Έπειτα από 5 χρόνια ύφεσης, 3 χρόνια στασιμότητας και 3 χρόνια ισχνής ανάκαμψης, έπειτα από μια πολυετή κρίση που είχε ως αποτέλεσμα το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2019 να υπολείπεται κατά -23,5% σε σύγκριση με την κορυφή του 2007 και σε κατά κεφαλήν όρους να είναι το 3ο χαμηλότερο ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 (ΕΕ-27), η ελληνική οικονομία λόγω της πρωτόγνωρης υγειονομικής κρίσης εισήλθε εκ νέου σε φάση συρρίκνωσης.

Βάσει των προσωρινών στοιχείων των εθνικών λογαριασμών της ΕΛΣΤΑΤ, το πλήγμα από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 αποδείχτηκε ισχυρό, με τον ετήσιο πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης να διαμορφώνεται στο -8,2% το 2020 από 1,9% το 2019. Παρά ταύτα, η πτώση του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν ηπιότερη σε σχέση με τις προβλέψεις επίσημων οργανισμών και του μέσου όρου της αγοράς (market consensus). Σε αυτό το αποτέλεσμα συνέβαλε πρωτίστως η καλύτερη του αναμενομένου επίδοση της ελληνικής οικονομίας το 4ο τρίμηνο 2020 και σε μικρότερο βαθμό η επί τα βελτίω αναθεώρηση των αποτελεσμάτων του 3ου και του 4ου τριμήνου 2020.

Συγκεκριμένα, βάσει των εποχικά διορθωμένων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, ο τριμηνιαίος πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης, παρά το 2ο lockdown, παρέμεινε θετικός για 2ο τρίμηνο στη σειρά και διαμορφώθηκε στο 2,7% από 3,1% το 3ο τρίμηνο 2020. Το εν λόγω θετικό αποτέλεσμα προήλθε κυρίως από τις συνιστώσες του εξωτερικού τομέα, με τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών να ενισχύονται κατά 4,9% QoQ και 10,3% QoQ αντίστοιχα.

Η αύξηση των εξαγωγών αγαθών είχε ήδη αποτυπωθεί στα στοιχεία εμπορευματικών συναλλαγών της ΕΛΣΤΑΤ (εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών και των πλοίων), ωστόσο η ανάκαμψη των εξαγωγών υπηρεσιών δύναται να χαρακτηριστεί ως θετική έκπληξη όπως αρνητική έκπληξη αποτέλεσε η συρρίκνωσή τους το 3ο τρίμηνο 2020 (-4,2% QoQ). Τέλος, η δημόσια κατανάλωση, μέσω των μέτρων στήριξης της κυβέρνησης (αναφέρουμε τη δημόσια δαπάνη για αγαθά και υπηρεσίες και όχι τις μεταβιβαστικές πληρωμές ή τις χρηματοδοτικές ενισχύσεις) και οι επενδύσεις παγίων συνεισέφεραν θετικά στην ανοδική πορεία – σε τριμηνιαία βάση – του πραγματικού ΑΕΠ το 4ο τρίμηνο 2020.

Η αρνητική επίδραση στην οικονομία από το 2ο lockdown αποτυπώθηκε κυρίως στα στοιχεία της ιδιωτικής κατανάλωσης με πτώση -2,2% QoQ το 4ο τρίμηνο 2020 από αύξηση 13,3% QoQ το 3ο τρίμηνο 2020 και μείωση, εξαιτίας του 1ου lockdown, -12,9% QoQ το 2ο τρίμηνο 2020. Τα δημοσιευθέντα στοιχεία του δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου προμήνυαν την εν λόγω εξέλιξη. Η επαναφορά των περιοριστικών μέτρων για την καταπολέμηση του 2ου κύματος της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 (αναστολή λειτουργίας επιχειρήσεων, μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας) είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των πωλήσεων στον κλάδο του λιανικού εμπορίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο εποχικά διορθωμένος δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου μειώθηκε σε μηνιαία βάση κατά -3,0% τον Δεκέμβριο 2020 από -6,5% τον Νοέμβριο 2020. Για το σύνολο του 4ου τριμήνου 2020 (μέσος όρος 3 μηνών) καταγράφηκε τριμηνιαία συρρίκνωση -2,0% από αύξηση 8,9% QoQ το 3ο τρίμηνο 2020 και πτώση -10,7% QoQ το 2ο τρίμηνο 2020.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υγειονομικής κρίσης ως προς τους περιορισμούς και τις ανάγκες που δημιούργησε, η κατανομή της μεταβολής των πωλήσεων στις επί μέρους κατηγορίες καταστημάτων του λιανικού εμπορίου δεν ήταν ομοιόμορφη (βλέπε Πίνακα 2). Επί παραδείγματι, το 4ο τρίμηνο 2020, οι πωλήσεις σε σταθερές τιμές των μεγάλων καταστημάτων τροφίμων (super markets), των τροφίμων-ποτών-καπνού και των φαρμακευτικών-καλλυντικών ενισχύθηκαν σε τριμηνιαία βάση κατά 7,2%, 5,9% και 7,8% αντίστοιχα.

Αντίθετα, καθοδικά κινήθηκε ο όγκος των πωλήσεων στα πολυκαταστήματα (-3,6% QoQ), στα καύσιμα-λιπαντικά αυτοκινήτων (-9,6% QoQ), στην ένδυση-υπόδηση (-41,2% QoQ), στα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακός εξοπλισμός (-2,8% QoQ) και στα βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη (-16,0% QoQ).

Μετρώντας το ΑΕΠ υπό το πρίσμα της προσέγγισης της δαπάνης (ποιος φορέας της οικονομίας αγόρασε το παραχθέν προϊόν;), οι εξαγωγές υπηρεσιών είχαν την υψηλότερη αρνητική συνεισφορά στην ύφεση του 2020. Το εν λόγω αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο και αντικατοπτρίζει τη μεγάλη αρνητική επίδραση της υγειονομικής κρίσης στον κλάδο του τουρισμού. Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά -43,0% ΥοΥ (7,3% YoY το 2019) αφαιρώντας 9,1 ποσοστιαίες μονάδες από τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης του 2020. Ακολούθησε η ιδιωτική κατανάλωση με ισχυρή πτώση -5,2% ΥοΥ (1,9% YoY το 2019) αφαιρώντας 3,6 ποσοστιαίες μονάδες από την ετήσια μεταβολή του πραγματικού ΑΕΠ το 2020. Η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία σε έναν βαθμό ενσωματώνει στοιχεία ακούσιας και εκούσιας αποταμίευσης (ειδικά το 2ο τρίμηνο 2020), συγκρατήθηκε εν μέρει από τα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης (π.χ. επιδότηση απασχόλησης, αναστολή φορολογικών υποχρεώσεων κ.α.).

Εντούτοις, πέραν του οφέλους, το προαναφερθέν αποτέλεσμα είχε και υψηλό κόστος υπό τη μορφή μεγάλου δημοσιονομικού ελλείμματος. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση προϋπολογισμού 2021, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται στο -9,9% του ΑΕΠ το 2020 και το πρωτογενές ισοζύγιο στο -6,8% του ΑΕΠ (σε όρους ESA 2010). H 1η κοινοποίηση των προαναφερθέντων δημοσιονομικών στοιχείων είναι προγραμματισμένο να ανακοινωθεί από την ΕΛΣΤΑΤ στις 22 Απριλίου 2021.

Οι συνιστώσες της ζήτησης με θετική συνεισφορά στα στοιχεία του πραγματικού ΑΕΠ το 2020 ήταν η δημόσια κατανάλωση με άνοδο 2,7% YoY (1,2% YoY το 2019), η αύξηση των εξαγωγών αγαθών κατά 4,3% YoY (2,0% YoY το 2019) και η ενίσχυση της μεταβολής των αποθεμάτων. Οι εν λόγω συνιστώσες πρόσθεσαν 1,9 ποσοστιαίες μονάδες στον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης του 2020.

Επιπρόσθετα, η μείωση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά -3,7% YoY και -16,0% YoY αντίστοιχα, μετρίασε το τελικό υφεσιακό αποτέλεσμα κατά 2,7 ποσοστιαίες μονάδες. Τέλος, οι επενδύσεις παγίων συρρικνώθηκαν για 3η συνεχή χρονιά, ωστόσο με οριακό ρυθμό της τάξης του -0,6% YoY (-4,6% YoY το 2019).

Μετρώντας το ΑΕΠ υπό το πρίσμα της προσέγγισης του προϊόντος (ποιοι κλάδοι παρήγαγαν το προϊόν της οικονομίας;), οι συγκεντρωτικοί κλάδοι με τις μεγαλύτερες απώλειες το 2020 ήταν: 1ον του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, των επισκευών οχημάτων και μοτοσικλετών, της μεταφοράς και αποθήκευσης, των υπηρεσιών παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης και 2ον των τεχνών, διασκέδασης και ψυχαγωγίας, επισκευών ειδών νοικοκυριού και άλλων υπηρεσιών.

Στον μεν πρώτο κλάδο η πραγματική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία μειώθηκε κατά -22,8% YoY στον δε δεύτερο κατά -25,4% YoY. Ο συγκεντρωτικός κλάδος του εμπορίου, των μεταφορών και αποθήκευσης και των υπηρεσιών καταλύματος και εστίασης, λόγω της υψηλής βαρύτητάς του και λόγω των μεγάλων απωλειών του, συνεισέφερε αρνητικά -6,0 ποσοστιαίες μονάδες στη μεταβολή της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της ελληνικής οικονομίας το 2020 (-8,1% YoY).

Εν κατακλείδι, η ελληνική οικονομία το 2020, λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από τον τουρισμό, δέχτηκε ισχυρό πλήγμα από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19. Το πραγματικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε σε ετήσια βάση κατά -8,2% (από τα €183,4 δις σε τρέχουσες τιμές το 2019 στα €165,8 δις το 2020) με τις εξαγωγές υπηρεσιών να έχουν τη μεγαλύτερη αρνητική συνεισφορά σε αυτή την επίδοση.

Η ύφεση στην Ελλάδα το 2020 ήταν η 4η βαθύτερη ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 (1η η Ισπανία με -11,0%, 2η η Ιταλία με -8,9% και 3η η Κροατία με -8,4%). Εντούτοις, αποδείχτηκε ηπιότερη από τις επίσημες προβλέψεις διεθνών οργανισμών και του μέσου όρου της αγοράς. Τα μέτρα στήριξης των ασκούντων την οικονομική πολιτική μετρίασαν σε έναν βαθμό το υφεσιακό αποτέλεσμα, καθώς συγκράτησαν με άμεσο και έμμεσο τρόπο τη συρρίκνωση της ζήτησης και της προσφοράς. Παρά ταύτα, πέραν του οφέλους, το προαναφερθέν αποτέλεσμα είχε και υψηλό κόστος υπό τη μορφή μεγάλου δημοσιονομικού ελλείμματος.

Βάσει της 1ης εκτίμησης των ετήσιων εθνικών λογαριασμών, το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2020 ήταν κατά -29,8% (-€66,9 δις σε τρέχουσες τιμές) μικρότερο σε σχέση με το αντίστοιχο μέγεθος το 2007 (προ κρίσης χρέους επίπεδα). Θα χρειαστεί να περάσουν πολλά χρόνια με σχετικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης για να ανακτηθούν οι εν λόγω απώλειες παραγωγής-εισοδήματος. Επί παραδείγματι, η επιστροφή του πραγματικού ΑΕΠ σε ορίζοντα δεκαετίας στα επίπεδα του 2007 ισοδυναμεί με έναν μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 3,6%. Με δεδομένο το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας (μακροπρόθεσμα αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την απασχόληση), η επίτευξη τέτοιου επιπέδου ρυθμών μεγέθυνσης προϋποθέτει μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων.