Οδηγός Διαπλοκής

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013, 17:18
Οδηγός Διαπλοκής
Κάποιοι Εξαπατούν για το Σεβασμό
Κάποιοι Εξαπατούν για την Αγάπη
Άλλοι Εξαπατούν για την Αλήθεια
Όλοι όμως Εξαπατούμε για την Επιβίωση

Ένα από τα καλύτερα καστ σε μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς!

Βραβείο καλύτερης ταινίας, σεναρίου και β’ γυναικείου ρόλου από τους κριτικούς της Νέας Υόρκης.

Στο Τop 10 των φαβορί για τα φετινά Oscar®

Η ταινία «Οδηγός Διαπλοκής», τοποθετημένη στο σαγηνευτικό κόσμο ενός από τα πλέον παράξενα σκάνδαλα της δεκαετίας του ’70, αφηγείται την ιστορία του πανέξυπνου απατεώνα Ίρβιν Ρόζενφελντ (Κρίστιαν Μπέιλ), ο οποίος μαζί με την εξίσου γοητευτική και πανούργα συνεταίρο του Σίντνεϊ Πρόσερ (Έιμι Άνταμς), αναγκάζεται να συνεργαστεί με έναν αχαλίνωτο πράκτορα του FBI, τον Ρίτσι ΝτιΜάσιο (Μπράντλεϊ Κούπερ) για να παγιδεύσουν άλλους απατεώνες, μαφιόζους και πολιτικούς, που επιδιδόταν σε μια σειρά από παράνομες δραστηριότητες. Ο ΝτιΜάσιο τους ωθεί στον κόσμο διαμεσολαβητών εξουσίας του Τζέρσεϊ και της μαφία, έναν κόσμο τόσο επικίνδυνο όσο και μαγευτικό.
Ο Τζέρεμι Ρένερ είναι ο Κάρμιν Πολίτο, ένας παθιασμένος, ανήσυχος, πολιτικός άρχοντας του Νιου Τζέρσεϊ, ο οποίος παγιδεύεται εν μέσω απατεώνων και Ομοσπονδιακών.
Η απρόβλεπτη σύζυγος τού Ίρβινγκ, Ρόζαλιν (Τζένιφερ Λόρενς) ίσως είναι εκείνη που θα κινήσει τα νήματα και θα ανατρέψει τα πάντα.
Όπως και στις δύο προηγούμενες ταινίες του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, το “Οδηγός Διαπλοκής” αψηφά το είδος για να αφηγηθεί μια ιστορία έρωτα, επαναπροσδιορισμού και επιβίωσης.


ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ
Το «Οδηγός Διαπλοκής» (American Hustle) σηματοδοτεί το τρίτο μέρος τού εξελιγμένου τρίπτυχου ταινιών του σκηνοθέτη Ντέιβιντ O’ Ράσελ. Αρχίζοντας από το Fighter, συνεχίζοντας με τον Οδηγό Αισιοδοξίας και προχωρώντας σε ένα ακόμη μεγαλύτερο και πρωτόγνωρο καμβά με το Οδηγός Διαπλοκής, ο O’ Ράσελ επικεντρώνεται σε χαρακτήρες που προσπαθούν να αλλάξουν τη ζωή τους μέσα από τη διαδικασία του επαναπροσδιορισμού. «Πρόκειται για ταινίες που αφορούν ανθρώπους η ζωή των οποίων δεν πήρε την τροπή που επιθυμούσαν ή προσδοκούσαν», μας εξηγεί. «Υπάρχει ακόμα κάτι αξιολάτρευτο μέσα τους βαθιά, αλλά είναι και θλιβεροί. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, όχι μόνο στην τρίτη πράξη, εκτιμούν αυτό που είναι και το πώς θα μπορέσουν να αγαπήσουν ξανά τη ζωή. Αυτοί οι χαρακτήρες έχουν την αίσθηση του ποιους πλήγωσαν και αναρωτιούνται όχι μόνο για το τι θα κάνουν, αλλά πώς θα νοιαστούν και πάλι για τη ζωή, πώς θα ερωτευτούν ξανά. Είναι σημαντικό για μένα το ότι είναι άνθρωποι με πάθος, που αγαπούν ή αγάπησαν τη ζωή με κάποιους συγκεκριμένους τρόπους. Είναι επίσης σημαντικό για μένα η επιμονή τους, το πώς περνάνε στην άλλη όχθη, ταπεινώνονται αλλά η αγάπη τους μένει ανέπαφη ή ανανεώνεται. Δεν είναι κοινότοπο λοιπόν όταν λέει ο Ίρβινγκ, ότι τα έζησαν όλα».

Στον πυρήνα της ταινίας βρίσκεται μια δυνατή ιστορία αγάπης ανάμεσα στον Ίρβινγκ Ρόζενφελντ και τη Σίντνεϊ Πόρτερ, αδελφές ψυχές και συνεργάτες. «Η ερωτική σχέση τους τούς δίνει μια ξεχωριστή δύναμη, που όποιος ερωτεύτηκε ποτέ μπορεί να επιβεβαιώσει,» λέει ο Ράσελ. «Όταν είσαι ερωτευμένος, νιώθεις ότι είσαι υπεράνω, κάτι θεϊκό σού συμβαίνει. Κατά τη γνώμη μου, το πρώτο μέρος της επικοινωνεί το πώς αυτοί οι δύο ερωτεύτηκαν, πόσο ξεχωριστά είναι τα αισθήματά τους, πόσο πολύ αγαπούν τη ζωή τους –ότι η απόλαυση ήταν το παν. Ερωτευόμαστε και οι ίδιοι το πάθος τους για τη ζωή. Και τότε, αρχίζουν τα προβλήματα. Θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους για να επιβιώσουν –και όταν το καταφέρουν, τι απογίνεται η αγάπη τους;»

Στην ουσία πρόκειται για μια αισθηματική ταινία. Ο Ο’Ράσελ σημειώνει: «Είναι για το ρομάντζο ανάμεσα στον Ίρβινγκ και τη Σίντνεϊ και το σύντομο ρομάντζο ανάμεσα στον Ρίτσι και τη Σίντνεϊ και του φευγαλέου ρομάντζου ενός γάμου που πεθαίνει ανάμεσα στον Ίρβινγκ και τη Ρόζαλιν. Είναι για τη φιλία ανάμεσα στον Ίρβινγκ και τον Κάρμιν και τον γάμο του Κάρμιν με την Ντόλι. Και, φυσικά, η τέχνη της κομπίνας του Ίρβινγκ αποτελεί ένα ρομάντζο με ποικίλους τρόπους – έχει την ικανότητα να γοητεύει, να κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν, να επιθυμούν, να ονειρεύονται.»

«Η ιδέα της εξαπάτησης βρίσκεται σε κάθε πτυχή της ταινίας», προσθέτει ο παραγωγός Τσαρλς Ρόβεν. «Ποιον εξαπατούν ο Ιρβ και η Σίντνεϊ – αυτόν που του παίρνουν λεφτά ή τον ίδιο τους τον εαυτό, με την πεποίθηση ότι κάνουν το σωστό; Ποιον εξαπατούμε όταν είμαστε με κάποιον – είμαστε μαζί του επειδή τον θαυμάζουμε ή επειδή τον έχουμε ανάγκη;»
«Το περισσότερο μέρος της ταινίας είναι για τους διαφόρους τρόπους που εξαπατούμε τους άλλους και τον εαυτό μας», προσθέτει ο παραγωγός Ρίτσαρντ Σακλ.
«Όταν είσαι κολλημένος σε μια δουλειά που μισείς, ή σε μια ταραγμένη σχέση, πείθεις τον εαυτό σου ότι όλα είναι μια χαρά, ότι όλα θα πάνε καλά. Όλοι πρέπει να βρούμε διεξόδους, γιατί μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε. Και αυτό κάνουν οι ήρωες αυτής της ταινίας.»

Το «Οδηγός Διαπλοκής» (American Hustle) άρχισε όταν ο σεναριογράφος Έρικ Γουόρεν Σίνγκερ πλησίασε τον Ρόβεν και τον Σακλ για να φτιάξουν μια ταινία για την Atlas Entertainment με θέμα το Σκάνδαλο Abscam, γράφοντας ένα σενάριο που κέρδισε μια θέση στο Black List. Όταν οι παραγωγοί Ρόβεν και Σακλ έφεραν το πρότζεκτ στον Ο’ Ράσελ, εκείνος πρότεινε μια νέα προσέγγιση, να απομακρυνθεί από το σκάνδαλο και να επικεντρωθεί στις προσωπικές αναμνήσεις, στα αισθήματα και στη φαντασία του για να δημιουργήσει μία φανταστική ταινία χαρακτήρων.
«Ο Έρικ έκανε απίθανη δουλειά, γράφοντας ένα συγκλονιστικό διαδικαστικό,» σημειώνει ο Ρόβεν. «Όμως, ο Ντέιβιντ εμφανίστηκε με μια εντελώς διαφορετική δυναμική. Στο τέλος, ο Ντέιβιντ εμπνεύστηκε από έναν αληθινό απατεώνα ο οποίος ήταν άγνωστος για να δημιουργήσει μια ιστορία η οποία εισχωρεί στη βαθιά αλήθεια για τον επαναπροσδιορισμό και την επιβίωση.» Ο Σακλ προσθέτει ότι η αίσθηση στοργής και τρυφερότητας που βγάζει η ταινία στην αρχή, μοιάζει ανεδαφικό με τα γεγονότα που ενέπνευσαν την ταινία, αλλά η ευφυΐα του Ράσελ είναι στο να βρει τη σχέση ανάμεσα στην αληθινή ιστορία και την ιστορία που ήθελε να αφηγηθεί.
«Υπάρχει ένας κυνισμός σε κάποια θέματα του σκανδάλου Abscam, αλλά δεν είναι αυτή η ταινία που έφτιαξε ο Ντέιβιντ,» μας λέει. «Η ταινία του Ντέιβιντ έχει τρομερή καρδιά. Σε όλες τις ταινίες του, οι ήρωες κάνουν μια εκτίμηση στη ζωή τους και αναζητούν κάτι καλύτερο.»

Στο τέλος, ο Ο’ Ράσελ πιστεύει ότι η δουλειά του ως σκηνοθέτης είναι να κάνει τους θεατές να αγαπήσουν τους χαρακτήρες, παρά τις αμαρτίες τους. «Τελικά, ελπίζω το κοινό να περάσει όμορφα με τους χαρακτήρες», λέει ο Ο’Ράσελ. «Πάνω απ’ όλα, θέλω να τους ερωτευτείτε. Η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που μπορεί να μου κάνει κάποιος είναι όταν φύγει από την αίθουσα και πει, “Τους λάτρεψα αυτούς τους ανθρώπους, δεν ήθελα να τους αφήσω”.»


ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ABSCAM
Το πραγματικό σκάνδαλο Abscam ξεκίνησε ως επιχείρηση του FBI. Αφορούσε στο οικονομικό έγκλημα και κατά συνέπεια στην πολιτική διαφθορά. Οι Ομοσπονδιακοί Τζον Γκουντ και Άντονι Αμορόσο συνεργάστηκαν με έναν απατεώνα, τον Μελ Γουέινμπεργκ, σε μια αστυνομική επιχείρηση. Ο Γουέινμπεργκ και το FBI δημιούργησε μια πλασματική εταιρεία, με επικεφαλής έναν δήθεν Άραβα Σεΐχη, προκειμένου να δωροδοκεί αξιωματούχους με αντάλλαγμα πολιτικές χάρες.

«Δε μας πήρε πολύ να πειστούμε για την ικανότητα τού Μελ,» λέει ο Γκουντ. Αφοσιώθηκε σε αυτό. Δε θα τον έλεγα πληροφοριοδότη, έδρασε πέρα από το φάσμα τού να παρέχει πληροφορίες. Πήρε μέρος σε μια μυστική επιχείρηση. Ήταν ένας απατεώνας, αλλά είχε καλή καρδιά και διέθετε μια αξιοπρέπεια, συμμετείχε σε μια νόμιμη επιχείρηση και κατάφερε να επιτύχει κάτι στη σωστή πλευρά του Νόμου.»

Ο Γουέινμπεργκ έγινε ο βασικός μάρτυρας στις υποθέσεις του FBI κατά έξι μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, και ενός γερουσιαστή, που καταδικάστηκαν με διάφορες κατηγορίες στο σκάνδαλο. Επιπλέον, καταδικάστηκαν και άλλοι τοπικοί άρχοντες, συμπεριλαμβανομένου και του δημάρχου του Κάμντεν, στο Νιού Τζέρσεϊ.

«Θεωρούσα πολύ καλό άνθρωπο τον δήμαρχο», λέει ο Αμαρόσο. «Πρωταρχικό μέλημά του ήταν να βοηθήσει τον εαυτό του, αλλά ήθελε να βοηθήσει και το Κάμντεν του Νιού Τζέρσεϊ. Κάποτε ήμαστε στο Ατλάντικ Σίτι και κάποιοι μεθυσμένοι στην προβλήτα έτυχε να τον πλησιάσουν. Ο τύπος δεν ήταν καν ψηφοφόρος τού δημάρχου, όμως εκείνος διέθεσε δέκα λεπτά για να του μιλήσει.
Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο δήμαρχος. Σ’ αυτή τη δουλειά, υπάρχουν άνθρωποι που δε βλέπεις την ώρα να τους κλείσεις φυλακή και άλλοι που λυπάσαι όταν καταστρέφονται. Ο δήμαρχος ήταν από αυτούς –λυπόσουν να τον βλέπεις να καταστρέφεται, αλλά αυτή ήταν η δουλειά μου.»

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Ο’Ράσελ
Σενάριο: Έρικ Γουόρεν Σίνγκερ και Ντέιβιντ Ο’ Ράσελ
Πρωταγωνιστούν: Κρίστιαν Μπέιλ, Μπράντλεϊ Κούπερ, Έιμι Άνταμς, Τζέρεμι Ρένερ και Τζένιφερ Λόρενς

9 Ιανουαρίου 2014 στους Κινηματογράφους




Επιμέλεια: Νικόλας Αρώνης

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013, 17:18