Υπόθεση ενεχυροδανειστών: Η ακτινογραφία μιας επικής γκάφας

Υπόθεση ενεχυροδανειστών: Η ακτινογραφία μιας επικής γκάφας
Ρεπορτάζ: Παναγιώτης Βλαχουτσάκος

Τα λάθη και τις παραλείψεις των αστυνομικών και δικαστικών αρχών που οδήγησαν στην κατάρρευση της υπόθεσης της «μαφίας του χρυσού» και στην αποδόμηση της βασικής κατηγορίας εξήγησαν νομικοί κύκλοι στο zougla.gr.

Για να γίνει κατανοητό το τι ακριβώς έχει συμβεί πρέπει πρώτα να επισημανθεί πως η βασική κατηγορία όπως περιεγράφηκε στο διαβιβαστικό της ΕΛ.ΑΣ. και εν συνεχεία αποτέλεσε πυρήνα των ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν είναι η λαθρεμπορία, από την οποία προκύπτει και το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος.

Αν λοιπόν δεν υφίσταται λαθρεμπορία -που όπως φαίνεται δεν υφίσταται-, τότε ούτε εγκληματική οργάνωση υφίσταται, ούτε και ξέπλυμα χρήματος. Αυτό που ίσως υφίσταται είναι η μη απόδοση ΦΠΑ, δηλαδή φοροδιαφυγή, η οποία όμως ελέγχεται από τις φορολογικές αρχές και όχι από την Αστυνομία. (Να σημειωθεί ότι η μη απόδοση ΦΠΑ ύψους 100.000 ευρώ και άνω το έτος διώκεται σε βαθμό κακουργήματος και επισείει πολυετείς ποινές κάθειρξης).

Ποια ήταν λοιπόν τα λάθη και οι παραλείψεις που οδήγησαν στο «χρυσό φιάσκο»; Όπως ανέφεραν νομικοί κύκλοι στο zougla.gr, η αρχή έγινε με την προβληματική στοιχειοθέτηση της βασικής κατηγορίας καθώς, όπως εξήγησαν, θεμελιώδες στοιχείο για τη σωστή στοιχειοθέτηση του αδικήματος της λαθρεμπορίας αποτελεί η ανάλογη έκθεση τελωνειακής αρχής στην οποία να αναγράφεται το ύψος των διαφυγόντων δασμών. Τέτοια έκθεση όμως στην εν λόγω δικογραφία δεν υπάρχει.

Αντιθέτως υπάρχει η επιεικώς ανακριβής κατάθεση ενός ιδιώτη εκτελωνιστή ο οποίος αν και δηλώνει ότι ασκεί το επάγγελμα από το 1978, εμφανίζεται να αγνοεί βασικούς τελωνειακούς νόμους, (όπως αυτόν που ορίζει ότι δεν επιβάλλονται δασμοί στην εξαγωγή προϊόντων -πλην τροφίμων- σε μη κοινοτικές χώρες όπως η Τουρκία), με αποτέλεσμα να τινάζει την υπόθεση στον αέρα. Και αυτό γιατί η βάση πάνω στην οποία «πάτησε» η βασική κατηγορία είναι αυτή ακριβώς η κατάθεση.

Κατάθεση η οποία έγινε πλήρως αποδεκτή τόσο από τις αστυνομικές όσο και από τις δικαστικές Αρχές, χωρίς ποτέ να ερωτηθούν σχετικά οι αρμόδιες υπηρεσίες όπως η ΑΑΔΕ. Αν αυτό είχε συμβεί προφανώς και τα στελέχη της ΑΑΔΕ θα είχαν εξηγήσει στα στελέχη του Τμήματος Ασφαλείας Αμαρουσίου πως στην συγκεκριμένη υπόθεση τέτοιο αδίκημα δεν υφίσταται.

Η μία γκάφα λοιπόν διαδέχθηκε την άλλη και κάπως έτσι η υπόθεση έφθασε στο σημείο να καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Το κατηγορητήριο αποδείχθηκε διάτρητο και όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ένας εκ των δικηγόρων που ασχολούνται με την υπόθεση, όλο το ανακριτικό υλικό είναι πλασματικό διότι σχηματίσθηκε με λάθη δια παραλείψεων.

Αποποιούνται τις ευθύνες

Το ερώτημα λοιπόν εδώ είναι ένα και προφανές. Ποιος ευθύνεται για αυτό το πρωτοφανές φιάσκο; Αν και από την Κατεχάκη δεν έχει γίνει κάποιο σχόλιο αναφορικά με τις κινήσεις της Δικαιοσύνης, πηγές πέριξ του υπουργείου διέρρεαν ότι για την πρόοδο της δικογραφίας υπήρχε συνεχής ενημέρωση των αρμοδίων εισαγγελέων, οι οποίοι επόπτευαν την προανακριτική έρευνα και διαδικασία σε όλα τα στάδια.

Όπως αναφερόταν σε σχετικό non paper που κυκλοφόρησε χθες από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη: «Για την πρόοδο της δικογραφίας υπήρχε συνεχής ενημέρωση των αρμοδίων εισαγγελέων, οι οποίοι επόπτευαν την προανακριτική έρευνα και διαδικασία σε όλα τα στάδια.
Η επιχείρηση της αστυνομίας πραγματοποιήθηκε μετά το «πράσινο φως» των εισαγγελέων, οι οποίοι προηγουμένως ενημερώθηκαν για το σύνολο του προανακριτικού υλικού της δικογραφίας, συγχαίροντας μάλιστα τόσοι οι ίδιοι, όσο και η αρμόδια ανακρίτρια τους αστυνομικούς για τον άρτιο χειρισμό της υπόθεσης».


Απόν την άλλη, δικαστικές πηγές διέρρεαν ότι την ευθύνη φέρει η Αστυνομία γιατί δεν κατάφερε να «δέσει» το κατηγορητήριο.

Η διένεξη μεταξύ των δύο αδιάφορη. Η διεξαγωγή σοβαρής έρευνας για τον εντοπισμό ευθυνών απαραίτητη.

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018, 06:54