Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πόσο βαθιά μπορούν να επηρεάσουν την ψυχική μας ισορροπία οι προβολές των άλλων ήταν όταν μετακόμισα στο Ηνωμένο Βασίλειο για να ξεκινήσω την ερευνητική μου δουλειά γύρω από την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και τις επιπτώσεις της στις ζωές νέων Ελληνίδων γυναικών.

Το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα εκείνης της περιόδου ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο. Η δημόσια ρητορική παρουσίαζε την Ελλάδα και τους Έλληνες μέσα από ένα στερεοτυπικό αφήγημα τεμπελιάς, ανευθυνότητας και ηθικής ανεπάρκειας. Αυτό που με εξέπληξε περισσότερο ήταν ότι αυτή η ρητορική δεν περιοριζόταν στα μέσα ενημέρωσης, αλλά αναπαραγόταν και σε ακαδημαϊκούς κύκλους.

Πριν ακόμη μιλήσω ή παρουσιάσω στοιχεία, έρευνες ή στατιστικές, είχα ήδη χαρακτηριστεί: «πατριώτισσα» (στο εξωτερικό έχει πολύ περισσότερο αρνητική χροιά από ό,τι στην Ελλάδα), «αμυντική», «εκείνη που υπερασπίζεται την Ελλάδα ό,τι κι αν συμβαίνει». Οι υποθέσεις υπήρχαν πριν από κάθε διάλογο, πριν καν με γνωρίσουν πραγματικά.

Στην αρχή πίστεψα ότι αν καθόμουν να εξηγήσω με σαφήνεια ποια είμαι και ποιος είναι ο πραγματικός στόχος της έρευνάς μου, θα υπήρχε κατανόηση. Σύντομα, όμως, κατάλαβα ότι δεν επρόκειτο για μια απλή παρεξήγηση. Ήταν προβολή. Και η προβολή δεν διορθώνεται εύκολα με λόγια και εξηγήσεις.

Κανείς δεν με ρώτησε ποτέ ποια ήταν η ουσία της δουλειάς μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να ακουστεί η αλήθεια αυτών των γυναικών: ότι δεν είμαστε «οι άλλοι», ότι η αγάπη για τον τόπο μας δεν σημαίνει μίσος για τους υπόλοιπους. Ότι η κριτική σκέψη και η αγάπη για την πατρίδα σου, για το σπίτι σου, μπορούν να συνυπάρχουν.

Οι προβολές των άλλων μου στέρησαν τότε τη δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου. Δημιούργησαν αμφιβολία, εσωτερική σύγκρουση και στιγμές αμφιβολίας για την αξία της δουλειάς μου. Με τον καιρό, τόσο η Ελλάδα όσο κι εγώ βρεθήκαμε σε καλύτερο σημείο. Όμως το μάθημα έμεινε βαθιά χαραγμένο: η αλήθεια μας δεν κρίνεται από τις προβολές των άλλων.

Υπάρχουν στιγμές που, όσο κι αν προσπαθείς να εξηγήσεις ποιος είσαι, δεν ακούγεσαι. Και τότε συνειδητοποιείς ότι το πιο ουσιαστικό δεν είναι να πείσεις, αλλά να παραμείνεις αληθινός.

Δύο πράγματα βοηθούν σε αυτό. Το πρώτο είναι να μειώσεις την εξάρτησή σου από το τι πιστεύουν οι άλλοι. Πολλές από τις επιλογές μας καθοδηγούνται από την ανάγκη αποδοχής και τον φόβο της απόρριψης. Το δεύτερο είναι να γνωρίζεις βαθιά ποιος είσαι και να σου δίνεις άδεια να είσαι αυτός – ακόμη κι αν αυτό δεν ταιριάζει στις προσδοκίες των άλλων.

Σκέψου, για παράδειγμα, έναν νέο υπάλληλο σε μια εταιρεία που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, αλλά οι συνάδελφοι τον χαρακτηρίζουν «υπερβολικό» ή «αντικοινωνικό» ή «ανταγωνιστικό». Παρά τις προθέσεις του να βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας για όλους, οι προβολές των άλλων μπορούν να τον κάνουν να αμφιβάλλει για τις δικές του ικανότητες – ακόμα και για τις προθέσεις του. Αν όμως επιμείνει να ενεργεί σύμφωνα με την αλήθεια και τις αξίες του, τελικά χτίζει αξιοπιστία και αυτοσεβασμό – όχι επειδή αλλάζει τους άλλους, αλλά επειδή μένει πιστός στον εαυτό του.

Η αυθεντικότητα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι πράξη ψυχικής φροντίδας και αυτοσεβασμού. Όταν θυσιάζουμε την αλήθεια μας για να χωρέσουμε στις προβολές των άλλων, το τίμημα το πληρώνουμε εσωτερικά. Οι ανεπιβεβαίωτες υποθέσεις για τους συνανθρώπους μας μπορούν να πληγώσουν, να προκαλέσουν αμφιβολίες και φόβο — ακόμη και όταν δεν το καταλαβαίνουμε.

Δώσε, λοιπόν, στον εαυτό σου την άδεια να υπάρχει όπως είναι. Όχι όπως τον ορίζουν οι άλλοι. Να παραμένεις πιστός στον εαυτό σου, ακόμα και όταν ο κόσμος γύρω σου έχει ήδη βγάλει συμπεράσματα για σένα. Εκεί ξεκινά η ελευθερία. Εκεί ξεκινά η αληθινή σύνδεση με τον εαυτό σου και με τους άλλους.

Ακούστε το σχετικό ηχητικό:

ΙουλίαΚαζάνα-McCarthy

Δρ. Κοινωνιολογίας (UniversityofSurrey, UK)

MSc Psychology (c.) (Brunel University of London)

Πιστοποιημένη Life Coach (International Coaching Federation, ICF)

SolutionFocused Θεραπεύτρια (BRIEF)

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης