Με τον εύγλωττο τίτλο «Εύκολα, ο χειρότερος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ», ο αρθρογράφος των The New York Times, Thomas B. Edsall, επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση της πολιτικής παρακαταθήκης του Ντόναλντ Τραμπ, εστιάζοντας τόσο στις εσωτερικές εξελίξεις όσο και στις διεθνείς παρεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με πιο πρόσφατο και ενδεικτικό παράδειγμα τις επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν.
Η ανάλυση υποστηρίζει ότι η επίδραση της διακυβέρνησης Τραμπ δεν εξαντλείται σε αποσπασματικές αποφάσεις, αλλά διαπερνά κρίσιμους πυλώνες του κρατικού και διεθνούς συστήματος: από την επιστημονική έρευνα και την περιβαλλοντική πολιτική έως τη γεωπολιτική ισορροπία. Το αποτύπωμα που περιγράφεται δεν είναι μόνο εκτεταμένο, αλλά και δύσκολα αναστρέψιμο.
‘Easily the Worst President in U.S. History’
“The damage President Trump has inflicted on the United States and the world is so enormous and wide-ranging that it is hard to grasp.It runs the gamut from public and private institutions to core democratic customs and traditions,…
— luminaria98 (@Luminaria98) April 21, 2026
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά σε αιφνίδιες διακοπές χρηματοδότησης κλινικών δοκιμών.
Σε μία από τις περιπτώσεις που επικαλείται το άρθρο, ασθενής με προχωρημένο καρκίνο στερήθηκε τη δυνατότητα συμμετοχής σε πειραματική θεραπεία, καθώς το σχετικό πρόγραμμα ακυρώθηκε, εξέλιξη που, σύμφωνα με την καταγραφή, οδήγησε τελικά στον θάνατό του.
Το παράδειγμα λειτουργεί ως μικρογραφία μιας ευρύτερης εικόνας.
Η κριτική επεκτείνεται στις περικοπές της διεθνούς βοήθειας των ΗΠΑ. Μελέτες που παρατίθενται εκτιμούν ότι οι επιλογές αυτές ενδέχεται να μεταφραστούν σε εκατομμύρια επιπλέον θανάτους τα επόμενα χρόνια, κυρίως σε χώρες με ήδη εύθραυστα συστήματα υγείας.
Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες κλινικές δοκιμές φέρεται να ανεστάλησαν μέσα στο 2025, αφήνοντας δεκάδες χιλιάδες ασθενείς χωρίς πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες.
Στο πεδίο της περιβαλλοντικής πολιτικής, η ανάλυση στέκεται στην απορρύθμιση που ακολούθησε τη χαλάρωση δεκάδων κανόνων για την προστασία του αέρα και του νερού. Οι επιπτώσεις, όπως σημειώνεται, δεν είναι θεωρητικές αλλά άμεσα συνδεδεμένες με τη δημόσια υγεία, ιδίως σε ευάλωτους πληθυσμούς.
Παράλληλα, η στάση μερίδας της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας απέναντι στην επιστήμη με χαρακτηριστική περίπτωση τον Robert F. Kennedy Jr. εκτιμάται ότι ενίσχυσε τη δυσπιστία απέναντι στα εμβόλια, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για την επανεμφάνιση επιδημιών.
Στο διεθνές επίπεδο, το άρθρο επισημαίνει σημαντική επιδείνωση των σχέσεων των ΗΠΑ με παραδοσιακούς συμμάχους.
Οι απειλές αποχώρησης από το NATO, οι εμπορικοί δασμοί και η επιθετική ρητορική προς ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαμόρφωσαν ένα νέο τοπίο δυσπιστίας. Δημοσκοπικά δεδομένα σε ευρωπαϊκές χώρες δείχνουν ότι ένα αξιοσημείωτο ποσοστό πολιτών αντιλαμβάνεται πλέον τις ΗΠΑ περισσότερο ως παράγοντα κινδύνου παρά ως εγγυητή ασφάλειας.
Η αποτίμηση αγγίζει και τη θεσμική λειτουργία στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην απονομή χάριτος σε καταδικασμένους για οικονομικά εγκλήματα — μια πρακτική που, όπως σημειώνεται, στέρησε από τα θύματα σημαντικές αποζημιώσεις. Ταυτόχρονα, η αποδυνάμωση της ομοσπονδιακής διοίκησης, μέσω αποχωρήσεων έμπειρων στελεχών, εκτιμάται ότι θα έχει μακροχρόνιες συνέπειες στη λειτουργικότητα του κράτους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διάβρωση των άτυπων κανόνων που συγκρατούν τη δημοκρατική διαδικασία. Ακαδημαϊκοί που επικαλείται το άρθρο υποστηρίζουν ότι η περίοδος Τραμπ ανέδειξε πόσο εύκολα μπορούν να παραβιαστούν τέτοιοι κανόνες χωρίς ουσιαστικό πολιτικό κόστος, ένα προηγούμενο που ενδέχεται να λειτουργήσει ως οδηγός για μελλοντικές ηγεσίες.
Παρά τον οξύ τόνο της κριτικής, υπάρχει σύγκλιση ως προς το ότι η προεδρία Τραμπ υπήρξε βαθιά επιδραστική. Ωστόσο, η βαρύτητα αυτής της επιρροής αξιολογείται κυρίως αρνητικά. Ορισμένοι αναλυτές τον κατατάσσουν στους πιο «καθοριστικούς» προέδρους της σύγχρονης ιστορίας, όχι για τις επιτυχίες του, αλλά για την έκταση των ανατροπών που επέφερε κυρίως ως προς την αποδόμηση θεσμών και καθιερωμένων πρακτικών.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι σαφές: οι συνέπειες αυτής της περιόδου δεν πρόκειται να εξαλειφθούν σύντομα. Ακόμη και με ενδεχόμενες πολιτικές αλλαγές, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, στους συμμάχους και στην ίδια τη δημοκρατική διαδικασία, θα απαιτήσει χρόνο, συνέπεια και, κυρίως, μια νέα ισορροπία που ακόμη αναζητείται.
