Θυμάμαι, όταν ήμουν 19 χρονών, είχα ξεκινήσει μαθήματα ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο με έναν καθηγητή λίγο σοφό, λίγο μπερδεμένο, αλλά πάντα ανοιχτό σε φιλοσοφικές συζητήσεις – από εκείνες που δεν έβγαζαν πάντα ξεκάθαρο νόημα, αλλά σε έκαναν να σκέφτεσαι.

Μια μέρα, περνώντας έξω από το γραφείο του, κοντοστάθηκα να τον χαιρετήσω. Αφού χαιρετηθήκαμε, με κοίταξε και μου είπε: «Ιουλία, θέλεις κάτι να με ρωτήσεις;»

Χωρίς να το πολυσκεφτώ, του απάντησα: «Ναι… τι είναι η αλήθεια;» Χαμογέλασε. Και μου είπε: «Όταν μεγαλώσεις, θα μάθεις». Σίγουρα δεν με κάλυψε τότε. Αλλά πέρασαν τα χρόνια. Μεγάλωσα. Έζησα, έφαγα τα μούτρα μου, αμφισβήτησα, άλλαξα. Και σήμερα θα ήθελα να πιστεύω πως παρότι δεν έχω μια ολοκληρωμένη απάντηση, έχω αγγίξει έστω μια μικρή γρατζουνίτσα της αλήθειας.

Γιατί ζούμε σε μια εποχή όπου η αλήθεια δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Μια εποχή όπου, μέσα από δημόσιες συζητήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις, το τι θεωρείται «αληθές» μοιάζει να γίνεται όλο και πιο ρευστό. Ενδεικτικά, στην πολιτική σκηνή, η εποχή του Donald Trump έφερε στο προσκήνιο έννοιες όπως τα «fake news» και τα «alternative facts» – όροι που μέχρι πρόσφατα δεν αποτελούσαν μέρος ούτε της πολιτικής ούτε της καθημερινής μας γλώσσας.

Από τη μία πλευρά, τα μέσα ενημέρωσης κατηγορούν πολιτικούς για διαστρέβλωση της αλήθειας. Από την άλλη, οι πολιτικοί κατηγορούν τα μέσα για το ίδιο. Και κάπου ανάμεσα σε αυτή την ατέρμονη αντιπαράθεση, προκύπτει ένα ερώτημα που είναι πολύ πιο προσωπικό απ’ όσο φαίνεται.

Πώς ξέρουμε τι είναι αλήθεια;

Δεν πρόκειται για ένα αφηρημένο φιλοσοφικό δίλημμα. Οι πεποιθήσεις μας επηρεάζουν τον τρόπο που ψηφίζουμε, τις αποφάσεις που στηρίζουμε, τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας. Είναι η εγκληματικότητα αυξημένη ή όχι; Είναι οι μετανάστες βάρος ή όφελος για την οικονομία; Είναι ένας κίνδυνος πραγματικός ή απλώς υπερβολικός; Και ίσως το πιο άβολο σημείο σε όλα αυτά δεν είναι ότι υπάρχουν ψευδείς πληροφορίες εκεί έξω. Είναι ότι, πολύ συχνά, τις πιστεύουμε κιόλας.

Αν απομακρυνθούμε για λίγο από την πολιτική, θα δούμε ότι το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Σκέψου για μια στιγμή μερικές από τις «αλήθειες» που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια: ότι χρησιμοποιούμε μόνο το 10% του εγκεφάλου μας, ότι αν καταπιούμε μια τσίχλα θα μείνει στο σώμα μας για χρόνια, ότι το «κρακ» στα δάχτυλα προκαλεί αρθρίτιδα. Αν κάποια από αυτά σου φαίνονται γνώριμα, δεν είσαι ο μόνος. Ακόμη και επαγγελματίες υγείας, σύμφωνα με δημοσιεύσεις του British Medical Journal, έχουν κατά καιρούς υιοθετήσει τέτοιες πεποιθήσεις!

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι ότι «οι άλλοι κάνουν λάθος». Το θέμα είναι ότι όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, είμαστε ευάλωτοι στο να πιστέψουμε κάτι που δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι ότι δεν είμαστε έξυπνοι ή ότι δεν θέλουμε να βρούμε την αλήθεια. Είναι ότι ο εγκέφαλός μας λειτουργεί με τρόπους που μας εξυπηρετούν – αλλά μερικές φορές μας παραπλανούν κιόλας. Μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο πληροφορίες, δεν έχουμε πάντα τον χρόνο ή την ενέργεια να εξετάζουμε τα πάντα σε βάθος. Έτσι, βασιζόμαστε σε γρήγορες «συντομεύσεις» σκέψης που μας βοηθούν να παίρνουμε αποφάσεις. Αυτές οι συντομεύσεις είναι χρήσιμες. Αλλά δεν είναι πάντα αξιόπιστες.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό που ονομάζουμε στην ψυχολογία «πλάνη της διαθεσιμότητας». Τείνουμε να πιστεύουμε ότι κάτι συμβαίνει συχνότερα όταν μπορούμε εύκολα να το θυμηθούμε. Έτσι, ένα περιστατικό που προβάλλεται έντονα από τα μέσα ενημέρωσης – όπως, για παράδειγμα, ο θάνατος ενός αστυνομικού εν ώρα υπηρεσίας – μπορεί να μας κάνει να πιστεύουμε ότι είναι πιο συχνό απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχουν επαγγέλματα πολύ πιο επικίνδυνα που απλώς δεν προβάλλονται με τον ίδιο τρόπο. Με τον ίδιο τρόπο, μια είδηση για τρομοκρατία ή εγκληματικότητα μπορεί να μας κάνει να πιστέψουμε ότι ο κόσμος είναι πιο επικίνδυνος απ’ όσο δείχνουν τα πραγματικά δεδομένα.

Αλλά δεν είναι μόνο η μνήμη μας που επηρεάζει τις πεποιθήσεις μας. Είναι και τα συναισθήματά μας. Θα θέλαμε να πιστεύουμε ότι πρώτα σκεφτόμαστε και μετά νιώθουμε. Όμως συχνά συμβαίνει το αντίθετο: πρώτα νιώθουμε – και μετά προσπαθούμε να εξηγήσουμε αυτό που νιώθουμε. Ο ψυχίατρος Aaron Beck παρατήρησε ότι οι άνθρωποι συχνά βγάζουν συμπεράσματα βασισμένοι στο συναίσθημά τους, όχι στα πραγματικά γεγονότα. Αν νιώθω φόβο, μπορεί να πιστέψω ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Αν νιώθω θυμό, μπορεί να πείσω τον εαυτό μου ότι έχω δίκιο κι ο άλλος έχει άδικο. Τα συναισθήματα είναι σημαντικά, αλλά δεν είναι πάντα αξιόπιστοι οδηγοί της πραγματικότητας.

Και όταν πια διαμορφώσουμε μια άποψη, δεν σταματάμε εκεί. Τότε βάζουμε σε λειτουργία έναν ακόμη μηχανισμό: την ανάγκη να την προστατεύσουμε. Αναζητούμε πληροφορίες που την επιβεβαιώνουν και αποφεύγουμε εκείνες που την αμφισβητούν. Είναι αυτό που ονομάζουμε επιβεβαιωτική προκατάληψη. Διαβάζουμε ανθρώπους που συμφωνούν μαζί μας, ακολουθούμε φωνές που μας επιβεβαιώνουν, και όταν βρεθούμε μπροστά σε κάτι αντίθετο, το απορρίπτουμε εύκολα ως «αναξιόπιστο» ή «μεροληπτικό». Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, δεν προστατεύουμε την αλήθεια – προστατεύουμε τις πεποιθήσεις μας.

Η αλήθεια είναι ότι κανείς μας δεν είναι αντικειμενικός. Όλοι, σε κάποιο βαθμό, βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα φίλτρα της εμπειρίας, των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών μας. Και ίσως η πιο επικίνδυνη στιγμή δεν είναι όταν κάνουμε λάθος, αλλά όταν είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι έχουμε δίκιο.

Και ίσως, τελικά, η πιο ουσιαστική στάση που μπορούμε να καλλιεργήσουμε δεν είναι η βεβαιότητα, αλλά η περιέργεια. Η διάθεση να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Να αναρωτηθούμε. Να ακούσουμε. Να αφήσουμε χώρο για το ενδεχόμενο ότι μπορεί να κάνουμε λάθος.

Και τότε η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται σε εκείνους που είναι σίγουροι. Αποκαλύπτεται σε εκείνους που είναι ανοιχτοί να την αναζητήσουν – και να περιμένουν.

 


Ιουλία Καζάνα-McCarthy

Δρ. Κοινωνιολογίας (University of Surrey, UK)

MSc Psychology (c.) (Brunel University of London)

Πιστοποιημένη Life Coach (International Coaching Federation, ICF)

Solution Focused Θεραπεύτρια (BRIEF)

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης