Υπάρχουν κάποια όνειρα που μένουν μαζί μας για χρόνια. Ξυπνάμε και, ακόμη κι αν δεν βγάζουν πάντα νόημα, νιώθουμε ότι αυτό που είδαμε είχε κάποιο ιδιαίτερο βάρος ή σημασία. Ίσως γι’ αυτό τα όνειρα έχουν απασχολήσει τον άνθρωπο από την αρχή της ιστορίας του. Στην αρχαία Αίγυπτο, για παράδειγμα, όσοι έβλεπαν έντονα όνειρα θεωρούνταν ότι είχαν μια ιδιαίτερη σύνδεση με το θείο. Θυμάσαι τον Ιωσήφ, το γιο του Ιακώβ, γνωστό για το χάρισμα της ερμηνείας ονείρων, το οποίο τον οδήγησε από τη φυλακή στη θέση του κυβερνήτη της Αιγύπτου; Οι άνθρωποι κατέγραφαν τα όνειρά τους σε πάπυρο και πίστευαν ότι μέσα από αυτά μπορούσαν να λάβουν καθοδήγηση ή ακόμη και αποκαλύψεις. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις όπου κοιμούνταν σε ειδικούς, «ιερούς» χώρους με την ελπίδα ότι τα όνειρα θα τους φέρουν πιο κοντά στη σοφία των θεών.

Αργότερα, η επιστήμη προσπάθησε να δώσει μια διαφορετική εξήγηση. Ψυχαναλυτές όπως ο Freud και ο Jung είδαν τα όνειρα όχι ως θεϊκά μηνύματα, αλλά ως «παράθυρα» στο εσωτερικό μας. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τα όνειρα είναι γεμάτα συμβολισμούς – μια κρυφή γλώσσα που, αν τη διαβάσουμε σωστά, μπορεί να μας αποκαλύψει βαθύτερες σκέψεις, ανεκπλήρωτες επιθυμίες ή συγκρούσεις.

Η ιδέα ότι κάθε στοιχείο ενός ονείρου έχει έναν συγκεκριμένο συμβολισμό παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής. Ένα σπίτι μπορεί να συμβολίζει τον εαυτό, ένα τραπέζι την αφθονία ή την έλλειψη ισορροπίας, μια κλειστή πόρτα μια χαμένη ευκαιρία. Αυτή η προσέγγιση είναι ελκυστική, γιατί μας δίνει την αίσθηση ότι μπορούμε να κατανοήσουμε κάτι φαινομενικά χαοτικό και να του αποδώσουμε νόημα.

Ωστόσο, η σύγχρονη νευροεπιστήμη προτείνει μια πιο απλή – και ίσως λιγότερο «μαγική» – εξήγηση. Τα όνειρα μπορεί να μην «σημαίνουν» κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί απλώς να είναι ένα υποπροϊόν της λειτουργίας του εγκεφάλου μας κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Γιατί ο εγκέφαλος δεν σταματά να λειτουργεί όταν κοιμόμαστε. Αντίθετα, είναι εξαιρετικά ενεργός. Μάλιστα, ένας από τους βασικούς λόγους που κοιμόμαστε φαίνεται να είναι η επεξεργασία και οργάνωση των αναμνήσεών μας. Κατά τη διάρκεια του ύπνου, οι αναμνήσεις ταξινομούνται, ενισχύονται ή αποδυναμώνονται, σε μια διαδικασία που μοιάζει με «νοητικό καθάρισμα».

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ενεργοποιούνται εικόνες, συναισθήματα και εμπειρίες που δεν σχετίζονται απαραίτητα μεταξύ τους. Ο εγκέφαλος, όμως, έχει μια ισχυρή τάση να δημιουργεί συνοχή, να βάζει τα πράγματα σε μια σειρά. Έτσι, συνθέτει αυτές τις διάσπαρτες πληροφορίες σε ιστορίες που, αν και συχνά παράλογες ή ασύνδετες, αποκτούν μια προσωρινή «αίσθηση νοήματος». Με αυτή την έννοια, τα όνειρα μπορεί να μην είναι μηνύματα προς αποκρυπτογράφηση, αλλά μάλλον το αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής εγκεφαλικής διαδικασίας.

Αυτό ίσως εξηγεί γιατί τα όνειρα είναι συχνά αλλόκοτα και ασύνδετα, αλλά και γιατί πολλές από τις ερμηνείες τους μοιάζουν πειστικές. Στην ουσία, είναι προσπάθειες του εγκεφάλου να «νοηματοδοτήσει» μια τυχαία εσωτερική δραστηριότητα.

Τότε γιατί τόσοι άνθρωποι πιστεύουν τόσο έντονα στις ερμηνείες των ονείρων;

Ένας λόγος είναι το λεγόμενο «φαινόμενο Barnum». Πρόκειται για την τάση μας να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε γενικές και αόριστες περιγραφές. Φράσεις όπως «νιώθεις ότι σου λείπει η ισορροπία» ή «θέλεις να σε αγαπούν και να σε θαυμάζουν» μοιάζουν βαθιά προσωπικές – αλλά στην πραγματικότητα ταιριάζουν σχεδόν σε όλους.

Στην ίδια λογική βασίζονται και άλλες πρακτικές που υπόσχονται «προσωπικές» ερμηνείες, όπως η αστρολογία. Περιγραφές που φαίνονται συγκεκριμένες συχνά είναι διατυπωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να ταιριάζουν σε πολλούς ανθρώπους, κάνοντάς μας να νιώθουμε ότι μας αφορούν άμεσα.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα όνειρα δεν έχουν καμία αξία. Ορισμένες σύγχρονες προσεγγίσεις υποστηρίζουν ότι, παρότι τα όνειρα δεν αποτελούν κωδικοποιημένα μηνύματα, συνδέονται με τη συναισθηματική μας κατάσταση. Οι εμπειρίες της καθημερινότητας, ιδιαίτερα όσες έχουν έντονο συναισθηματικό φορτίο, φαίνεται να επηρεάζουν το περιεχόμενο των ονείρων μας. Δεν εμφανίζονται απαραίτητα με άμεσο ή λογικό τρόπο, αλλά συχνά μετασχηματίζονται σε εικόνες και αφηγήσεις που αντανακλούν, έστω έμμεσα, όσα βιώνουμε.

Για παράδειγμα, οι περίοδοι έντονου στρες συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης εφιαλτών, ενώ άνθρωποι που έχουν βιώσει τραυματικά γεγονότα συχνά βλέπουν επαναλαμβανόμενα, φορτισμένα όνειρα. Σε αυτή την οπτική, τα όνειρα μπορεί να λειτουργούν ως ένας τρόπος επεξεργασίας δύσκολων εμπειριών, επιτρέποντας στον εγκέφαλο να «δουλέψει» πάνω σε συναισθήματα που δεν έχουν ακόμη πλήρως αφομοιωθεί.

Ίσως, λοιπόν, το νόημα των ονείρων να μην βρίσκεται στις λεπτομέρειες ή στους συμβολισμούς τους, αλλά στη γενικότερη συναισθηματική τους ποιότητα. Αντί να προσπαθούμε να αποκωδικοποιήσουμε κάθε εικόνα, μπορεί να είναι πιο χρήσιμο να δίνουμε προσοχή στο πώς μας κάνουν να νιώθουμε. Ένα επαναλαμβανόμενο άγχος, μια αίσθηση πίεσης ή φόβου ίσως δεν χρειάζεται ερμηνεία, αλλά αναγνώριση.

Τελικά, τα όνειρα πιθανότατα δεν προβλέπουν το μέλλον ούτε αποκαλύπτουν κρυμμένες αλήθειες με τον τρόπο που συχνά φανταζόμαστε. Μπορεί όμως να προσφέρουν κάτι πιο απλό και ουσιαστικό: μια έμμεση ματιά στον τρόπο που βιώνουμε τη ζωή μας στο παρόν. Και ίσως, αντί να αναζητούμε έναν «κώδικα» που πρέπει να σπάσουμε, αξίζει να τα δούμε ως μια ευκαιρία να στραφούμε λίγο περισσότερο προς τον εαυτό μας και την εμπειρία μας.

 

Ιουλία Καζάνα-McCarthy

Δρ. Κοινωνιολογίας (University of Surrey, UK)

MSc Psychology (c.) (Brunel University of London)

Πιστοποιημένη Life Coach (International Coaching Federation, ICF)

Solution Focused Θεραπεύτρια (BRIEF)

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης