Ανεβαίνει η αγορά ακινήτων, συμπαρασύροντας δομικά υλικά και υπηρεσίες

Ανεβαίνει η αγορά ακινήτων, συμπαρασύροντας δομικά υλικά και υπηρεσίες
Ανάκαμψη στη βιομηχανία κατασκευής ακινήτων, η οποία αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στο ενδιαφέρον για ανακαινίσεις λόγω AirBnB, αλλά και στις αγοραπωλησίες, κυρίως παλαιών ακινήτων λόγω της πολύ χαμηλής τιμής τους, παρατηρείται στην Ελλάδα τη διετία 2017-2018, όπως επισήμανε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων για την Ποιότητα και την Ανάπτυξη των Κατασκευών (ΣΕΠΑΚ), Πέτρος Παπαϊωάννου, μιλώντας σε εκδήλωση επιχειρηματικής δικτύωσης του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ).

Εξέφρασε, δε, την ελπίδα όλη αυτή η κινητικότητα, που αποδίδεται επίσης στο ενδιαφέρον των ξένων για τουριστικά κυρίως καταλύματα, αλλά και στις συσσωρεμένες ανάγκες των νοικοκυριών της τελευταίας δεκαετίας, να έχει συνέχεια και να μην αποδειχτεί περιστασιακή.

Ο δρόμος της ελληνικής βιομηχανίας κατασκευών την τελευταία δεκαετία δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα: σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο κ.Παπαϊωάννου, από 33,6 δισ. ευρώ το 2007 η επενδυτική δαπάνη σε ακίνητα μειώθηκε πέρυσι σε μόλις 9 δισ., ενώ ο αριθμός των θέσεων εργασίας στον κλάδο συρρικνώθηκε στις 333.000 το 2016 από 580.000 το 2007.

Πέρυσι, πρόθεσε, η Ελλάδα είχε το υψηλότερο μέσο κόστος δανεισμού στεγαστικού δανείου στην Ευρώπη (επιτόκιο 3,4%, έναντι μέσου όρου 1,8% για την ΕΕ), ενώ η μετανάστευση των νέων ηλικίας 25-45 ετών περιόρισε τη ζήτηση αγοράς ή ενοικίασης κατοικιών και επαγγελματικών χώρων.

Μείωση αξίας των ακινήτων κατά 41% μέσο όρο το 2007-2017

Από το 2007 ώς το 2017, συμπλήρωσε ο πρόεδρος του ΣΕΠΑΚ, η μείωση, κατά 83% στις νέες άδειες και κατά 90% στις συναλλαγές ακινήτων, σε συνδυσμό με όλα τα προηγούμενα προβλήματα, προκάλεσε τη μείωση της αξίας τους (των ακινήτων) στην Ελλάδα σε ποσοστό 41% κατά μέσο όρο.

Η απότομη αυτή μείωση, η μεγαλύτερη στην ΕΕ την τελευταία δεκαετία, δεν ακολουθήθηκε από το κόστος αγοράς των υλικών και το συνολικό κόστος κατασκευής.

Επιπρόσθετα, τόνισε, τα παραπάνω και η μείωση της επενδυτικής απόδοσης λόγω της μείωσης των ενοικίων - κατά 22% μέσο όρο στις κατοικίες και 31% στους επαγγελματικούς χώρους - δημιούργησαν αρνητικά κίνητρα και έκαναν ασύμφορες τις κατασκευές νέων κατοικιών.

Κατά τον κ. Παπαϊωάννου, «η φορολογική στόχευση της Πολιτείας αποκλειστικά στα ακίνητα, με εργαλείο τον ΕΝΦΙΑ και κυρίως το Συμπληρωματικό Φόρο, που επιβαρύνει τις περιουσίες μεγαλύτερης αξίας, από 200.000 ευρώ, τρόμαξε τους παλαιούς αλλά και τους μελλοντικούς ιδιοκτήτες ακινήτων. Οι φόροι αυτοί έγιναν το μέγα αντικίνητρο αγοράς νέων ακινήτων από τους ήδη κατόχους, που έχουν στάσιμα χρήματα σε εγχώριες και ξένες τράπεζες και τη δυνατότητα να επενδύσουν». Διευκρίνισε, πάντως, ότι η φορολογία ήταν μεν η κύρια, αλλά όχι η αποκλειστική αιτία της πτώσης των τιμών των ακινήτων.

«Τα στοιχεία σε μελέτη του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι η πτώση τιμής για τα ακίνητα μέχρι 200.000 ευρώ οφείλεται κατά 20% στον ΕΝΦΙΑ και για τα μεγαλύτερης αξίας ακίνητα αποδίδεται κατά 75% στον ΕΝΦΙΑ» διευκρίνισε. Ο ΣΕΠΑΚ, πρόσθεσε, ανέθεσε μελέτη στο ΙΟΒΕ, που απέδειξε ότι η μείωση του ΦΠΑ στο 13%, θα δημιουργούσε μεγαλύτερη ενεργοποίηση του κλάδου και νέες θέσεις εργασίας.

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018, 20:15