Κώστας Μπετινάκης

Στο πλέον προφανές κριτήριο για επιτυχημένες διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ φαίνεται να είναι ότι το όνομα της άλλης χώρας πρέπει είτε να είναι «Ισραήλ» είτε «Σαουδική Αραβία». Αλλά πέρα από αυτό, τα αρνητικά προβλήματα ποικίλουν στις προσπάθειες της Ουάσινγκτον απέναντι στο διπλωματικό Ιράν: Συμφωνία! Όχι, περιμένετε, δεν υπάρχει συμφωνία!

Από τα πιο σημαντικά εμπόδια στις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον είναι η τάση της να απαρνηθεί τις συμφωνίες που έχει προηγουμένως κάνει, καθιστώντας έτσι την εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις της αρκετά άσκοπες.

 Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε διαφημιστεί πριν πολύ καιρό για την ικανότητά του να κλείνει συμφωνίες, αποφάσισε τον περασμένο Μάιο να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τη συνθήκη για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν του 2015, (στις διαπραγματεύσεις για το οποίο είχαν πάρει μέρος  επτά χώρες_. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία έγινε, παρά την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων ότι η Τεχεάνη είχε παραβιάσει τους όρους. 

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) ανακοίνωσαν ότι το Ιράν έχει συμμορφωθεί με τη συμφωνία και ότι οι ευρωπαϊκές χώρες έμειναν να ζητούν με έμφαση από τον Τραμπ να παραμείνουν οι ΗΠΑ στη συμφωνία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. 

Με το αποτύπωμα του στυλογράφου, η συμφωνία που πήρε χρόνια δημιουργίας ατμόσφαιρας εμπιστοσύνης για την ολοκλήρωση, παραμερίστηκε.

 Από τότε, ο Τραμπ δείχνει αποφασισμένος να λάβει  όλο και πιο ανταγωνιστικό ρόλο ως προς το Ιράν, πλήττοντας τη χώρα αυτή με περισσότερες οικονομικές κυρώσεις επιδιώκοντας την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη.

 Ρωσία: Ας είμαστε φίλοι… ή όχι

Η ανοικοδόμηση των θετικών σχέσεων με τη Ρωσία ήταν μέρος της πλατφόρμας εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας.

Αλλά  μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τα σχέδια για να διορθώσουν τα πράγματα με τη Μόσχα φαίνεται να έχουν «πεταχθεί» έξω από το παράθυρο.

Ο Τραμπ, εγκατέλειψε τη συνθήκη ελέγχου των πυρηνικών όπλων Μέσου Βεληνεκούς (την Σοβιετική Ειρήνη INF), αύξησε τις οικονομικές κυρώσεις και υποχρέωσε τις ευρωπαϊκές χώρες να διακόψουν τις επιχειρηματικές συμφωνίες με τη Μόσχα.

Οι σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο με τη Ρωσία θα μπορούσαν εν μέρει να εξηγηθούν από το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί κατηγορούν το Τράμπ για «αθέμιτη σύμπραξη» με τη Μόσχα για να κερδίσει τις εκλογές. 

 Αλλά, οι φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία δεν αποτελούσαν τον ιστορικά στόχο για το στρατιωτικό βιομηχανικό συγκρότημα των ΗΠΑ.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν υπέγραψε στις 4 Μαρτίου, διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο η Ρωσία αναστέλλει  άμεσα  τη συμμετοχή της στη Συνθήκη για την Κατάργηση των Πυρηνικών Όπλων Μεσαίου και Μικρού Βεληνεκούς (INF).

Το Κρεμλίνο ανακοίνωσε ότι το διάταγμα υπεγράφη, δεδομένου ότι ήταν αναγκαίο να ληφθούν μέτρα, επειδή οι ΗΠΑ αθέτησαν τις υποχρεώσεις τους, που απέρρεαν από τη Συνθήκη.

 «Δεν υπάρχει κάποιος  λόγος που να ανάγκαζε δύο χώρες όπως η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες να μην μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους», δήλωσε ο πρώην γερουσιαστής Ρον Πολ. Για να προσθέσει: «Η απάντηση Πούτιν στην εγκατάλειψη της συνθήκης INF ήταν «νόμιμη-αλλά λυπηρή».

Αλλά και σχολιαστές απορούν γιατί σήμερα αμφισβητείται η συνεργασία των δύο ισχυρότερων κρατών, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Καθώς και γιατί δεν εκμεταλλεύθηκαν πραγματικά την εξάλειψη του Ψυχρού Πολέμου το 1989-1990.

Κίνα: Είναι περίπλοκο

Ο πρόεδρος Τραμπ  μπορεί να είχε καλέσει τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ να βοηθήσει ώστε να επιτευχθεί συμφωνία με τη Βόρεια Κορέα, αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν ακριβώς ρόδινα για το Πεκίνο. 

Η Ουάσινγκτον επέβαλε πέρυσι δασμούς ύψους 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις κινεζικές εισαγωγές, προκαλώντας αντίποινα ύψους 110 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Κίνα για τα αμερικανικά εμπορεύματα. 

Ο Τραμπ απείλησε να παρατείνει αυτούς τους δασμούς, εκτός αν μπορέσει να επιτευχθεί άλλη πιο πρόσφορη εμπορική συμφωνία.

Οι πρόεδροι Τραμπ και Σι συμφώνησαν σε εκεχειρία 90 ημερών όταν συναντήθηκαν στα τέλη του περασμένου χρόνου στην Αργεντινή, αλλά καθώς το ρολόι τρέχει για να εξασφαλισθεί η προσδοκώμενη νέα συμφωνία, φαίνεται ότι η εκεχειρία θα χρειαστεί και νέα παράταση.

Ε.Ε.: Κάνε ό, τι λέμε, ή αλλιώς…

Η ανικανότητα του Τραμπ να συνεχίσει τις αρμονικές σχέσεις με τις άλλες χώρες στον κόσμο έχει επίσης προκαλέσει δυσμενή αποτελέσματα σε ορισμένους από τους πιο ιστορικούς και σταθερούς συμμάχους της Ουάσινγκτον στην Ευρώπη. 

Πέρυσι, ο Τράμπ δεν δίστασε να απειλήσει για συνέπειες στις ευρωπαϊκές χώρες και τις εταιρείες που αποδείχθηκε πως δεν συμμετέχουν στις αμερικανικές κυρώσεις και εξακολουθούσαν να συνεργάζονται με το Ιράν. 

Αυτό οδήγησε την ΕΕ να καταλήξει σε ειδικό σύστημα πληρωμών που θεωρήθηκε πως αποτελεί καταστρατήγηση των μέτρων. Κίνηση που δυσαρέστησε πολύ τον Λευκό Οίκο.

Νωρίτερα τον προηγούμενο μήνα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Μάικ Πενς επέκρινε δημοσίως στο Μόναχο, την Γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ για το Ιράν και τη Ρωσία, ζητώντας από την Ευρώπη να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ουάσινγκτον και να αποσυρθεί από την πυρηνική συμφωνία του 2015. 

Εξέφρασε επίσης τις έντονες αμερικανικές αντιρρήσεις για την κατασκευή του αγωγού ”Nord Stream 2” που θα προμηθεύσει με ρωσικό φυσικό αέριο την Γερμανία, καλώντας επίσης την Ευρώπη να διακόψει όλες τις ενεργειακές σχέσεις της με τη Μόσχα.

Τι δίνουν οι ΗΠΑ σε τελικές γραμμές;

Όσο για τον λόγο ότι οι ΗΠΑ είναι σε αντίθεση με τόσα πολλά κράτη- τι δηλαδή συμβαίνει με την «αντιφατική και μακιαβελική» προσέγγιση του Τραμπ; Οι σχολιαστές αποδίδουν τα αίτια στην «κουλτούρα της αμερικανικής πολιτικής, που είναι σε γενικές γραμμές ιμπεριαλιστική».

  Στο πλαίσιο των ”ακυρωθέντων συμφωνιών” και των ”σπασμένων υποσχέσεων”, δεν είναι παράξενο πως η Βόρεια Κορέα δεν προχώρησε να εγκαταλείψει τα πυρηνικά της, με βάση απλές διαβεβαιώσεις που εκπέμπονται από τον Λευκό Οίκο. Έτσι όμως δεν είναι τυχαίο που ο κόσμος γίνεται όλο και πιο επικίνδυνος.

Στη σκακιέρα των παγκόσμιων υποθέσεων, ο Tραμπ στηρίζει τις χώρες που θα υπακούσουν στις προτάσεις τους και θα απωθήσουν τις χώρες που ακολουθούν ανεξάρτητες πολιτικές.

 Άραγε, μπορεί να αποτελεί αυτό και μόνον την εξήγηση της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσινγκτον;