Σε «παράνομες ενέργειες» ενεπλάκησαν ο Ντόναλντ Τραμπ και συνεργάτες του για να ανατραπεί το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του 2020, όπως έκρινε το βράδυ της Τετάρτης η ειδική εξεταστική επιτροπή που διενεργεί έρευνα για την επίθεση πλήθους οπαδών του Ρεπουμπλικάνου πρώην προέδρου των ΗΠΑ στο ομοσπονδιακό Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου 2021.

Η επιτροπή διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να «συμπεράνει καλή τη πίστει ότι ο (πρώην) πρόεδρος και τα μέλη της ομάδας που διεξήγαγε την εκστρατεία του ενεπλάκησαν σε εγκληματική συνωμοσία με σκοπό να εξαπατήσουν τις ΗΠΑ», αναφέρει κείμενό της, αντίγραφα του οποίου περιήλθαν στην κατοχή αρκετών αμερικανικών ΜΜΕ.

Η τοποθέτηση αυτή της ad hoc επιτροπής δεν αποτελεί το πόρισμά της: η έρευνα που διενεργεί βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Αλλά αυτό δεν κάνει λιγότερο βαρύ το περιεχόμενό της για τον κ. Τραμπ, που έδωσε μάχη για να αγκιστρωθεί στην εξουσία αφού ηττήθηκε από τον Τζο Μπάιντεν τον Νοέμβριο του 2020.

Η εξεταστική επιτροπή συνέταξε το κείμενο αυτό στο πλαίσιο αιτήματος σε δικαστήριο για να αποκτήσει πρόσβαση σε έγγραφα του δεξιού δικηγόρου Τζον Ίστμαν, εξηγούν αμερικανικά ΜΜΕ.

Ο δικηγόρος, συνεργάτης του κ. Τραμπ, είναι αυτός που συνέταξε το πλέον περιβόητο «μνημόνιο» που περιέγραφε πώς, κατ’ αυτόν, ο πρώην αντιπρόεδρος Μάικ Πενς μπορούσε να εμποδίσει τα μέλη του Κογκρέσου να επικυρώσουν την εκλογική νίκη του Τζο Μπάιντεν επί του Ντόναλντ Τραμπ σε μια κατά τα άλλα συνεδρίαση ρουτίνας του κοινοβουλίου την 6η Ιανουαρίου 2021. Ο κ. Πενς αρνήθηκε να το πράξει.

Η επιτροπή θεωρεί ότι σε αυτή την υπόθεση παραβιάστηκε η αμερικανική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει ρητά κάθε «συνωμοσία για τη διάπραξη αδικήματος σε βάρος των ΗΠΑ ή για την εξαπάτηση των ΗΠΑ ή κάποιας υπηρεσίας τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε σκοπό».

Ο Ντόναλντ Τραμπ, τότε από τους χρήστες του ιστότοπου κοινωνικής δικτύωσης Twitter με τη μεγαλύτερη επιρροή, ενστάλαξε στους δεκάδες εκατομμύρια «ακολούθους» του, για μήνες, ήδη πριν από τις εκλογές, την ιδέα ότι στις εκλογές θα γινόταν νοθεία.

Την 6η Ιανουαρίου, λίγο πριν από την αιματηρή έφοδο οπαδών του στην έδρα του ομοσπονδιακού Κογκρέσου, είχε καταγγείλει την υποτιθέμενη εκλογική νοθεία κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης σε μικρή απόσταση από τον Λευκό Οίκο, καλώντας το πλήθος να δώσει «μάχη» για να σταματήσει την «κλοπή».

Ο Ρεπουμπλικάνος παραπέμφθηκε για δεύτερη φορά σε δίκη που έκρινε το εάν θα απομακρυνόταν από το αξίωμα μετά την επίθεση στο Καπιτώλιο, όμως αθωώθηκε από τη Γερουσία, όπου εξετάστηκε η κατηγορία σε βάρος του για «υποκίνηση εξέγερσης».

Παραμένει κυρίαρχος στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα και αφήνει τακτικά να εννοηθεί πως έχει πρόθεση να διεκδικήσει δεύτερη θητεία στις εκλογές του 2024.