H διοίκηση της Deutsche Welle ανακοίνωσε την απόφασή της να κλείσει το Ελληνικό Πρόγραμμα του σταθμού από την 1η Ιανουαρίου του 2027, στο πλαίσιο γενικότερων περικοπών, που προκύπτουν μετά τη μείωση της χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό της Γερμανίας.

Σημειώνεται ότι η ελληνόφωνη υπηρεσία είναι η μόνη που διακόπτεται συνολικά σε ό,τι αφορά όλες τις υπηρεσίες της. Η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη από τις 32 συνολικά της DW που θα σταματήσει να υπάρχει από την 1η Ιανουαρίου του 2027. Περικοπές υπάρχουν και σε ορισμένα άλλα προγράμματα, αλλά καμία γλώσσα δεν αποσύρεται ολοκληρωτικά.

Η επιχορήγηση μειώνεται κατά 10 εκατ. ευρώ και διαμορφώνεται στα 415 εκατ. ευρώ, ενώ η μη αντιστάθμιση μισθολογικών αυξήσεων προσθέτει επιπλέον κόστος 11 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό «κενό» που καλείται να καλύψει η DW στα 21 εκατ. ευρώ.

Στο ίδιο πακέτο προβλέπεται περιορισμός του δημοσιογραφικού χαρτοφυλακίου σε άλλες γλώσσες, συγχώνευση της γερμανόφωνης δημοσιογραφικής προσφοράς με τα μαθήματα γερμανικής γλώσσας, κατάργηση θέσεων και περικοπή επενδυτικών κονδυλίων. Η εικόνα που δίνεται είναι σαρωτική, με την εκτίμηση να κάνει λόγο για περίπου 160 θέσεις πλήρους απασχόλησης που επηρεάζονται, χωρίς να προβλέπονται απολύσεις.

Ο πρόεδρος του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, Καρλ Γιούστεν, ανέφερε σχετικά: «Η DW πρέπει να παραμείνει ισχυρή φωνή ελευθερίας, ιδίως σε περιορισμένα μιντιακά περιβάλλοντα όπως η Ρωσία και το Ιράν. Για να το πετύχει αυτό, χρειάζεται αξιόπιστη και μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση. Λόγω των περικοπών, ο οργανισμός θα πρέπει να αναμένει σημαντική απώλεια απήχησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς η Ρωσία και η Κίνα επενδύουν μαζικά στα κρατικά τους μέσα προπαγάνδας, ενώ η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη διεθνή ραδιοτηλεοπτική παρουσία δημιουργεί επιπλέον κενά. Η μείωση της χρηματοδότησης της DW αποδυναμώνει τόσο τη γερμανική όσο και την ευρωπαϊκή οπτική διεθνώς – σε μια περίοδο που η Ευρώπη έχει επείγουσα ανάγκη από νέους εταίρους και συμμάχους».

«Η ελληνική υπηρεσία της DW θα καταργηθεί»

Στη σχετική ανακοίνωση της διοίκησης της Deutsche Welle αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Η ελληνόφωνη υπηρεσία της DW θα διακοπεί. Αυτή η υπηρεσία παρείχε ανεξάρτητη πληροφόρηση στο κοινό στην Ελλάδα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. Λειτούργησε ως σημαντικό κανάλι διαλόγου κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, μεταφέροντας τις γερμανικές απόψεις στο ελληνικό κοινό. Η Ελλάδα είναι από καιρό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι μια σταθερή δημοκρατία με ένα ποικίλο τοπίο Μέσων Ενημέρωσης, και για αυτό και η DW πρέπει να προχωρήσει στις περικοπές σε αυτόν τον τομέα».

Σύμφωνα με το σχέδιο, περιορίζονται οι εκπομπές και οι διαδικτυακές υπηρεσίες σε άλλες γλώσσες, χωρίς όμως να διακόπτεται η λειτουργία τους. «Οι γερμανόφωνες δημοσιογραφικές DW German και DW Learn German συγχωνεύονται, με τον προϋπολογισμό να μειώνεται σχεδόν στο μισό θα συγχωνευθεί με τα μαθήματα γερμανικής γλώσσας» αναφέρεται στην ανακοίνωση, ενώ παράλληλα καταργούνται πολλές θέσεις εργασίας σε όλον τον οργανισμό και μειώνονται σημαντικά τα επενδυτικά κονδύλια. Συνολικά, επηρεάζονται περίπου 160 θέσεις πλήρους απασχόλησης, αν και ο τελικός αριθμός ενδέχεται να διαφοροποιηθεί.

«Αποδυνάμωση της DW»

Όπως επισημαίνει η γενική διευθύντρια της DW, Μπάρμπαρα Μάσινγκ: «Οι εξοικονομήσεις που κατέστησαν αναγκαίες από τις κρατικές περικοπές και την έλλειψη αποζημίωσης για τις συμφωνημένες συλλογικές αυξήσεις μισθών είναι εξαιρετικά επώδυνες. Αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητά μας σε μια εποχή που μια ισχυρή γερμανική και ευρωπαϊκή παρουσία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία. Ταυτόχρονα, θα συνεχίσουμε να προωθούμε την πρωτοβουλία της DW για την ποιότητα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, που ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια – αν και με βραδύτερο ρυθμό. Η DW θεωρείται ευρέως ως μια αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή πληροφοριών, τόσο σε αγορές υπό καθεστώς λογοκρισίας όσο και σε χώρες όπου η Γερμανία οικοδομεί στρατηγικές συνεργασίες. Η βιώσιμη χρηματοδότηση για το μέλλον είναι ζωτικής σημασίας, εάν θέλουμε να εκπληρώσουμε τη δημοσιογραφική μας εντολή σε έναν εξαιρετικά ανταγωνιστικό παγκόσμιο χώρο πληροφόρησης. Τώρα είναι η ώρα η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο να χαράξουν από κοινού την απαραίτητη πορεία».

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης