Στήνοντας άλλον έναν πόλεμο στην Υεμένη

Πρώτη καταχώρηση: Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015, 15:55
Στήνοντας άλλον έναν πόλεμο στην Υεμένη
Ελάχιστα γνωρίζουμε για τα όσα συμβαίνουν στην Υεμένη. Το μόνο που μας λένε τα γνωστά ειδησεογραφικά πρακτορεία, είναι πως μία μετά την άλλη οι δυτικές πρεσβείες κλείνουν και αποχωρεί το διπλωματικό προσωπικό τους από την χώρα, «λόγω της έκρυθμης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί».

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1962, τέσσερα τεθωρακισμένα, με τις θορυβώδεις μηχανές τους να αντιβουίζουν μέσα στη νύχτα χωρίς φεγγάρι, περικύκλωσαν το παλάτι του Ιμάμ Μπαντρ στην πρωτεύουσα Σαναά, θυμίζει ο συγγραφέας και αναλυτής για θέματα Μέσης Ανατολής Μάικλ Χόρτον.

Ακούγοντας τον θόρυβο των τανκς, ο Μπαντρ και ο πεθερός του κατόρθωσαν να κατέβουν από τα πάνω διαμερίσματα του παλατιού, πριν αρχίσει ο βομβαρδισμός του.

Το πραξικόπημα που θα βύθιζε τη βόρεια Υεμένη σε σχεδόν οκτώ χρόνια αιματηρού εμφυλίου πολέμου βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Ιμάμ Μπαντρ διέταξε τους εναπομένοντες φρουρούς του να του φέρουν όσα όπλα Μπρεν διέθεταν.

Τότε ο Μπαντρ και ο πεθερός του βγήκαν σ΄ένα μπαλκόνι και άνοιξαν πυρ εναντίον των πραξικοπηματιών στρατιωτών που είχαν περικυκλώσει το παλάτι. Παράλληλα, πετούσαν σακιά εμποτισμένα με βενζίνη πάνω στα τανκς. Οι στρατιώτες διέφυγαν και ο Μπαντρ έζησε για να διαφύγει και να πολεμήσει από τα βορειοδυτικά άγρια βουνά της Υεμένης.

Το εν λόγω πραξικόπημα οδήγησε στον αιματηρό εμφύλιο της Υεμένης που διήρκησε οκτώ χρόνια. Τελικά ο Ιμάμ Μπαντρ κατέφυγε εξόριστος στη Βρετανία το 1970. Η φυγή του σημάδεψε και το τέλος της δυναστείας των ιμάμηδων Ζαΐντι στη χώρα που κράτησε περί τα χίλια χρόνια.

Ηγέτης του πραξικοπήματος ήταν ο επικεφαλής των σωματοφυλάκων του Μπαντρ, συνταγματάρχης Αμπντάλα αλ-Σαλάλ που υποστηριζόταν από τον τότε πρόεδρο της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ.

Μέσα σε λίγους μήνες, αρκετές χιλιάδες Αιγύπτιοι στρατιώτες βρέθηκαν στη βόρεια Υεμένη για να υποστηρίξουν τους δημοκρατικούς του Σαλάλ στον αγώνα τους εναντίον των βασιλοφρόνων του Μπαντρ.

Οι βασιλικοί είχαν την απαιτούμενη οικονομική υποστήριξη από τη Σαουδική Αραβία και συγκεκαλυμμένα υποστηρίζονταν από την Ιορδανία, το Ισραήλ, το Ιράν, τη Γαλλία και τη Βρετανία. Όλων εκείνων δηλαδή που είχαν στρατηγικό συμφέρον να αποδυναμωθεί ο Νάσερ και ο αιγυπτιακός στρατός.

Ο Νάσερ θα δεσμεύσει τελικά στην Υεμένη περισσότερους από 50.000 στρατιώτες που υποστηρίζονταν από μαχητικά Μιγκ και βαρύ οπλισμό. Παρά τον σημαντικό αριθμό των στρατιωτών, την εκτεταμένη αεροπορική τους υποστήριξη, και τη «χρήση χημικών όπλων, ο πόλεμος στην Υεμένη δεν ήταν «επιτυχής» και ο Νάσερ θα τον περιγράψει αργότερα ως «το προσωπικό μου Βιετνάμ».

Η πρόσφατη κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους της βόρειας Υεμένης από τους αντάρτες Χούτι επανέφεραν μνήμες της δεκαετίας του '60.

Οι πιθανότητες η Υεμένη να μετατραπεί ξανά σε πεδίο μάχης για έναν παρατεταμένο πόλεμο είναι ιδιαίτερα αυξημένες, με τη μεσολάβηση μάλιστα δύο περιφερειακών δυνάμεων: Της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν (οι οποίες, σε αντίθεση με τη δεκαετία του '60, είναι πλέον αντιμαχόμενες).

Οι Σαουδάραβες είναι κατηγορηματικά αντίθετοι με τους Χούτι επειδή είναι Σιίτες, υποστηρικτές της αίρεσης Ζαΐντι των σιιτών του Ισλάμ. Φοβούνται ότι η «επανάσταση» των Χούτι «θα μπορούσε να εξαπλωθεί ως τα νότια σύνορά» και να ενθαρρύνουν τους δικούς τους ανήσυχους μειονοτικούς Σιίτες.

Υπενθυμίζεται ότι τον Απρίλιο του 2000, οι Σαουδάραβες είχαν καταστείλει εξέγερση Σιιτών στην επαρχία Ναχράν, η οποία συνορεύει με περιοχές που ελέγχονται τώρα από τους Χούτι.

Από την άλλη στον αναδυόμενο πόλεμο βρίσκεται το Ιράν, το οποίο στέλνει στρατιωτικό εξοπλισμό στους Χούτι. Οι αντάρτες βέβαια δεν φαίνεται να έχουν ανάγκη από όπλα, ήδη διαθέτουν περισσότερα από όσα χρειάζονται. Οι Χούτι είναι ανθεκτικοί και δεν απαιτούν εκπαίδευση. Ωστόσο, αν οι δυνάμεις τους απομονωθούν, τότε μπορεί να αυξηθεί η εμπλοκή του Ιράν στη χώρα.

Με όλα αυτά που συμβαίνουν, η οικονομία της χώρας είναι ετοιμοθάνατη: Η Κεντρική Τράπεζα της Υεμένης εξαρτάται από δάνεια και επιχορηγήσεις από τη Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες του Κόλπου.
Επιπλέον, η παραίτηση του προέδρου της Υεμένης Χάντι και της κυβέρνησής του και «η μονομερής εξωδικαστική» διάλυση του Κοινοβουλίου της Υεμένης, επηρεάζουν περαιτέρω την πολιτική αστάθεια και τη δυσμενή οικονομική κατάσταση..

Παραμένει έτσι ανοιχτό το ερώτημα πού θα βρεθούν τα χρήματα για τους μισθούς δεκάδων χιλιάδων γραφειοκρατών της Υεμένης και των στρατιωτικών. Η έλλειψη πόρων για την πληρωμή μισθών από την κυβέρνηση αποτελεί μια σοβαρή και δυνητικά θανατηφόρα πρόκληση για την ηγεσία των Χούτι.

Η Σαουδική Αραβία θα επωφεληθεί από τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους, παρέχοντας λευκή επιταγή στους αρχηγούς των φυλών και των εκτοπισμένων στρατιωτικών προσωπικοτήτων που αντιτίθενται στους Χούτις.

Το πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ορισμένα από αυτά τα χρήματα θα μπορούσε να λοξοδρομήσουν σε ομάδες όπως η Αλ-Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο (AQAP), η οποία ως μαχητική οργάνωση σαλαφιστών είναι ορκισμένοι εχθροί των Σιιτών Χούτι. Η «AQAP» είναι μια ιδιαίτερα... άμορφη οργάνωση, παρά το γεγονός ότι δεν δείχνει έτσι.

Η κατάληψη της Σαναά από τους Χούτι και η παραίτηση της κυβέρνησης θα σήμαινε ότι οι γραμμές ανάμεσα στις φυλές και τις διάφορες πολιτοφυλακές των φυλών, που είναι αντίθετες με τους Χούτις και τους μαχητές συμμάχους με την AQAP, θα γίνουν ακόμη λιγότερο διακριτές.

Αγωνιστικες οργανώσεις Σαλαφιστών όπως η AQAP θα είναι βασικοί αποδέκτες κερδών από έναν νέο εμφύλιο πόλεμο στην Υεμένη.

Οι εκκλήσεις από ορισμένους στην κυβέρνηση της χώρας προς τα μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ) να παρέμβουν στην Υεμένη, προκειμένου να αναγκάσουν τους Χούτι να αποσυρθούν αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς την «ανάφλεξη».

Τα μέλη του ΣΣΚ δεν έχουν τις δυνατότητες για μια στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη. Η Υεμένη δεν είναι σίγουρα Μπαχρέιν. Ωστόσο, ορισμένα μέλη του ΣΣΚ θα χρηματοδοτήσουν αναμφίβολα μια σειρά από συγκαλυμμένες επιχειρήσεις στην χώρα, το σύνολο των οποίων θα προσθέσει... λάδι στη φωτιά που απειλεί να εξαπλωθεί.

Οι Χούτι είναι ένα ευδιάκριτο κίνημα, βαθιά ριζωμένο στο κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας.

Όλα τα τρίτα μέρη, συμπεριλαμβανομένων και εκπροσώπων της αμερικανικής κυβέρνησης (σ.σ. όπως και γερουσιαστές Τζον Μακέιν και η Νταιάν Φάινσταϊν που πρόσφατα ζήτησαν «να σταλούν περισσότερες μπότες στο έδαφος της Υεμένης»), καλά θα κάνουν να θυμηθούν τα τελευταία λόγια του στρατάρχη Aμέρ, «αρχιτέκτονα» της καταστροφικής εκστρατείας της Αιγύπτου στα βόρεια της χώρας: «Εμείς δεν κάναμε τον κόπο να μελετήσουμε τις επιπτώσεις σε τοπικό, αραβικό και διεθνές επίπεδο ή τα πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα. Μετά από χρόνια εμπειρίας καταλάβαμε ότι ήταν ένας πόλεμος μεταξύ των φυλών και ότι μπήκαμε (σε αυτόν) χωρίς να γνωρίζουμε τη φύση της γης τους, τις παραδόσεις και τις ιδέες τους».

Η αιγυπτιακή εμπλοκή στην Υεμένη είχε κοστίσει περισσότερους από 20.000 νεκρούς στρατιώτες. Οποιαδήποτε ανάμειξη στην πολυπαθή χώρα, που δεν θα λαμβάνει υπόψη την ιστορία της, τις παραδόσεις, και το περίπλοκο συνονθύλευμα πίστεων που τη διακρίνουν, είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι για όλους τους εμπλεκόμενους.

Σύνταξη: Κώστας Μπετινάκης



Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015, 10:28