Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν με απόλυτη αυτοπεποίθηση, βέβαιοι ότι οι γύρω τους τους θαυμάζουν για τις ικανότητές τους. Ακόμη κι όταν δέχονται κριτική ή απόρριψη, συνεχίζουν να πιστεύουν ότι είναι ικανοί, άξιοι, απολύτως δικαιωμένοι, και συχνά ακόμη και… όμορφοι! Αν τους ρωτήσεις, για παράδειγμα, γιατί βρίσκονται σε μια θέση ευθύνης, μπορεί να απαντήσουν ευθαρσώς και χωρίς δεύτερη σκέψη: «Γιατί είμαι όμορφος».
Και ναι, το καταλαβαίνω, η ομορφιά είναι σχετική – αυτό που για μένα είναι ελκυστικό, για σένα μπορεί να μην είναι. Αλλά το φαινόμενο που κρύβεται πίσω από τέτοιες δηλώσεις δεν είναι καθόλου επιφανειακό.
Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε συναντήσει τουλάχιστον έναν τέτοιο άνθρωπο στη ζωή μας. Τον μάνατζερ που δεν μπορεί να διαχειριστεί την ομάδα του (έχω πολλές τέτοιες ιστορίες να μοιραστώ!). Τον πολιτικό που δεν μπορεί να κυβερνήσει. Τον δάσκαλο που δεν μπορεί να διδάξει. Τον γιατρό που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη.
Αυτό το φαινόμενο έχει όνομα και λέγεται Dunning–Kruger effect.
Έρευνες δείχνουν ότι οι λιγότερο ικανοί άνθρωποι είναι συχνά εκείνοι που υπερεκτιμούν περισσότερο τον εαυτό τους. Οι άνθρωποι που δεν έχουν μια δεξιότητα, συχνά δεν έχουν ούτε την ικανότητα να αξιολογήσουν αν την έχουν. Με άλλα λόγια, οι ίδιες δεξιότητες που χρειάζονται για να είσαι καλός σε κάτι, είναι αυτές που χρειάζονται και για να καταλάβεις αν είσαι καλός.
Ένας κακός δάσκαλος μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ότι δεν διδάσκει και δεν εξηγεί καλά, γιατί δεν κατανοεί πώς λειτουργεί μια καλή εξήγηση. Ένας άνθρωπος χωρίς ίχνος χιούμορ μπορεί να μην καταλαβαίνει ότι δεν είναι αστείος, γιατί δεν έχει αίσθηση του τι είναι πραγματικά αστείο. Αντίστοιχα, κάποιος που δεν έχει τις γνώσεις ή την επάρκεια για μια θέση, μπορεί να πιστεύει ειλικρινά ότι την αξίζει. Ή ότι την αξίζει επειδή είναι όμορφος.
Για να αξιολογήσουμε σωστά τον εαυτό μας, χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο από αυτοπεποίθηση. Χρειαζόμαστε αυτό που η ψυχολογία ονομάζει μεταγνωστική ικανότητα – την ικανότητα να «βγαίνουμε» έξω από τον εαυτό μας και να τον παρατηρούμε όπως θα τον έβλεπε ένας τρίτος. Να μην πιστεύουμε απλώς ότι είμαστε έξυπνοι, ικανοί ή ενδιαφέροντες, αλλά να μπορούμε να το εξετάσουμε με κάποια αντικειμενικότητα.
Και εδώ είναι το δύσκολο σημείο: οι περισσότεροι από εμάς δεν είμαστε ιδιαίτερα καλοί σε αυτό.
Αν ρωτήσεις μια ομάδα ανθρώπων αν θεωρούν τον εαυτό τους πάνω από τον μέσο όρο σε χαρακτηριστικά όπως η ευφυΐα ή πόσο συμπαθείς είναι στους άλλους, οι περισσότεροι θα πουν «ναι, είμαι πάνω από τον μέσο όρο». Στατιστικά αυτό δεν γίνεται, οι περισσότεροι θα έπρεπε να είναι μέσοι. Ψυχολογικά, όμως, συμβαίνει συνεχώς. Και όσο χαμηλότερη είναι η πραγματική επίδοση, τόσο μεγαλύτερη είναι συχνά η υπερεκτίμηση.
Σε έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Journal of Medical Education, ειδικευόμενοι γιατροί κλήθηκαν να αξιολογήσουν τις ικανότητές τους σε ιατρικές διαδικασίες. Πάνω από το 75% πίστευε ότι ήταν αρκετά ικανοί ώστε να διδάξουν άλλους. Όταν όμως τους αξιολόγησαν ειδικοί, λιγότερο από το 20% πληρούσε τα κριτήρια.
Και το θέμα δεν είναι μόνο θεωρητικό. Έχει πολύ πραγματικές συνέπειες και δεν αφορά μόνο μικρές καθημερινές αυταπάτες. Σε έναν ιδιωτικό χώρο, για παράδειγμα, το κακό μπορεί να είναι μικρό. Μπορεί δηλαδή να πιστεύω ότι είμαι καλλίφωνη και να τραγουδάω με τις ώρες στο μπάνιο μου. Το πολύ-πολύ να σπάσω τα τύμπανα του άνδρα μου. Σε έναν δημόσιο ρόλο, όμως, οι συνέπειες είναι πραγματικές. Γιατί όταν ακούμε έναν πολιτικό άνδρα με απολυτήριο Λυκείου να δηλώνει δημόσια και κυνικά ότι βρίσκεται εκεί επειδή είναι «όμορφος», δεν είναι απλώς μια ατυχής δήλωση. Είναι σχεδόν ένα ζωντανό παράδειγμα αυτού του μηχανισμού.
Με άλλα λόγια, η υπερεκτίμηση δεν είναι απλώς αθώα – μπορεί να είναι και επικίνδυνη.
Οπότε την επόμενη φορά που θα σκεφτείς «είμαι εξαιρετικός σε αυτό», ίσως αξίζει να κάνεις μια μικρή παύση. Όχι για να μειώσεις ή να αμφισβητήσεις τον εαυτό σου, αλλά για να αφήσεις χώρο στην πιθανότητα ότι δεν έχεις την πλήρη εικόνα.
Γιατί το πιο δύσκολο κομμάτι σε όλο αυτό είναι ότι αν πέφτεις θύμα αυτού του φαινομένου, πιθανότατα δεν μπορείς να το καταλάβεις μόνος σου.
Τα καλά νέα είναι ότι υπάρχει αντίδοτο – και είναι απλό: λέγεται feedback. Να ζητάς τη γνώμη ανθρώπων που εμπιστεύεσαι και που έχουν πραγματική γνώση ή εμπειρία. Και κυρίως, να είσαι διατεθειμένος να ακούσεις χωρίς άμυνες. Γιατί η αυτοπεποίθηση χωρίς επίγνωση δεν είναι δύναμη. Είναι παγίδα.
Και ίσως τελικά η πραγματική ικανότητα να μην φαίνεται στην αυτοπεποίθηση με την οποία μιλάμε για τον εαυτό μας – αλλά στην προθυμία μας να τον ξαναδούμε από την αρχή.
Πάντα θα υπάρχουν πολιτικοί που θα κομπάζουν ότι στην εξουσία ανέβηκαν επειδή είναι «όμορφοι».
Και ίσως το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι με τέτοια κενά επίγνωσης.
Είναι ότι πολλές φορές τους πιστεύουμε κιόλας.
Ιουλία Καζάνα-McCarthy
Δρ. Κοινωνιολογίας (University of Surrey, UK)
MSc Psychology (c.) (Brunel University of London)
Πιστοποιημένη Life Coach (International Coaching Federation, ICF)
Solution Focused Θεραπεύτρια (BRIEF)

