Στη διαχείριση του καρκίνου του μαστού, η εμμηνοπαυσιακή κατάσταση της ασθενούς αποτελεί καθοριστική παράμετρο. Επηρεάζει την επιλογή της μετέπειτα φαρμακευτικής αγωγής, ενώ παράλληλα προσδιορίζει τη βιολογία του όγκου και καθορίζει τη θεραπευτική στρατηγική που θα ακολουθήσει η ιατρική ομάδα: δηλαδή, αν η ασθενής θα οδηγηθεί πρώτα στο χειρουργείο ή αν θα προηγηθεί η χημειοθεραπεία.

Στατιστικά, το 75-80% των διαγνώσεων καρκίνου του μαστού αφορά γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, περίοδο κατά την οποία οι όγκοι έχουν συνήθως διαφορετική συμπεριφορά σε σχέση με το 20-25% των περιπτώσεων που εμφανίζονται σε νεότερες γυναίκες.

Οι τέσσερις άξονες στους οποίους η εμμηνοπαυσιακή κατάσταση αλλάζει τα κλινικά δεδομένα:

1. Η επιθετικότητα του όγκου

Οι ορμόνες επηρεάζουν άμεσα το προφίλ του καρκίνου.

Πριν την εμμηνόπαυση: Είναι συχνότεροι οι τύποι όγκων που χαρακτηρίζονται από ταχύ ρυθμό πολλαπλασιασμού των κυττάρων, όπως ο HER2-θετικός και ο τριπλά αρνητικός καρκίνος.

Μετά την εμμηνόπαυση: Η συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών είναι ορμονοεξαρτώμενοι καρκίνοι. Συνήθως πρόκειται για όγκους χαμηλότερης επιθετικότητας, που αναπτύσσονται πιο αργά.

2. Χειρουργείο ή Προεγχειρητική Χημειοθεραπεία;

Η εμμηνοπαυσιακή κατάσταση συχνά υπαγορεύει τη σειρά των κλινικών πράξεων:

Στις περισσότερες μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, το πρώτο βήμα είναι συνήθως η χειρουργική επέμβαση.

Στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με επιθετικούς όγκους, η ιατρική ομάδα συχνά προκρίνει τη χορήγηση προεγχειρητικής (εισαγωγικής) χημειοθεραπείας. Αυτό γίνεται για να επιτευχθεί η συρρίκνωση του όγκου, δίνοντας στον χειρουργό τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει επέμβαση διατήρησης του μαστού αντί για μαστεκτομή.

3. Ο έλεγχος των λεμφαδένων

Η σταδιοποίηση της μασχάλης (έλεγχος για επέκταση της νόσου στους λεμφαδένες) είναι απαραίτητη για κάθε ασθενή, όμως τα ευρήματα αξιολογούνται διαφορετικά:

Πριν την εμμηνόπαυση: Η παρουσία έστω και ενός θετικού λεμφαδένα οδηγεί συχνότερα την ιατρική ομάδα στην απόφαση για χορήγηση χημειοθεραπείας, λόγω της γενικότερης βιολογίας των όγκων σε αυτές τις ηλικίες.

Μετά την εμμηνόπαυση: Σε γυναίκες με ορμονοεξαρτώμενο καρκίνο, η παρουσία 1-3 θετικών λεμφαδένων δεν συνεπάγεται πάντα χημειοθεραπεία. Η ιατρική ομάδα μπορεί να αποφασίσει ότι η ορμονοθεραπεία επαρκεί, ειδικά αν ο όγκος έχει ήπια χαρακτηριστικά.

4. Το πλάνο της ορμονοπροστασίας

Μετά το χειρουργείο, η εμμηνόπαυση καθορίζει το είδος της φαρμακευτικής προστασίας:

Πριν την εμμηνόπαυση: Η στρατηγική εστιάζει στον αποκλεισμό των υποδοχέων των οιστρογόνων (συνήθως με ταμοξιφαίνη). Σε αυτή τη φάση εξετάζεται και το θέμα της διατήρησης της γονιμότητας πριν τις θεραπείες, καθώς οι θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν τη μελλοντική λειτουργία των ωοθηκών.

Μετά την εμμηνόπαυση: Χρησιμοποιούνται φάρμακα (αναστολείς αρωματάσης) που εμποδίζουν την παραγωγή οιστρογόνων από άλλους ιστούς του σώματος, αφού οι ωοθήκες δεν λειτουργούν πλέον.

Συμπέρασμα

Για την ιατρική ομάδα, η εμμηνοπαυσιακή κατάσταση είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την εξατομίκευση της θεραπείας.

Στις μεγαλύτερες γυναίκες, η νόσος είναι συχνά λιγότερο επιθετική, επιτρέποντας άμεσες χειρουργικές λύσεις.

Στις νεότερες γυναίκες, η αντιμετώπιση προσαρμόζεται στη συχνά πιο απαιτητική βιολογία του όγκου.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι χάρη στην έγκαιρη διάγνωση και τις σύγχρονες στοχευμένες θεραπείες, η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών —ανεξαρτήτως ηλικίας ή εμμηνόπαυσης— αντιμετωπίζει πλέον τη νόσο με πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας.

Η πρόγνωση του καρκίνου του μαστού σήμερα είναι καλύτερη από ποτέ, προσφέροντας στις γυναίκες μια πλήρη και ποιοτική ζωή μετά τη θεραπεία.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης