Η κυβέρνηση Μακρόν τα έχει βάλει με τους δημοσιογράφους

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019, 12:18
Η κυβέρνηση Μακρόν τα έχει βάλει με τους δημοσιογράφους

Εντείνονται οι ανησυχίες για την ελευθερία του Τύπου στην εποχή διακυβέρνησης Μακρόν στη Γαλλία, μετά την κλήση της δημοσιογράφου της εφημερίδας Ariane Chemin να εμφανιστεί για ανάκριση στις 29 Μαΐου, στην αστυνομία εθνικής ασφάλειας DGSI.

Η δημοσιογράφος έχει γράψει εκτενές άρθρο για σκάνδαλο διαφθοράς που αφορά στο περιβάλλον του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, όπως επισημαίνουν οι εφημερίδες «Washington Post» και «Le Monde».

Η Chemin αποκάλυψε για πρώτη φορά στις ειδήσεις τον Ιούλιο του 2018 την «υπόθεση Benalla», η οποία αφορά σε παράπτωμα του προσωπικού σωματοφύλακα πρώην βοηθού ασφαλείας του Μακρόν, που είχε την κάλυψη από το Μέγαρο των Ηλυσίων.

Ο Αλεξάντρ Μπεναλά είχε ξυλοκοπήσει διαδηλωτή προσποιούμενος αστυνομικό.

Η δημοσιοποίηση της υπόθεσης αποτέλεσε την απαρχή αποκαλύψεων για εκτεταμένη διαφθορά στους κόλπους της κυβέρνησης Μακρόν, με αποτέλεσμα να παραιτηθούν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και ο Μπεναλά.

Στις αποκαλύψεις που ακολούθησαν από την Chemin συγκαταλέγεται και το γεγονός ότι ο πρώην, πλέον, σωματοφύλακας, εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το «διπλωματικό διαβατήριο», με το οποίο ήταν εφοδιασμένος για την άσκηση των καθηκόντων του.

 Ο 27χρονος σωματοφύλακας Μπεναλά αποκαλύφθηκε επίσης ότι «κυκλοφορούσε με βαλίτσα που περιείχε ''μαύρα χρήματα''».

Στο άρθρο της εφημερίδας καταγγέλλεται ότι η αστυνομία έχει στοχεύσει τη «Le Monde», μετά την αποκάλυψη ότι ο Μπεναλά φέρεται να διαπραγματευόταν με τους Chokri Wakrim, πρώην αξιωματικό της Γαλλικής Πολεμικής Αεροπορίας, και Iskander Makhmudov, Ρώσο δισεκατομμυριούχο, ύποπτο για δεσμούς με τη μαφία.

Οι εισαγγελείς άσκησαν δίωξη για διαφθορά εναντίον του Wakrim, ο οποίος εκδιώχθηκε από την αεροπορία.
Εκείνο που προκάλεσε μεγαλύτερο θόρυβο ήταν ότι η σύζυγος του Wakrim, Marie-Elodie Poitout, ήταν η επικεφαλής της ασφάλειας στο Matignon.

Κι εκείνη υποχρεώθηκε τελικά να παραιτηθεί τον Φεβρουάριο, αφού παραδέχθηκε πως δεχόταν τον Μπεναλά στο σπίτι του ζευγαριού στο Παρίσι, μετά και την απόλυσή του από τον Μακρόν.

Η Chemin κατηγορείται ότι «διαπράττει ή επιχειρεί να διαπράξει το αδίκημα της αποκάλυψης με οποιονδήποτε τρόπο οποιασδήποτε πληροφορίας που θα μπορούσε να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, στην αναγνώριση ενός προσώπου, μέλους των ειδικών δυνάμεων». Αυτό αναγράφει αντίγραφο της αστυνομικής κλήσης που δημοσιοποίησε η εφημερίδα «The Washington Post».

Η εφημερίδα γράφει ακόμη πως βάσει νόμου που ισχύει από τον Απρίλιο του 2016 και την εφαρμογή της «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», λόγω σειράς τρομοκρατικών επιθέσεων, τώρα κατηγορούνται δημοσιογράφοι. Βάσει του νόμου η Chemin αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να καταδικασθεί σε φυλάκιση ενός έτους.

Η Chemin αποκάλυψε πως η πιο συγκλονιστική εξέλιξη ήταν το δημοσίευμά της στη «Le Monde», ότι ένας από τους στενούς βοηθούς του Μακρόν κατασκεύασε και κυκλοφόρησε ψεύτικο βίντεο για να αποσπάσει την προσοχή από την υπόθεση Μπεναλά τις πρώτες ημέρες του σκανδάλου, χρησιμοποιώντας εικόνες άσχετων ατόμων.

«Το γεγονός ότι θα μπορούσατε να έχετε κάποιον στην καρδιά της εξουσίας ικανό να το κάνει αυτό είναι, για μένα, απίστευτο» δήλωσε η Chemin.

Η κλήτευση της δημοσιογράφου έρχεται σε λιγότερο από έναν μήνα αφότου άλλοι τρεις συνάδελφοί της από ειδησεογραφικό ιστότοπο κλήθηκαν επίσης στο DGSI για δημοσίευση ιστορίας που εξέθετε πως η Γαλλία πουλούσε όπλα, και πλοία στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα «εν γνώσει της» θα χρησιμοποιούνταν για τη διεξαγωγή του πολέμου στην Υεμένη, κατά παράβαση της συνθήκης όπλων του 2014.

Η ιστορία βασίστηκε σε μια διαβαθμισμένη Διεύθυνση Στρατιωτικών Πληροφοριών και οι δημοσιογράφοι απειλούνταν με έως πέντε χρόνια φυλάκιση βάσει νόμου του 2009 που απαγόρευε «επιθέσεις εναντίον εθνικών αμυντικών μυστικών» για απλό χειρισμό του διαβαθμισμένου εγγράφου χωρίς άδεια. Την Τετάρτη, η Disclosure αποκάλυψε ότι ένας τέταρτος δημοσιογράφος κλήθηκε από το DGSI.

Οι δημοσιογράφοι αρνούνται να απαντήσουν σε ερωτήσεις σχετικά με τις πηγές και το έργο τους, επικαλούμενοι το δικαίωμά τους να παραμείνουν σιωπηλοί και αντ' αυτού να παράσχουν δήλωση προς υποστήριξη της δημοσιογραφίας για το δημόσιο συμφέρον.

Ενώ η Γαλλία έχει νόμο για την προστασία της ελευθερίας του Τύπου, δεν ισχύει το ίδιο για τα «εθνικά μυστικά της άμυνας» και δεν υπάρχουν εξαιρέσεις - ούτε καν για το «δημόσιο συμφέρον».

«Η γαλλική κυβέρνηση φαίνεται αιμοδιψής» υποστηρίζει η δικηγόρος Virginie Marquet, η οποία επεσήμανε τις δηλώσεις της υπουργού Ενόπλων Δυνάμεων Florance Parly που κατηγορεί τις εφημερίδες ότι παραβιάζουν «όλους τους κανόνες και τους νόμους της χώρας μας». Και ακόμη είχε προσθέσει πως «κι αν η κυβέρνηση τελικά επιλέξει να μη διώκονται, η ζημία έχει γίνει».

Ο πρόεδρος Μακρόν έχει βάλει στο στόχαστρο τους δημοσιογράφους που εκθέτουν τη διαφθορά στις τάξεις της κυβέρνησης. Πρόσφατα ζήτησε να τιμωρηθεί το Mediapart, ιστότοπος που θύμισε την υπόθεση Μπεναλά.

Το 2018, ψηφίστηκε νόμος που επιτρέπει στην κυβέρνηση να κλείσει κάθε πρακτορείο ειδήσεων που θεωρείται ότι βρίσκεται υπό «ξένη επιρροή», τέσσερις μήνες πριν από τις εκλογές.

Θέλουν να τρομάξουν τους δημοσιογράφους και τις πηγές τους από την αποκάλυψη κρατικών μυστικών.

Αυτήν την εβδομάδα δύο περιφερειακές εφημερίδες μποϊκοτάρισαν ομαδική συνέντευξη του Μακρόν, επειδή αρνήθηκε το αίτημά τους να επιτρέψει να αναθεωρήσει τα αποσπάσματα πριν από τη δημοσίευσή της, κοινή πρακτική που εφαρμόζεται στη Γαλλία.

Το 2018, η Γαλλία είχε καταγραφεί 32η από τις 180 χώρες στον παγκόσμιο δείκτη ελευθερίας του Τύπου που συνέταξαν οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα.

«Ανησυχούμε επειδή η γαλλική αστυνομία καλεί δημοσιογράφους από διάφορα μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης της Le Monde, για δημοσιεύματά τους» δήλωσε ο Gulnoza Said, συντονιστής προγράμματος της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας στην Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων.

«Είναι ζωτικής σημασίας για τον ελεύθερο Τύπο οι δημοσιογράφοι να μπορούν να εργάζονται χωρίς λογοκρισία, προστατεύοντας παράλληλα το απόρρητο των πηγών τους. Οι γαλλικές Αρχές θα πρέπει να το σέβονται και να επιτρέπουν στους δημοσιογράφους να συνεχίσουν να ενημερώνουν το γαλλικό κοινό για κάθε σημαντική είδηση».

Πληροφορίες από Washington Post - Le Monde

Σύνταξη: Κώστας Μπετινάκης

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019, 13:59