Πριν από λίγο καιρό βρέθηκα σε μια συζήτηση γύρω από τον φόβο και το πώς μπορούμε να τον ξεπεράσουμε. Και κουβέντα στην κουβέντα, φτάσαμε στα retreats: σε πνευματικά, θεραπευτικά ή τραυματο-κεντρικά προγράμματα αυτογνωσίας. Εκείνα τα προγράμματα όπου άνθρωποι αποσύρονται για λίγες μέρες από την καθημερινότητα, κάθονται σε κύκλους, μιλούν για τους φόβους τους, κλαίνε, συνδέονται με τον εαυτό τους και τους άλλους. Και αναρωτήθηκα τι ακριβώς κερδίζει κανείς από τέτοιες εμπειρίες και αν θα μπορούσαν πραγματικά να έχουν αντίκτυπο σε εμένα.

Αν και δεν αμφισβητώ ότι μπορεί πράγματι να βοηθούν κάποιους ανθρώπους, προσωπικά, δεν τα βρίσκω χρήσιμα. Και όχι γιατί είμαι «πάνω» από αυτά, αλλά γιατί η σχέση μου με τον φόβο είναι διαφορετική.

Σε αυτά τα retreats συνήθως κάθεσαι σε έναν κύκλο, όπου ο συντονιστής ρωτά τι είναι αυτό που φοβάσαι περισσότερο. Τι σε κρατά πίσω. Κλείνεις τα μάτια. Έρχεσαι σε επαφή με βαθιά συναισθήματα, δακρύζεις, συνειδητοποιείς πόσο σε περιορίζει ο φόβος.

Και τότε είπα κάτι που τους ξάφνιασε: «Δεν νιώθω ότι ζω με πολύ φόβο». Όχι γιατί είμαι άφοβη. Αλλά γιατί ο φόβος δεν καθορίζει τις επιλογές μου. Η διαφορά είναι ότι έμαθα να μη δίνω στον φόβο το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή μου.

Και αυτή η στάση δεν προέκυψε τυχαία. Στην εφηβεία μου έζησα για χρόνια μέσα στον φόβο. Φόβο για το πώς θα αντιδράσουν οι συμμαθητές μου, φόβο για την κοροϊδία, την επιθετικότητα, την απόρριψη, τη συναισθηματική βία. Εκπαιδεύτηκα – χωρίς να το καταλάβω – να φοβάμαι πριν μιλήσω, πριν εκφραστώ. Η ζωή μου τότε δεν καθοριζόταν από το τι ήθελα εγώ, αλλά από το πώς φανταζόμουν ότι θα αντιδράσουν οι άλλοι.

Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, κάτι άλλαξε. Όχι απότομα, αλλά καθοριστικά και με επίγνωση. Και τότε συνειδητοποίησα πόσες εμπειρίες, πόσες χαρές, πόσες ευκαιρίες είχα χάσει, επειδή ο φόβος των άλλων είχε γίνει οδηγός της ζωής μου. Και τότε πήρα μια απόφαση: ότι θα γίνω ο άνθρωπος που θέλω να είμαι, ακόμη κι αν αυτό κάνει κάποιους να νιώθουν άβολα.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου ζητήθηκε να δώσω διάλεξη. Ήμουν τρομοκρατημένη. Το σώμα μου αντιδρούσε, το μυαλό μου έτρεχε σε σενάρια αποτυχίας. Αλλά την έκανα. Όχι γιατί δεν φοβόμουν, αλλά γιατί αυτή ήταν η εκδοχή του εαυτού μου που ήθελα να χτίσω. Και κάθε φορά που διάλεγα τη δράση αντί για την παράλυση, ο φόβος έχανε λίγο από τη δύναμή του.

Πολλοί άνθρωποι μένουν κολλημένοι όχι επειδή δεν έχουν ικανότητες, αλλά επειδή δίνουν υπερβολική σημασία στον φόβο, στο άγχος, στη νευρικότητα. Περιμένουν να «φύγει» ο φόβος για να κινηθούν. Όμως ο φόβος σπάνια φεύγει πρώτος. Υποχωρεί μόνο όταν του δείξεις ότι δεν κρατά το τιμόνι. Ότι ναι μεν υπάρχει, αλλά δεν αποφασίζει.

Όταν μεγαλώσω, θέλω να θυμάμαι ότι τόλμησα. Ότι έζησα. Ότι δεν άφησα τον φόβο να γράψει το σενάριο της ζωής μου. Γιατί, τελικά, αυτό σημαίνει να είσαι άφοβος: όχι να μη φοβάσαι, αλλά να τον αγκαλιάζεις, να τον αναγνωρίζεις, και να συνεχίζεις.

 


 

Ιουλία Καζάνα-McCarthy

Δρ. Κοινωνιολογίας (University of Surrey, UK)

MSc Psychology (c.) (Brunel University of London)

Πιστοποιημένη Life Coach (International Coaching Federation, ICF)

Solution Focused Θεραπεύτρια (BRIEF)

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης