Εβδομήντα χρόνια από τη Ματωμένη Πρωτομαγιά

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014, 08:17
Εβδομήντα χρόνια από τη Ματωμένη Πρωτομαγιά
Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη Ματωμένη Πρωτομαγιά, ημερομηνία-σταθμός για την Ελλάδα, όταν το 1944, στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από τα γερμανικά πολυβόλα πέφτουν νεκροί 200 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, όλοι τους κομμουνιστές.

Το ιστορικό

Όταν ένας Γερμανός στρατηγός, τρεις αξιωματικοί και αρκετοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους σε ενέδρα ανταρτών στους Μολάους, οι κατοχικές δυνάμεις αποφάσισαν την εκτέλεση των 200 αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, καθώς και την εκτέλεση όλων των ανδρών που θα συλλαμβάνονταν μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Οι εκτελεσθέντες ήταν 200 κρατούμενοι του στρατοπέδου Χαϊδαρίου, εκ των οποίων οι 170 ήταν πρώην πολιτικοί κρατούμενοι του καθεστώτος του Μεταξά και οι υπόλοιποι εξόριστοι στην Ανάφη. Τα ονόματά τους υπήρχαν σε καταλόγους της δικτατορίας του Μεταξά, οι οποίοι στη συνέχεια παραδόθηκαν στις δυνάμεις κατοχής.

«Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. Ως αντίποινα διατάχτηκε: 1. Ο τυφεκισμός 200 Κομμουνιστών την 1.5.1944. 2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων.

»Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.

»Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος», έγραφε στο φύλλο της η Καθημερινή στις 30.4.1944.

Η εκτέλεση

Πρωτομαγιά 1944, 5.00 το ξημέρωμα. Τραγουδούσαν και χόρευαν οι μελλοθάνατοι, έφτυναν κατάμουτρα το χάρο. Δέκα αυτοκίνητα τους πρόσμεναν με προορισμό το Σκοπευτήριο. Σε χαρτάκια γραμμένα τα στερνά τους λόγια που τα πετούσαν κατά τη διαδρομή.

Στις 10.00 το πρωί έπεσαν οι πρώτοι πολυβολισμοί που δεν καταλάγιασαν μέχρι τ’ απομεσήμερο. Οι Γερμανοί δέχτηκαν να μη γδυθούν οι εκτελεσμένοι που μεταφέρονταν στον τόπο της εκτέλεσης σε εικοσάδες. Αγγάρεψαν αρκετούς από τη γύρω περιοχή για να κουβαλούν τα άψυχα πτώματα και να τα πετούν στο αυτοκίνητο-σκουπιδιάρα.

Το προσκλητήριο

Ειδικότερα, το πρωί της 1ης Μαΐου στο Χαϊδάρι, μετά το προσκλητήριο άρχισε η εκφώνηση του καταλόγου των μελλοθανάτων που συντάχτηκε σε ειδικό γραφείο της οδού Μέρλιν όπου συστεγάζονταν τα Ες-Ες με την Ειδική Ασφάλεια.

Με τον αριθμό 71, εκφωνήθηκε το όνομα Ναπολέων Σουκατζίδης, ο οποίος επειδή γνώριζε τη γερμανική γλώσσα εκτελούσε χρέη διερμηνέα. Τότε επεμβαίνει ο διοικητής του στρατοπέδου Καρλ Φίσερ (Karl Fischer): «Όχι εσύ! Όχι εσύ Ναπολέων! ».

Η απάντησή του θα μείνει σύμβολο αυτοθυσίας: «Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή, με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλο κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!».

Το ίδιο συμβαίνει και με τον στρατοπεδάρχη του Χαϊδαρίου Αντώνη Βαρθολομαίο. Τους φόρτωσαν και τους 200 σε έξι αυτοκίνητα και τους οδήγησαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Στη διαδρομή ως το Σκοπευτήριο οι μελλοθάνατοι πέταξαν μέσα από τα αυτοκίνητα σημειώματα με διευθύνσεις των δικών τους με κάποιο μήνυμα.

Στο Σκοπευτήριο τους χώρισαν σε εικοσάδες. Στην τελευταία εικοσάδα έβαλαν τον Σουκατζίδη, για να μπορέσουν να τον χρησιμοποιήσουν ως διερμηνέα. Η πρώτη εικοσάδα πήρε θέση απέναντι από τις κάννες των όπλων.

Ο επικεφαλής των Γερμανών γύρισε προς τον Σουκατζίδη:

- Ρώτησέ τους αν έχουν τίποτα να πουν.

Ο Σουκατζίδης μεταφράζει. Και τότε με μια φωνή οι μελλοθάνατοι απαντούν:

- Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η λευτεριά!

Τώρα είναι η σειρά της δεύτερης εικοσάδας, αλλά πριν πάρουν θέση απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα οι κατακτητές τούς υποχρεώνουν να φορτώσουν τους νεκρούς στα αυτοκίνητα. Η ίδια σκηνή θα επαναληφθεί αρκετές φορές, ώσπου στο τέλος δεν είχε μείνει κανείς ζωντανός από τους 200. Μόνο την τελευταία εικοσάδα την μετέφεραν οι Γερμανοί. Ήταν λίγο μετά τις 10 το πρωί.

Στο Γ’ Νεκροταφείο πρόσμεναν 200 τάφοι για να δεχτούν αυτούς που τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο την ώρα που τους εκτελούσαν. Κι εκεί, έτρεξαν λίγοι γνωστοί και συγγενείς, ν’ αφήσουν μερικά λουλούδια και καυτά δάκρυα, σ’ όποιο τάφο έβρισκαν μπροστά τους, αφού δεν υπήρχαν αναγραφόμενα ονόματα.

Επιμέλεια: Μαριάννα Μαρμαρά

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014, 08:18