Καθώς σημαντικό τμήμα των οικονομικών δραστηριοτήτων της χώρας έχει ανασταλεί προκαλώντας σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο παραγόμενο προϊόν και το ύψος της απασχόλησης, ο δημόσιος τομέας αποτελεί αυτή τη στιγμή τον κύριο μοχλό ανάσχεσης των αρνητικών επιδράσεων που προκαλούνται από την εξάπλωση του κορωνοϊού (COVID-19), αναφέρει σε ανάλυσή του το ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών).

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις των κρατικών δαπανών στην ελληνική οικονομία είναι ισχυρότερες από αυτές του τουριστικού τομέα, επομένως στον βαθμό που θα ασκηθεί επεκτατική δημοσιονομική πολιτική είναι εφικτό να αντισταθμιστεί σημαντικό μέρος των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλεί στην ελληνική οικονομία η πανδημία.

Συγκεκριμένα, το ΚΕΠΕ σημειώνει ότι μια αύξηση της κρατικής καταναλωτικής δαπάνης για την αντιμετώπιση των συνεπειών του COVID-19 στην ελληνική οικονομία κατά 5 δισ. ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 2,7% του ΑΕΠ, εκτιμάται ότι ceteris paribus θα προκαλέσει μία συνολική (άμεση και έμμεση):

• αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 3,97 ποσοστιαίες μονάδες,

• αύξηση της συνολικής απασχόλησης στην οικονομία κατά περίπου 167,62 χιλιάδες θέσεις εργασίας ή κατά περίπου 3,90 ποσοστιαίες μονάδες,

• αύξηση του ελλείμματος του Ισοζυγίου Αγαθών και Υπηρεσιών κατά περίπου 1,8 δισ. ευρώ.

Οι θετικές επιδράσεις μίας αύξησης των κρατικών δαπανών στο ΑΕΠ και την απασχόληση αφορούν κυρίως τους τομείς «Δημόσια Διοίκηση», «Εκπαίδευση», «Ανθρώπινη Υγεία», «Αγροτικός Τομέας», «Διαχείριση Ακίνητης Περιουσίας», «Παραγωγή Τροφίμων», «Διαμονή και Εστίαση» και «Λιανικό Εμπόριο» (βλ. Διαγράμματα 2 και 3), ενώ το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας θα επιβαρυνθεί κυρίως λόγω της αύξησης των εισαγωγών βιομηχανικών προϊόντων.

Πιο αναλυτικά, στην ανάλυσή του το ΚΕΠΕ παραθέτει τις επιπτώσεις που θα έχει η αύξηση των κρατικών καταναλωτικών δαπανών στο ΑΕΠ, την απασχόληση και το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας, όπως προκύπτουν από εμπειρικές μετρήσεις που έγιναν στη βάση ενός πολυτομεακού υποδείγματος συμπαραγωγής εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων με ετερογενή εργασία, το οποίο βασίζεται στην έννοια του «Σραφφαϊανού Πολλαπλασιαστή».

Για την αποτύπωση των διακλαδικών σχέσεων χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από πρόσφατους Πίνακες Προσφοράς και Χρήσεων (Supply and Use Tables-SUT) της ελληνικής οικονομίας, λαμβάνοντας υπόψη τη σύνθεση των κρατικών δαπανών της χώρας.

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΚΕΠΕ, οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις των κρατικών καταναλωτικών δαπανών έχουν ως εξής: Για κάθε 1 εκατ. ευρώ αύξησης των κρατικών δαπανών προκαλείται μία συνολική (άμεση και έμμεση):

• αύξηση του ΑΕΠ της οικονομίας κατά περίπου 1,487 εκατ. ευρώ, η οποία κατανέμεται ανά εμπόρευμα,

• αύξηση της απασχόλησης στην οικονομία κατά περίπου 33,524 απασχολούμενους, η οποία κατανέμεται ανά τομέα οικονομικής δραστηριότητας,

• επιβάρυνση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών κατά περίπου 0,359 εκατ. ευρώ, η οποία κατανέμεται ανά εμπόρευμα.

Επιπτώσεις στο ΑΕΠ, την απασχόληση και το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών στο σενάριο αύξησης των κρατικών δαπανών κατά 5 δισ. ευρώ.

Οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις των κρατικών δαπανών στην οικονομία είναι ισχυρότερες από αυτές του τουριστικού τομέα

Σε προηγούμενη ανάλυση, το ΚΕΠΕ είχε σημειώσει ότι ο τουριστικός τομέας της χώρας αναμένεται να αντιμετωπίσει ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα πλήγματα από τη διεθνή εξάπλωση του COVID-19 και ανέδειξε τις ισχυρές αρνητικές επιδράσεις που θα έχει για την ελληνική οικονομία η καθίζηση της τουριστικής κίνησης.

Ειδικότερα, από την ανάλυση των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων των τουριστικών εισπράξεων της χώρας προκύπτει ότι μια μείωση των εισπράξεων κατά 1 δισ. ευρώ προκαλεί μία ceteris paribus μείωση του ΑΕΠ κατά 0,57%, μείωση της απασχόλησης κατά 0,61% και αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών κατά € 675,52 εκατ.

Συνεπώς το πραγματικό ύψος των απωλειών θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης και τις επιπτώσεις της στη διεθνή τουριστική κίνηση.

Από την παρούσα ανάλυση, προκύπτει ότι οι μοναδιαίες πολλαπλασιαστικές επιδράσεις των κρατικών δαπανών στην ελληνική οικονομία είναι ισχυρότερες από αυτές του τουριστικού τομέα. Συνεπώς, στο μέτρο που θα εξασφαλιστεί ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος που απαιτείται για την άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και, ταυτόχρονα, θα ασκηθούν οι κατάλληλες αναδιανεμητικές πολιτικές, είναι εφικτό να αντισταθμιστεί σημαντικό μέρος των αρνητικών επιπτώσεων στην ελληνική οικονομία, σημειώνει το ΚΕΠΕ.

Από την άλλη πλευρά, οι αρνητικές επιπτώσεις στον εξωτερικό τομέα της χώρας δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν, ενώ είναι εύλογο να αναμένουμε αρνητικές επιπτώσεις τόσο στις εξαγωγές όσο και στην επενδυτική δραστηριότητα, οι οποίες αναπόφευκτα θα έχουν με τη σειρά τους αντίστοιχες επιπτώσεις στο ΑΕΠ και την απασχόληση, καταλήγει.