Mνήμες του παρελθόντος από την κόρη του Μίκη

Mνήμες του παρελθόντος από την κόρη του Μίκη
Να ‘μαστε στη Ζατούνα ο Γιώργος κι εγώ, τότε 1968-1969, όταν ο μπαμπάς ήταν εξορία και τον ακολουθήσαμε. Εδώ είμαστε μπροστά στο καφενείο του Τέρρη, στην κεντρική πλατεία του αϊ Γιώργη, εκεί που καθόταν συνήθως ο μπαμπάς, όταν τον αφήναν να κάνει τον καθημερινό περίπατο. (αλλά συχνά ήταν τιμωρημένος και τότε δεν του επέτρεπαν τη βόλτα αυτή και έμενε κλεισμένος στο σπίτι).

Η μαμά δεν δέχτηκε ποτέ να βγει από το σπίτι, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον εγκλεισμό τους. όμως εμείς χωριατόπαιδα πλέον, αλωνίζαμε στον πάνω και στον κάτω Μαχαλά, αλλά πιο πολύ στα γύρω πελώρια βουνά της Αρκαδίας.

Η Ζατούνα είναι η πιο γλυκιά πατρίδα μου! Όταν πηγαίνω δεν αντέχω και γεμίζω δάκρυα, δηλαδή πιο πολύ κλαίω γοερά τριγυρνώντας παντού στο χωριό, γι’ αυτό ποτέ κανείς δεν γνωρίζει πότε πηγαίνω, για να μπορώ να κλαίω, να κλαίω από συγκίνηση που βρίσκομαι σ’αυτόν τον ιερό για μένα τόπο.

Μ´αυτά και μ´άλλα σας ζάλισα με τις μελούρες μου! Όμως είδα πάλι την τόσο τρυφερή φωτογραφία και ξαναγύρισα πίσω στο παρελθόν. Τόσο μακρινό, τόσο απίθανο, αλλόκοτο, σαν να βγαίνει από κάποιο ξένο μυθιστόρημα! Όμως θυμάμαι καλά εμένα το μικρό ατίθασο κοριτσάκι και πιο πολύ τον γλυκό Γώγο! Αλλά και τον θεόρατο, όμορφο και νέο πατέρα μου! Είχε τριγύρω του δεκάδες χωροφύλακες, αλλά έμοιαζε πιο πολύ σαν αρχηγός τους, αυτός στη μέση κι αυτοί τριγύρω, δεξιά, αριστερά και πίσω του, στην καθημερινή του βόλτα. Ήταν πιο πολύ σαν να συνόδευαν έναν αρχιστράτηγο, έναν ήρωα που τον προστάτευαν με ευλάβεια!

Ναι, έτσι τον θυμάμαι! τόσο επιβλητικό με τα νεαρά αγόρια γύρω του να γελάνε, να χαίρονται γεμάτοι αγαλλίαση γιατί είχαν την τύχη να τον συνοδεύουν! Στις βόλτες αυτές, όταν δεν ήμασταν σχολείο, φροντίζαμε να είμαστε πάντα κι εμείς! Μας ξετρέλαινε η παρουσία των νεαρών με τις στολές τους και οι ατελείωτες κουβέντες του μπαμπά. Κι αυτοί να τον ακούνε διψασμένοι και να ρωτούν, να ρωτούν ασταμάτητα. Είχε γίνει ο δάσκαλος τους. Εμείς τους ακλουθούσαμε, χοροπηδάμε μπροστά τους κι ύστερα πάλι κολλούσαμε διπλά στον μπαμπά μας περήφανα γι' αυτόν και για όσα εξιστορούσε! Κι οι νεαροί πάντα μας πρόσεχαν, συχνά μας αγκάλιαζαν, μας σήκωναν ψηλά, χοπ! χοπ! και πάλι εμείς κολλάγαμε δίπλα στον μπαμπά μας, νοιώθοντας προστατευμένα κοντά του! Είχε και μια μαγκούρα ο μπαμπάς, τώρα που το θυμάμαι. Ήμασταν, λέω τώρα, σαν μασκότ για τους νέους χωροφυλάκους. Πολλές φορές φρουπ τρέχαμα, φεύγαμε μακριά, έως την παναγία και το σχολείο, σαν σε αγώνα δρόμου.

Εμείς μπορούσαμε να τρέξουμε, να φύγουμε μακριά, ενώ αυτός ποτέ! Έπρεπε να περπατά πάντα, ποτέ να μην τρέχει και να είναι πάντα κολλημένος σ’αυτή την ανθρώπινη μάζα χωροφυλάκων που πάνα κινιόταν όλη μαζί από τη μια άκρη του χωριού έως την άλλη • Πάντα μια μάζα σφιχτή ανθρώπων που δεν χώριζε ποτέ, μα ποτέ! Θα’ ταν τελικά πολύ περίεργη η μάζα αυτή, τάρα που το σκέπτομαι, αν την έβλεπε κανείς ψηλά από τον ουρανό. Μια μάζα ανθρώπων να κινείται κάθε μέρα και επί ένα χρόνο και πάνω κατά μήκος ενός σχεδόν ερειπωμένου χωριού! Παράξενη κίνηση!

Τι θα σκεφτόταν άραγε από ψηλά το γεράκι κι ο αητός της Αρκαδίας όταν πετούσαν πάνω από τη Ζατούνα σίγουρα θα’ταν γι αυτά το «θέατρο του παραλόγου», όπως θα’λεγε κι ο αγαπημένος μου φίλος Βασίλης Κουμής! Μα όσο παράλογο κι αν ήταν, μετά από σαρανταπέντε χρόνια, θα’ θελα θεέ μου να κινούμε πάλι γύρω από αυτή τη μάζα! Τότε! καληνύχτιζα σας! Πήγε τέσσερις το πρωί!!!

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
ΣΑΒΒΑΤΟ 21/12/13 προς Κυριακή 22/12/13.

Υ.Γ. 1

Το κείμενο αναφέρεται στη γνωστή φωτογραφία του πατέρα μου, που είναι καθισμένος στην καρέκλα, έξω από το καφενείο του Τέρρη κι εμείς, ο Γιώργος κι εγώ, μικρά παιδιά, δεξιά κι αριστερά του, κοιτάμε τον ξένο δημοσιογράφο κι οπερατέρ που μας τραβάει και που όλο ρωτάει με ένταση τον πατέρα μου κι αυτός του απαντάει με ορμή κι ο χωροφύλακας, γελοίος, τον απειλεί, του απαγορεύει να απευθύνεται στον μπαμπά μας και φωνάζει στον μπαμπά μας πως δεν πρέπει να μιλάει σε ξένη γλώσσα που αυτός ο αγράμματος, ο αστοιχείωτος δεν καταλαβαίνει!

Έτσι νοιώθαμε εκείνη τη στιγμή εμείς τα παιδιά, παρ´όλο που ήμασταν μικρά παιδιά, ήμασταν πιο έξυπνα και πιο μορφωμένα απ´αυτόν τον κοντό, μάλλον βουνίσιο χωροφύλακα, που νόμιζε πως ήταν Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΥΡΩ ΒΟΥΝΩΝ! Αλλά ήταν τόσο γελοίος, τόσο μικρός, ασήμαντος, χαζός, φτωχός στο πνεύμα όπως λένε! Κι εμείς το βλέπαμε και κοροϊδεύαμε με τα πονηρά μας ματάκια! Για δέστε μας στο YTUBE, πόσο πονηρά κι αποφασισμένα ήμασταν!

Είχαμε συνηθίσει πια εκεί πέρα, στη Ζάτουνα. Είχαμε γίνει χωριατόπαιδα, βουνίσια αγριοκάτσικα, σκληραγωγημένα.
Στη φωτογραφία αυτή είμαστε όλοι ωραίοι!
Οι Γερμανοί δημοσιογράφοι είχαν έρθει ξαφνικά, παράνομα εννοείται.



Υ.Γ. 2

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΤΟ ΕΙΧΑ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙ ΓΙΑ ΠΟΛΛΕΣ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΤΟ FBOOK, ΑΛΛΑ ΠΟΤΕ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΓΡΑΨΕ LIKE, ΦΥΣΙΚΑ ΚΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ!
Τι στενοχώρια!
Ελπίζω αυτή τη φορά κάποιος να το διαβάσει.

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014, 19:39