Του Francesco De Palo από τη Ρώμη
Twitter@FDePalo
Σε δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί στις 22 Μαρτίου τίθεται η μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης που προωθεί η κυβέρνηση της Giorgia Meloni, ανοίγοντας μια ευρεία δημόσια συζήτηση για το μέλλον του ιταλικού δικαστικού συστήματος.
Στον πυρήνα της πρότασης βρίσκεται ο διαχωρισμός της εισαγγελικής από τη δικαστική σταδιοδρομία, ώστε ένας εισαγγελέας να μην μπορεί, μετά από ορισμένα χρόνια, να μεταπηδήσει στη θέση του δικαστή. Παράλληλα, προβλέπεται η θέσπιση τρίτου, ανεξάρτητου οργάνου που θα είναι αρμόδιο για την κρίση πειθαρχικών ζητημάτων, με στόχο – όπως υποστηρίζουν οι εισηγητές – την αποδέσμευση της Δικαιοσύνης από πολιτικές πιέσεις.
Υπέρ της υπερψήφισης της μεταρρύθμισης τάσσονται πολλές επιτροπές πολιτών και φορέων, μεταξύ των οποίων και Καθολική επιτροπή με επικεφαλής τον Domenico Menorello. Όπως επισημαίνει, η Ιταλία έχει ανάγκη από μια μεταρρύθμιση που θα ενισχύσει τον νομικό πολιτισμό της χώρας, τονίζοντας ότι «η δικαστική εξουσία πρέπει να εφαρμόζει τον νόμο, όχι να τον δημιουργεί».
Οι υποστηρικτές της πρότασης κάνουν λόγο για μια ιστορική ευκαιρία αναμόρφωσης του συστήματος, υποστηρίζοντας ότι μπορούν να διορθωθούν χρόνιες στρεβλώσεις και η «αυτοαναφορική» λειτουργία τμημάτων της Δικαιοσύνης, που – κατά την άποψή τους – έχουν οδηγήσει σε επικαλύψεις με τον ρόλο της νομοθετικής εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, η διατήρηση του υφιστάμενου πλαισίου θεωρείται από τους ίδιους ως συνέχιση των δομικών αδυναμιών του ιταλικού δικαστικού συστήματος.
Σε δήλωσή τους, οι υποστηρικτές του «ΝΑΙ» εκφράζουν την πεποίθηση ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος μπορεί να σηματοδοτήσει «μια νέα εποχή ανάπτυξης που θα βασίζεται στην ελευθερία από τον φόβο», παραπέμποντας συμβολικά στα δημοψηφίσματα του 1948 και του 1985.
Η συνταγματική μεταρρύθμιση, που εγκρίθηκε από το ιταλικό Κοινοβούλιο στις 30 Οκτωβρίου 2025, προβλέπει – μεταξύ άλλων – τη μείωση της επιρροής των δικαστικών παρατάξεων στη λειτουργία του Consiglio Superiore della Magistratura (CSM), τον συνταγματικό διαχωρισμό της εισαγγελικής και δικαστικής σταδιοδρομίας, καθώς και την ενίσχυση μηχανισμών λογοδοσίας μέσω ανώτατου, αυτόνομου και ανεξάρτητου δικαιοδοτικού οργάνου.
Το αποτέλεσμα της κάλπης αναμένεται να καθορίσει το επόμενο βήμα για τη Δικαιοσύνη στην Ιταλία, σε μια συγκυρία όπου η θεσμική ισορροπία και η εμπιστοσύνη των πολιτών βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.

