Με αφορμή την είδηση για τις δύο εφήβους που πήδηξαν από ταράτσα πολυκατοικίας, θα προσπαθήσω νασταθώ για λίγο σε κάτι που βλέπω όλο και πιο συχνά μέσα από τη δουλειά μου με νέους ανθρώπους. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν γράφω αυτές τις σκέψεις για να εξηγήσω κάτι τόσο τραγικό – κανένα άρθρο δεν μπορεί να χωρέσει τον πόνο, την απελπισία ή την πραγματικότητα που βιώνει ένας άνθρωπος στις πιο σκοτεινές του στιγμές.Γιατί τέτοια γεγονότα δεν χωράνε εύκολα σε λέξεις.
Δουλεύω κυρίως με πρωτοετείς φοιτητές. Και αν υπάρχει ένα συναίσθημα που συναντώ ξανά και ξανά πίσω από το άγχος, τις κρίσεις πανικού, την εξάντληση και τις αμφιβολίες τους, είναι ο φόβος μήπως απογοητεύσουν τους γονείς τους.
«Οι γονείς μου έχουν θυσιάσει τόσα για μένα».«Δεν μπορώ να αποτύχω τώρα».«Δεν ξέρω αν μου αρέσει αυτό που σπουδάζω, αλλά δεν γίνεται να τους το κάνω αυτό».«Αισθάνομαι ότι τους χρωστάω».«Τόσα λεφτά, τόσες προσδοκίες…»
Και κάθε φορά αναρωτιέμαι το ίδιο πράγμα: πόσα παιδιά μεγαλώνουν πιστεύοντας ότι η αξία τους εξαρτάται από την απόδοσή τους;
Από πολύ μικροί μαθαίνουμε να κυνηγάμε επιτυχίες πριν καν προλάβουμε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε. Να κάνουμε “σωστές επιλογές”. Να διαλέγουμε σπουδές που “έχουν μέλλον”. Να είμαστε προσγειωμένοι, ρεαλιστές, παραγωγικοί. Και κάπως έτσι, πολλοί νέοι άνθρωποι καταλήγουν να περνούν χρόνια σπουδάζοντας κάτι που δεν αγαπούν – όχι επειδή δεν έχουν όνειρα, αλλά επειδή αγαπούν ανθρώπους που φοβούνται να απογοητεύσουν.
Το πιο δύσκολο, όμως, είναι ότι αυτό το κίνητρο συχνά δεν γεννιέται από ευγνωμοσύνη αλλά από ενοχή. Από την αίσθηση ότι «χρωστάω». Δεν κινούμαστε προς ένα μέλλον που μας εμπνέει. Τρέχουμε μακριά από τον φόβο της αποτυχίας. Και τίποτα που χτίζεται αποκλειστικά πάνω στον φόβο δεν μπορεί πραγματικά να οδηγήσει στην πληρότητα.
Οι γονείς πράγματι θυσιάζονται. Δουλεύουν εξαντλητικά, στερούνται πράγματα, προσπαθούν να προσφέρουν στα παιδιά τους περισσότερες ευκαιρίες από όσες είχαν οι ίδιοι. Όμως κάπου στην πορεία, πολλές οικογένειες αρχίζουν – άθελά τους – να επενδύουν στα παιδιά όχι μόνο αγάπη, αλλά και όλες τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες, τους φόβους και τις αγωνίες τους.Όχι από κακία, αλλά από αγωνία. Από φόβο. Από την ανάγκη να πιστέψουν ότι οι θυσίες τους θα οδηγήσουν κάπου καλύτερα.Έρευνες μάλιστα δείχνουν ότι όταν οι γονείς αισθάνονται πως τα παιδιά τους «δεν πετυχαίνουν», βιώνουν συναισθήματα απογοήτευσης, άγχους ή ακόμη και ενοχής, σαν η πορεία των παιδιών να αντανακλά τη δική τους αξία. Και τα παιδιά το αισθάνονται αυτό το δυσανάλογο για τους μικρούς τους ώμους βάρος, ακόμη κι όταν δεν λέγεται ξεκάθαρα.
Ζούμε σε μια εποχή όπου το σχολείο και το πανεπιστήμιο μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με μηχανισμούς παραγωγής άγχους. Ένα ατελείωτο σύστημα εξετάσεων, αξιολογήσεων και ανταγωνισμού – που ουδεμία σχέση με χώρους καλλιέργειας ανθρώπων δεν έχει. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, και η ζωή η ίδια αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο σαν επένδυση.
Ένα σχολείο που πολλές φορές λειτουργεί περισσότερο ως αναγκαίος χώρος φύλαξης παιδιών (το λες και babysitting) για δύο γονείς που πρέπει να εργάζονται ασταμάτητα για να επιβιώσει οικονομικά η οικογένεια, παρά ως χώρος ουσιαστικής καλλιέργειας και ανακάλυψης του εαυτού.
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Ζώντας και δουλεύοντας στην Αγγλία, βλέπω καθημερινά νέους ανθρώπους να ξεκινούν τη ζωή τους φορτωμένοι με τεράστια φοιτητικά δάνεια, αντιμετωπίζοντας την εκπαίδευση σαν οικονομική επένδυση που “πρέπει να αποδώσει”. Όταν επιτρέπεις στον νεοφιλελευθερισμό να εισβάλει πλήρως σε έναν χώρο όπως η παιδεία, τότε οι φοιτητές παύουν να είναι άνθρωποι που μαθαίνουν. Γίνονται πελάτες που αγοράζουν ένα προϊόν με αντάλλαγμα την ελπίδα ενός αξιοπρεπούς μισθού στο μέλλον. Στη χειρότερη περίπτωση, πρέπει τουλάχιστον να “πάρει τα λεφτά του πίσω.”
Και κάπου εκεί η γνώση χάνει την ψυχή της.
Η γνώση παύει να είναι περιέργεια.Η μάθηση παύει να είναι ανακάλυψη.Το πανεπιστήμιο παύει να είναι εμπειρία ζωής.Σπουδάζω γιατί πρέπει να επιβιώσω.
Δεν ονειρεύομαι. Υπολογίζω.
«Θα βρω δουλειά;»«Θα βγάζω αρκετά;»«Θα αξίζει όλος αυτός ο κόπος;»
Και το καταλαβαίνω. Πραγματικά το καταλαβαίνω. Ζούμε σε μια εποχή οικονομικής πίεσης, αβεβαιότητας, ανασφάλειαςκαι εξουθένωσης. Όμως με τρομάζει όταν βλέπω εφήβους δεκαεφτά και δεκαοχτώ χρονών να μιλούν ήδη με τέτοιο κυνισμό για τη ζωή. Σαν να έχουν κουραστεί από τη ζωή, σα να έχουν γεράσει πριν προλάβουν να ζήσουν. Νέους που δεν μιλούν με τη ρομαντική υπερβολή της νιότης, αλλά με τον κυνισμό ανθρώπων που έχουν ήδη μάθει ότι η αξία τους μετριέται με βαθμούς, μισθούς και επιδόσεις.
Τι έχουμε κάνει στα παιδιά;
Πότε ακριβώς πείσαμε μια ολόκληρη γενιά ότι το νόημα της ζωής είναι απλώς να “τα καταφέρει” οικονομικά;
Κάποτε η νιότη είχε και κάτι όμορφα παράλογο. Έναν ρομαντισμό. Μια αφέλεια σχεδόν συγκινητική. Μια αθωότητα που πίστευε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Αν κρίνω από τον εαυτό μου και τους φίλους μου, θέλαμε να ταξιδέψουμε, να δημιουργήσουμε, να ερωτευτούμε με πάθος, να αποτύχουμε, να ξανασηκωθούμε. Σήμερα συναντώ όλο και περισσότερους νέους που δεν ονειρεύονται καν, γιατί έχουν ήδη πειστεί ότι η ζωή είναι μια ατελείωτη μάχη επιβίωσης.
Και ίσως αυτό να είναι από τα πιο θλιβερά πράγματα της εποχής μας.
Ότι μεγαλώνουμε παιδιά που δεν αισθάνονται ελεύθερα να αναρωτηθούν τι αγαπούν, αλλά μόνο τι “συμφέρει”. Παιδιά που μαθαίνουν να φοβούνται την αποτυχία περισσότερο απ’ όσο επιθυμούν τη ζωή.Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα που κάνουμε στα παιδιά: όχι ότι τους μαθαίνουμε να πετυχαίνουν, αλλά ότι τους μαθαίνουμε να φοβούνται υπερβολικά να αποτύχουν.
Οι γονείς βρίσκονται στην καρδιά μας. Μας δημιούργησαν. Μας αγάπησαν όπως μπορούσαν. Και οι περισσότεροι θέλουν πραγματικά το καλό των παιδιών τους. Όμως κάποια στιγμή χρειάζεται να θυμόμαστε κάτι δύσκολο:Τα παιδιά δεν γεννιούνται για να πραγματοποιήσουν τα ανεκπλήρωτα όνειρα των γονιών τους.
Και κανένας δεν μπορεί να γράψει το σενάριο της ζωής μας – ούτε οι γονείς μας.
Και ίσως ένα κομμάτι ενηλικίωσης να είναι ακριβώς αυτό: να βρούμε το θάρρος να απογοητεύσουμε λίγο τους άλλους, ώστε να μην προδώσουμε ολοκληρωτικά τον εαυτό μας.
Και αν μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει εξαντλημένη πριν καν ξεκινήσει να ζει, τότε ίσως δεν αποτυγχάνουν τα παιδιά. Ίσως αποτυγχάνουμε εμείς.
Ακούστε το σχετικό ηχητικό:
ΙουλίαΚαζάνα-McCarthy
Δρ. Κοινωνιολογίας (UniversityofSurrey, UK)
MSc Psychology (c.) (Brunel University of London)
Πιστοποιημένη Life Coach (International Coaching Federation, ICF)
SolutionFocusedΘεραπεύτρια (BRIEF)

