρηξη διότι «ήταν ανοικτά». Στη συνέχεια όμως ζήτησε και άλλαξε την απάντηση του, δηλώντας μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες.
 
Όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά οκτώ συνολικά κατηγορίες, ωστόσο η Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε στην πορεία την 3η κατηγορία που αφορά στη συνωμοσία για φόνο με το δικαστήριο να απαλλάσσει τους κατηγορούμενους από τη συγκεκριμένη κατηγορία.

Πηγή: ΚΥΠΕ

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018, 17:32