Ζώντας τον εφιάλτη

Ζώντας τον εφιάλτη
Ποτέ δεν μου ήταν εύκολο να μιλάω για τη ζωή μου. Αν κανείς μου ζητούσε να την περιγράψω με μια λέξη, θα έλεγα εφιάλτης. Στα 25 μου χρόνια προσπαθώ να σβήσω το παρελθόν και να κάνω μια νέα αρχή. Μεγάλωσα στην επαρχία. Σε μια κλειστή και απομονωμένη κοινωνία. Ο πατέρας μου κι ο παππούς μου, επιβλητικές προσωπικότητες. Η μητέρα μου το εντελώς αντίθετο. Νοικοκυρά, κλεισμένη στο σπίτι, πάντα πρόθυμη στις απαιτήσεις του πατέρα μου. Ήμουν η αδυναμία του παππού μου σε σημείο αηδίας. Κυριολεκτικής αηδίας όμως.

Μια μέρα έτυχε να μείνω στο σπίτι. Οι δικοί μου βρίσκονταν σε κάποια οικογενειακή υποχρέωση αρκετά χιλιόμετρα μακριά. Ο παππούς μου έμεινε στο σπίτι, για να με προσέχει. Θυμάμαι τη στιγμή που μπήκε μέσα στο δωμάτιό μου. Κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Κάθισε στο κρεβάτι και άρχισε να με χαϊδεύει. Ένιωσα άβολα για πρώτη φορά. Μου έλεγε διάφορα γλυκόλογα, ώσπου έπεσε πάνω μου. Τη συνέχεια μπορεί κανείς να την φανταστεί. Ήμουν εννέα μόλις χρόνων.

Είπα στον εαυτό μου πως ήταν εκείνη τη φορά. Μου είπε πως, εάν έλεγα οτιδήποτε στους γονείς μου, θα σταματούσαν να με αγαπούν και πως θα με έδιωχναν από το σπίτι. Και δεν το άντεχα. Δυστυχώς, δεν ήταν η τελευταία. Η παρενόχληση συνεχιζόταν. Το ίδιο και ο εφιάλτης. Μεγαλώνοντας, οι δικοί μου έφευγαν συχνότερα από το σπίτι, αφήνοντάς με μόνη, αφού μου είχαν εμπιστοσύνη. Και φυσικά ο παππούς μου δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία. Άρχισα να κλείνομαι στον εαυτό μου. Δεν έβγαινα έξω, δεν έκανα φίλους στο σχολείο, δεν μιλούσα σε κανέναν. Ζούσα το μαρτύριό μου μόνη μου. Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτε. Οι γονείς μου, αντιθέτως, καμάρωναν που είχαν μια τόσο ήσυχη και υπάκουη κόρη. Κανείς δεν ήξερε.

Στην εφηβεία μου δεν έκανα καμία επανάσταση. Η μόνη αντίδραση ήταν να κλειδώνω την πόρτα του δωματίου μου και να μελετώ τα μαθήματά μου, ακούγοντας δυνατά μουσική από τα γουόκμαν μου. Μερικές φορές έβλεπα το πόμολο να κουνιέται. Τότε, απλώς έσφιγγα τα δόντια μου με όση δύναμη μπορούσα. Δεν ξέφευγα όμως όλες τις φορές. Κύλισαν έτσι εννέα εφιαλτικά χρόνια. Τελειώνοντας το λύκειο, έδωσα πανελλήνιες και κατάφερα να περάσω στη Νομική στην Αθήνα. Ήμουν καλή μαθήτρια και μου άρεσε το διάβασμα. Ίσως, γιατί με αποσπούσε από τις επώδυνες σκέψεις μου. Ίσως, γιατί είχα βάλει στόχο να φύγω από το σπίτι και να ανοίξω φτερά για νέους ορίζοντες. Κι αυτό ήταν ο δρόμος της φυγής μου.

Στην Αθήνα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Έμενα μόνη μου, σπούδαζα και παράλληλα βρήκα και μια part time δουλειά. Δειλά δειλά στην αρχή. Άρχισα να κάνω και φίλες. Περίεργο μου φαινόταν. Στο internet έμαθα για τον οργανισμό κακοποιημένων γυναικών. Επικοινώνησα μαζί τους. Ανακουφίστηκα, όταν αποκάλυψα την ιστορία μου και ανακάλυψα πως υπήρχαν κι άλλες γυναίκες που πέρασαν το ίδιο. Σιγά σιγά άρχισα να ξεθαρρεύω. Απομακρύνθηκα από την οικογένειά μου. Δεν ξέρω αν είναι το σωστό, είναι όμως αυτό που αντέχω.

Σήμερα εξακολουθώ να ζω μόνη στην Αθήνα. Δουλεύω ασκούμενη σε γραφείο γνωστού δικηγόρου. Νιώθω αρκετά καλά με τη ζωή μου. Στο πατρικό μου δεν ξαναπάτησα. Δε θέλω άλλωστε. Έμαθα πως ο παππούς μου έχει προβλήματα με την υγεία του, αλλά δεν δίνω και πολλή σημασία. Ακόμα δεν ξέρει κάνεις τίποτε. Και δεν νομίζω πως χρειάζεται πλέον.

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010, 09:05