Η Αμάρ αριστεύει σε ελληνικό σχολείο της Κολωνίας

Πρώτη καταχώρηση: Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018, 13:29
Η Αμάρ αριστεύει σε ελληνικό σχολείο της Κολωνίας
Το συγκινητικό «Γράμμα στην πατρίδα» της 19χρονης Άμαρ, που διάβασαν χθες οι αναγνώστες της DW, δεν ήταν τυχαίο. Η προσφυγοπούλα από τη Συρία είναι χαρισματικό παιδί και αρίστευσε στο ελληνικό σχολείο της Κολωνίας.

Όταν η Άμαρ κοιτούσε τις επιγραφές με τα ελληνικά γράμματα έξω από το παράθυρο του λεωφορείου που την μετέφερε από την Αθήνα στην Ειδομένη, δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα μάθαινε ελληνικά. Πίστευε ότι η παραμονή της στην Ελλάδα δεν θα διαρκούσε παρά λίγες μέρες. Στόχος της ήταν να βρει τα δύο της αδέλφια, που είχαν ήδη καταφέρει να φτάσουν στη Γερμανία.

Είχε αφήσει πίσω της την κόλαση του πολέμου στο Χαλέπι. Κατάφερε να περάσει με την οικογένειά της στη Σμύρνη, όπου έμεινε περισσότερο από ένα χρόνο.

«Φύγαμε στις 21 Δεκεμβρίου του 2014. Φύγανε πρώτα τα δυο αδέλφια μου στην Τουρκία για να βρούνε σπίτι για εμάς τους υπόλοιπους. Ο κύριος λόγος που φύγαμε ήταν επειδή σκοτώθηκε ένας μου αδελφός και οι γονείς μου είπαν πως πρέπει να φύγουμε, δεν γίνεται να χάσουμε και άλλα παιδιά» αναφέρει η ίδια. 

Οι χειρότερες μέρες στην Ειδομένη

Από εκεί πέρασε μαζί με εξήντα άλλους πρόσφυγες με τη «βάρκα» όπως λέει σε ένα μικρό νησάκι και από εκεί στη Χίο. Μια ιστορία που έγινε συνηθισμένη και χιλιοειπωμένη τα τελευταία χρόνια από τους πρόσφυγες. Ωστόσο η Άμαρ δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Η αγάπη της για την αληθινή γνώση, που της εμφύσησαν οι γονείς της, την κάνουν πραγματικά ξεχωριστή. Όταν η οικογένειά της έφυγε από το Χαλέπι για να σωθεί, βρήκε καταφύγιο σε ένα φιλικό σπίτι στα τουρκικά σύνορα. Η 15χρονη τότε Άμαρ δεν μπορούσε να πάει σχολείο, αλλά συνέχισε να διαβάζει μόνη της και ήθελε να δώσει τις εξετάσεις της Γ΄ Γυμνασίου που ήταν δύσκολες και αποφασιστικής σημασίας στη Συρία. Διέσχισε μια επικίνδυνη διαδρομή οκτώ ωρών με το λεωφορείο για να φθάσει στο εξεταστικό κέντρο.Άνθρωποι μέσα σε χαλάσματα στο Χαλέπι

«Ο δρόμος ήταν γεμάτος με ξένο στρατό αλλά και Κούρδους» λέει. «Ήταν πολύ επικίνδυνος. Τότε είχε μπει και το ISIS στον πόλεμο και όταν έβλεπε ένα κορίτσι μόνο του χωρίς τον αδερφό του και χωρίς τον μπαμπά του, το παίρνανε. Εγώ όμως ήθελα να συνεχίσω αυτόν το δρόμο» συμπληρώνει. 

Στην Τουρκία και πάλι δεν μπορούσε να πάει σχολείο. Συνέχισε να διαβάζει μόνη της και αργότερα στην Ελλάδα, στις λάσπες της Ειδομένης που έμεινε 25 μέρες, αλλά και στον προσφυγικό καταυλισμό που έμενε έξω από τη Βέροια, ξεκίνησε να διαβάζει μόνη της. Έμαθε τη γλώσσα με τη βοήθεια του διαδικτύου και εφόδιο έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή που της χάρισε ο αδελφός της, γιατί είχε περάσει της δύσκολες εκείνες εξετάσεις της Γ΄ Γυμνασίου στη Συρία. Ήθελε να μάθει ελληνικά, γιατί αγάπησε την κυρία Αγαθή που έβαλε την οικογένεια της στο σπίτι να κάνουν μπάνιο μετά από 25 μέρες στην Ειδομένη και γιατί γνώρισε την ευγενική οικογένεια του κυρίου Διαμαντόπουλου, που τόσο την στήριξε. Μέλη μη κυβερνητικών οργανώσεων της διασφάλισαν υποτροφία για την Αμερικανική Γεωργική Σχολή στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στη Γ΄ Λυκείου και τα πήγαινε πολύ καλά, ωστόσο και πάλι δεν κατάφερε να τελειώσει το σχολείο, γιατί ήρθε το πολυπόθητο χαρτί για την επανένωση της οικογένειας, το οποίο περίμεναν σχεδόν δύο χρόνια.

Η γνώση είναι δύναμη

Στη Γερμανία φοίτησε στο ελληνικό σχολείο της Κολωνίας. Συγκέντρωσε γενική βαθμολογία 19,1 και ήρθε δεύτερη στην τάξη της. Οι εντυπώσεις της άριστες από τους καθηγητές, που στην στήριξαν όσο μπορούσαν: Η Άμαρ έξω από τη δημοτική βιβλιοθήκη της Κολωνίας

«Ήταν σαν πατέρας και σαν μητέρα για τους μαθητές. Στη Συρία δεν ήταν έτσι. Έκαναν το μάθημα και έφευγαν. Στην Αμερικανική Σχολή στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Κολωνία, είχαμε πραγματική επικοινωνία. Μου άρεσε πολύ αυτό, ότι είχα επαφή με τον καθηγητή μου και δεν ντρεπόμουν να τον ρωτήσω».

Η Άμαρ είναι τώρα 19 ετών. Δεν παραπονιέται ποτέ και δεν λυπάται για τα χρόνια που δεν μπόρεσε να πάει σχολείο. Λέει πως κέρδισε περισσότερα, γιατί στον δρόμο της συνάντησε κάποιους υπέροχους ανθρώπους, κυρίως στην Ελλάδα. Θέλει να σπουδάσει νανοτεχνολογία και μοριακή βιολογία. Έχει πάρει ήδη υποτροφία για αμερικανικό πανεπιστήμιο, αλλά δεν μπορεί να φύγει γιατί οι γερμανικές αρχές δεν της δίνουν διαβατήριο. Δεν θα χάσει όμως το χρόνο της. Κάνει εντατικά μαθήματα γερμανικών και το επίπεδό της είναι τόσο υψηλό που θα μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα σε κάποιο πανεπιστήμιο στη Γερμανία. Όλες αυτές τις γνώσεις που έχει αποκτήσει και σκοπεύει να αποκτήσει δεν τις θέλει όμως μόνο για την ίδια. Γιατί όπως λέει «εμείς που είμαστε πρόσφυγες και είμαστε έξω την χώρα μας δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρούμε ότι είμαστε πιο κάτω από τους άλλους ανθρώπους. Όχι, πρέπει να ξαναχτίσουμε τη χώρα μας. Και ποιος θα την ξαναχτίσει; Πρέπει να μορφωθούμε, χωρίς τη γνώση δεν θα μπορέσουμε να την ξαναχτίσουμε».

Η ανοικτή επιστολή της Αμάρ στην πατρίδα της: 

«Χαλέπι, 24 Ιανουαρίου 2029

Αγαπημένη μου πατρίδα,

Θυμάμαι όταν τα μάτια μου αντίκρισαν εσένα για πρώτη φορά, τότε δεν ήξερα αρκετά τι σημαίνει η αγάπη και δεν καταλάβαινα πώς αισθάνεται κανείς όταν αγαπά κάποιον άλλον με την καρδιά του. Αλλά όταν σε είδα, όλα μου έγιναν ξεκάθαρα. Δεν περίμενα ότι θα είχα τόσα αποθέματα αγάπης μέσα στην καρδιά μου.

Σε αγάπησα! Σ’ αγάπησα όπως ήσουν: Αγάπησα τους μεγάλους σου δρόμους, τα παλιά σου σπίτια, τους θορύβους που έκαναν τα αυτοκίνητα, τα παιδιά σου που έπαιζαν ξένοιαστα σε όλες τις πόλεις και πήγαιναν χαρούμενα στα σχολεία. Αγάπησα τις οικογένειές σου όταν επισκεπτόταν η μία την άλλη, τους πωλητές σου όταν φώναζαν δυνατά στους δρόμους. Την εμφάνισή σου μετά από μία νεροποντή. Τις τρεις φορές που σε είδα να φοράς ένα εκπληκτικό λευκό φόρεμα. Ήξερες ότι σε αγάπησα. Στο έλεγα κάθε μέρα. Θυμάσαι όταν σου είπα: "Πατρίδα μου, εγώ ποτέ δεν θα σε αφήσω, ποτέ δεν θα φύγω έξω από το έδαφός σου, θα είμαι δίπλα σου όλο τον καιρό. Κάθε αναπνοή που θα παίρνω θα είναι από τον αέρα σου. Κάθε πληροφορία που θα μαθαίνω, θέλω να είναι από τους δασκάλους σου, από τους επιστήμονές σου. Δεν θέλω να μείνω μακριά από εσένα..."

Ίσως ήμουν εγωίστρια. Δεν ήμουν ανοιχτή στις άλλες χώρες του κόσμου. Αλλά αυτό ήταν επειδή σε αγαπούσα. Και πίστευα ότι με αγάπησες κι εσύ. Νόμιζα ότι μοιραζόμαστε το ίδιο συναίσθημα, ότι με ήθελες στη γη σου. Αλλά μια μέρα, μου απέδειξες το αντίθετο. Εσύ ήσουν η εγωίστρια. Δεν ήθελες να ζούμε μαζί, εσύ ήθελες να σε αφήσουμε μόνη. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί άρχισες να συμπεριφέρεσαι κατ' αυτόν τον τρόπο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά άρχισες να σκοτώνεις τους ανθρώπους σου. Πώς;! Γιατί;! Κατέστρεψες τα πάντα: τα σπίτια, τα μαγαζιά, τα σχολεία στα οποία πήγαιναν τα παιδιά σου, ακόμα και αν δεν υπήρχαν παιδιά για να πάνε σε αυτά. Αναρωτιόμουν, είμαι στη χώρα που αγαπούσα πάντα; Είναι αυτή η πατρίδα μου; Θεέ μου, απάντησέ μου! Άνθρωποι, απαντήστε μου! Αλλά ήταν πραγματικότητα. Ναι, ήσουν η πατρίδα μου. Ένιωθα τόσο φοβισμένη στους δρόμους σου. Μας ακολουθούσες με τον θάνατο κάθε στιγμή. Πόσες φορές επρόκειτο να με σκοτώσεις μαζί με την οικογένειά μου; Μέχρι που μια μέρα πήρες τον αδελφό μου, τον πήρες ψηλά στον ουρανό. Ένιωθα ότι θα πνιγώ. Ένιωθα ότι ζούσα μέσα στη μοναξιά και την ανησυχία. Όλοι οι φίλοι μου έφυγαν, όμως ο φόβος, ο θάνατος, η αγωνία, ο τρόμος, οι ήχοι των ρουκετών και οι νεκροί έγιναν οι νέοι μου φίλοι. Τους έβλεπα τακτικά. Ποτέ δεν καθυστέρησαν στο ραντεβού τους. Κάθε πρωί, όταν άνοιγα τα μάτια μου, τους έβλεπα να με περικυκλώνουν. Ήξερα ότι εσύ τους έστειλες. Όμως δεν κατάλαβα γιατί;!

Πες μου γιατί;!

Δεν ξεχνώ την ημέρα που σου είπα: "Θα φύγω, δεν είσαι πια η γη που γνώρισα. Δεν είσαι η γη που θέλω να χτίσω το μέλλον μου σ’ αυτήν. Δεν είσαι εκείνη που θέλω να σκορπίσω την άνοιξη μου σ’ αυτήν! " Και πράγματι, έκανα αυτό που είπα. Ήμουν κάπως σκληρή, αλλά εσύ ήσουν πολύ πιο σκληρή από μένα όταν σκότωσες τα περισσότερα από τα αγαπημένα μου πρόσωπα, καθηγητές και φίλους.

Σε άφησα με έντονα συναισθήματα και πήγα στην γειτόνισσά σου. Αν και ήταν τόσο ευγενική με εμάς, δεν αισθανόμαστε άνετα. Ίσως τα ξένα με έκαναν να νιώθω έτσι; Όμως δεν υπήρχε άλλη λύση. Να επιστρέψω σε εσένα; Όχι, ήταν τόσο οδυνηρά αυτά που έκανες και αυτά που μας επέτρεψες να αντιμετωπίσουμε στο έδαφός σου. Τότε άρχισα να ταξιδεύω στον κόσμο. Με βάρκα, με τα πόδια, κοιμωμένη για πολλές νύχτες σε μια σκηνή και άλλες νύχτες στους δρόμους. Κάποιες χώρες μας υποδέχτηκαν, μερικές όμως όχι. Αναρωτιόμουν και πάλι:

Πώς μπορούν πλούσιες χώρες να μην καλωσορίζουν ανθρώπους που έφυγαν από την πατρίδα τους εξαιτίας του πολέμου; Αναρωτιόμουν πιο πολύ: Πώς φτωχές χώρες άνοιξαν τα χέρια τους και αγκάλιασαν αυτούς τους ανθρώπους; Αναρωτιόμουν ακόμη πιο πολύ: Γιατί μας άφησες να αντιμετωπίσουμε όλες αυτές τις ταλαιπωρίες; Πατρίδα μου, γιατί;! Ήθελα μόνο να είμαι μακριά από εσένα. Εσύ με ανάγκασες να το κάνω.

Μπορείς να το φανταστείς, πήγα σε άλλες ηπείρους! Αλλά σου ορκίζομαι ότι ήσουν πάντα στην καρδιά μου, στο μυαλό μου. Όταν ξυπνούσα, όταν έβγαινα έξω και πριν να κοιμηθώ. Το όνομά σου αντηχούσε πάντα μέσα μου. Πατρίδα μου, ήξερα ότι ήσουνα επίσης αναγκασμένη να μας αφήσεις να φύγουμε και να είμαστε μακριά από εσένα. Το ήξερα αυτό επειδή ήμουν σίγουρη ότι μας αγάπησες και μας ήθελες μαζί σου.

Έτσι, καθώς ταξίδευα, αποφάσισα να επιμορφώσω τον εαυτό μου καλά, ώστε να σε βοηθήσω να δημιουργήσεις ξανά όσα καταστράφηκαν, να επιστρέψεις στο είναι σου, να σε βοηθήσω να αναπτυχθείς και να είσαι μία από τις καλύτερες χώρες. Διψούσα πολύ, όχι, όχι για το νερό, αλλά για τη γνώση. Ταξίδευσα, λοιπόν, στον κόσμο των βιβλίων, στον κόσμο των γλωσσών, σε σχολεία σε διάφορες χώρες. Ήθελα να γεμίσω τις σελίδες μου με γνώση. Πολλές χώρες, στις οποίες έζησα, με βοήθησαν πολύ για να γίνω το άτομο που είμαι τώρα. Πολλοί θα μπορούσαν να με βοηθήσουν περισσότερο αν έμενα περισσότερο στον τόπο τους, αλλά καμία χώρα δεν θα μπορούσε να με κάνει να σε ξεχάσω. Ναι, πατρίδα μου, ζούσες ακόμα στην καρδιά μου.

Μέχρι που μια μέρα αποφάσισα να επιστρέψω σε εσένα. Πατρίδα μου, θυμάσαι όταν σου τηλεφώνησα από εκείνη τη μακρινή χώρα και σου το είπα; Πόσο μεγάλη ήταν η ευτυχία μας! Ναι, τώρα επέστρεψα σε εσένα!

Ναι, και οι δύο μας αλλάξαμε. Πόσα χρόνια έχουν περάσει; Ήξερα ότι η ψυχή σου και η καρδιά σου ήταν ακόμα δυνατές, αλλά η εξωτερική εμφάνισή σου δεν ήταν. Εγώ και κάθε παιδί που γέννησες, γυρίσαμε πίσω σε εσένα για να σε κάνουμε να ξεχάσεις τα προηγούμενα χρόνια. Υποσχεθήκαμε να σε συγχωρήσαμε για αυτό που προξένησες σε εμάς και σου ζητήσαμε να μας συγχωρήσεις κι εσύ επειδή φερθήκαμε σκληρά όταν σε αφήσαμε μόνη. Πατρίδα μου, άλλαξες πάλι, αλλά αυτήν την φορά προς το καλύτερο! Πατρίδα μου, είσαι τώρα η πιο ανεπτυγμένη χώρα στον κόσμο! Το όνειρό μας έγινε πραγματικότητα! Πατρίδα μου, πόσα θα έχανα αν δεν επέστρεφα σε εσένα;! Πόσο θα έχανα εάν δεν έβαζα τη σφραγίδα μου πάνω στη γη σου; Πατρίδα μου, σου υπόσχομαι, δεν θα σε αφήσω ποτέ ξανά μόνη σου! Σε αγαπώ πολύ, πατρίδα μου...

Η κόρη σου».

Πηγή: DW

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018, 13:34