«Με αναλύεις τώρα;»

Είναι μια ερώτηση που μου κάνουν συχνά. Και για να είμαι ειλικρινής, δε μου αρέσει ιδιαίτερα.

Πριν λίγες μέρες, ένας φίλος μου σύστησε έναν γνωστό του. Κάποια στιγμή με ρώτησε με τι ασχολούμαι επαγγελματικά. Κι όταν του απάντησα, με κοίταξε με ένα μείγμα ενθουσιασμού και ανησυχίας και μου είπε μεταξύ αστείου και σοβαρού: «Ωχ… τώρα πρέπει να προσέχω τι λέω μπροστά σου. Μπορεί και να με αναλύεις!»

Αλλά είναι πράγματι έτσι; Όντως πιστεύεις ότι αν συναντήσεις έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας σε μια κοινωνική συγκέντρωση, θα αρχίσει να σε αναλύει;Η απάντηση, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, είναι λίγο πιο σύνθετη. Θα έλεγα ότι είναι ταυτόχρονα ναι και όχι.

Ας ξεκινήσουμε με το «όχι».

Η αλήθεια είναι ότι πολλοί άνθρωποι έχουν αυτή την εντύπωση για τους ψυχολόγους και τους θεραπευτές. Φαντάζονται ότι, όπου κι αν βρεθούμε, καθόμαστε απέναντι από τους ανθρώπους και προσπαθούμε να «διαβάσουμε» το μυαλό τους. Ότι παρατηρούμε κάθε λέξη, κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα, προσπαθώντας να αποκαλύψουμε τα μυστικά τους (ένα πτώμα έγινα μόνο που το σκέφτηκα!)

Οι περισσότεροι θεραπευτές δεν περπατούν στον κόσμο σαν να έχουν ένα αόρατο τεφτέρι στο χέρι. Δεν αναλύουμε τους φίλους μας όταν απολαμβάνουμε τον καφέ μας μαζί τους, ούτε τους αγνώστους στο μετρό. Δεν κοιτάζουμε κάποιον και σκεφτόμαστε: «Ας δούμε τι παιδικό τραύμα κρύβεται εδώ».

Η θεραπεία είναι κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο – και πολύ πιο ιερό.

Συμβαίνει μέσα σε έναν συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Είναι μια συνειδητή διαδικασία, στην οποία κάποιος επιλέγει να μιλήσει, να ανοίξει την καρδιά του, να εξερευνήσει σκέψεις και συναισθήματα με ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Επομένως, δεν είναι κάτι που συμβαίνει αυθαίρετα σε μια κοινωνική συνάντηση. Αυτό είναι που την καθιστά καιμια τόσο απαιτητική, ακόμη και εξαντλητική δουλειά.

Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι γι’ αυτό.Ο πρώτος είναι η βαθιά, ενεργητική ακρόαση.

Όταν συναντώ τους φίλους μου (το ομολογώ!) πολλές φορές μπορεί σκέφτομαι περισσότερο τι θα απαντήσω εγώ παρά τι θα μου πει ο άλλος. Στη θεραπεία όμως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Για να γίνει ουσιαστική δουλειά, κάνω τα πάντα για να ακούω με απόλυτη προσοχή όσα μου λέει ο άνθρωπος απέναντί μου. Γιατί, στην ουσία, αυτό που κάνω είναι να ανασυνθέτω τον ψυχολογικό του κόσμο μέσα στο δικό μου μυαλό. Να καταλάβω πώς βλέπει τον εαυτό του, τους άλλους και τη ζωή του. Και αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, αυτό που ονομάζουμε ενσυναίσθηση – να νιώσω λίγο από αυτό που νιώθει ο άλλος και να δω τον κόσμο – όσο γίνεται – μέσα από τα δικά του μάτια, παραμερίζοντας τις δικές μου προκαταλήψεις, κρίσεις ή προσωπικές εμπειρίες. Και όλα αυτά απαιτούν τεράστια πνευματική και συναισθηματική προσπάθεια. Γι’ αυτό και δεν είναι κάτι που κάνω χαλαρά πίνοντας απλά το καφεδάκι μου.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η θεραπευτική δουλειά δεν βασίζεται απλώς στη διαίσθηση. Οι θεραπευτές δουλεύουμε μέσα από θεραπευτικά μοντέλα και επιστημονικές προσεγγίσεις που έχουν αναπτυχθεί μέσα από χρόνια έρευνας.Γι’ αυτό και η εκπαίδευση ενός θεραπευτή διαρκεί πολλά χρόνια.

Έτσι, λοιπόν, η απάντηση είναι «όχι»: όταν πάω για έναν καφέ ή ένα ποτήρι κρασί, δεν κάνω τέτοιου είδους ανάλυση. Ούτε θα ήξερα από πού να αρχίσω!

Φυσικά, το επάγγελμα του θεραπευτή αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο. Όταν δουλεύεις καθημερινά με ανθρώπους, μαθαίνεις να ακούς πιο προσεκτικά. Αναπτύσσεις μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στις ανθρώπινες εμπειρίες.Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι «αναλύεις» συνεχώς τους ανθρώπους γύρω σου!Η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι παζλ που λύνεται μέσα σε λίγα λεπτά.Και το κυριότερο, κανείς δεν μπορεί να αναλύσει κάποιον χωρίς τη δική του συμμετοχή.

Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι προσπαθούμε διαρκώς να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας. Είμαι σχεδόν βέβαιη ότι αυτή η τάση είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που, εξελικτικά μιλώντας, επέτρεψαν στους προϊστορικούς προγόνους μας να επιβιώσουν αρκετά ώστε να μεταφέρουν τα γονίδιά τους στις επόμενες γενιές – και τελικά σε εμάς.

Έτσι, λίγο ή πολύ, όλοι προσπαθούμε να κατανοήσουμε τους άλλους: την προσωπικότητά τους, τη συμπεριφορά τους, τα κίνητρα και τις προθέσεις τους.Όταν αυτό γίνεται με κακή πρόθεση, το λέμε κουτσομπολιό. Όταν γίνεται με καλή πρόθεση, μπορεί να το πούμε ενδιαφέρον ή απλώς γνωριμία. Όπως κι αν το ονομάσουμε, όμως, όλοι το κάνουμε!

Αλλά αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την επίσημη θεραπευτική ανάλυση που γίνεται μέσα σε ένα πλαίσιο θεραπείας.Με άλλα λόγια, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης και επικοινωνίας.

Οπότε, την επόμενη φορά που θα με συναντήσεις κάπου έξω και θα αναρωτηθείς αν σε αναλύω, η απάντηση είναι μάλλον ναι – όπως κάνεις κι εσύ. Κατά τα άλλα, όμως, πιθανότατα κάνω ακριβώς αυτό που πάλι κάνεις κι εσύ: προσπαθώ να περάσω καλά!

Ακούστε το σχετικό ηχητικό:

 

ΙουλίαΚαζάνα-McCarthy

Δρ. Κοινωνιολογίας (UniversityofSurrey, UK)

MSc Psychology (c.) (Brunel University of London)

Πιστοποιημένη Life Coach (International Coaching Federation, ICF)

SolutionFocusedΘεραπεύτρια (BRIEF)

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης