Εν μέσω βαθιάς κρίσης στη Μέση Ανατολή διεξάγονται σήμερα οι βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ, με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου να διαμηνύει προς πάσα κατεύθυνση ότι το Ισραήλ είναι έτοιμο για την πιθανότητα να εμπλακεί σε μια αμερικανική-ιρανική σύγκρουση ως αποτέλεσμα των επιθέσεων στην Aramco.

Οι 6,4 εκατομμύρια Ισραηλινοί ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες από τις 7:00 τοπική ώρα (και ώρα Ελλάδας) έως τις 22:00 στα 10.700 εκλογικά τμήματα σε μια εκλογική μάχη, κατά τα φαινόμενα παρόμοια με εκείνη του περασμένου ΑπριλίουΟι πολίτες προσέρχονται, για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε μήνες, στις κάλπες για τις βουλευτικές εκλογές που προμηνύονται μια «μάχη στήθος με στήθος» μεταξύ του Νετανιάχου και του πρώην αρχηγού του στρατού Μπένι Γκαντς.

Οι 6,4 εκατομμύρια Ισραηλινοί ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες από τις 7:00 τοπική ώρα (και ώρα Ελλάδας) έως τις 22:00 στα 10.700 εκλογικά τμήματα σε μια εκλογική μάχη, κατά τα φαινόμενα παρόμοια με εκείνη του περασμένου Απριλίου.

Τότε, το κόμμα του Νετανιάχου, Λικούντ, και το Καχόλ Λαβάν, το νέο κεντρώο κόμμα «Μπλε Λευκό» με επικεφαλής τον Γκαντς, κέρδισαν από 35 έδρες στην Κνεσέτ των 120 εδρών.

Ο Ισραηλινός πρόεδρος Ρεουβέν Ριβλίν έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Νετανιάχου, με τον 69χρονο «Μπίμπι» να μην καταφέρνει να σχηματίσει έναν πλειοψηφικό συνασπισμό. Και για να μην επιτρέψει στον πρόεδρο Ριβλίν να ζητήσει από κάποιον αντίπαλο να σχηματίσει την κυβέρνηση, διέλυσε το κοινοβούλιο με αποτέλεσμα να προκηρυχθούν νέες εκλογές.

Ένας μέσος όρος των δημοσκοπήσεων δίνει σε καθένα ένα από τα δύο κόμματα – Λικούντ και Καχόλ Λαβάν – 32 έδρες. Τα ποσοστά που θα συγκεντρώσουν τα άλλα κόμματα, δυνητικοί κυβερνητικοί σύμμαχοι, – σχηματισμοί της δεξιάς ή θρησκευτικά κόμματα για τον Νετανιάχου – και αριστερά και αραβικά κόμματα για τον Γκαντς, θα είναι καθοριστικά.

Οι εκλογές θεωρούνται δημοψήφισμα υπέρ ή κατά του Νετανιάχου επειδή λαμβάνουν χώρα έναν μήνα πριν ο αρχηγός του Λικούντ εμφανισθεί ενώπιον της δικαιοσύνης για υποθέσεις «διαφθοράς», «κατάχρησης εμπιστοσύνης» και «ατασθαλιών». Προς το παρόν δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες σε βάρος του Νετανιάχου και συνεπώς δεν έχει καταδικασθεί, όμως μια εκλογική νίκη θα μπορούσε να επιτρέψει στους συμμάχους του να ψηφίσουν την ασυλία του.

Ο απόστρατος στρατηγός Γκαντς, είναι περισσότερο φιλελεύθερος στα κοινωνικά ζητήματα, έχει καλλιεργήσει παράλληλα μια εικόνα «γερακιού» στα ζητήματα ασφαλείας και παίζει το χαρτί της «εντιμότητας». «Είναι λίγες οι φορές που οι ψηφοφόροι βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο επιλογές τόσο ξεχωριστές, δύο μονόδρομους και πρέπει να επιλέξουν ποιον θα πάρουν», ανέφερε ο Γκαντς σε άρθρο που δημοσιεύθηκε την Δευτέρα στα Εβραϊκά σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες.

Ο Νετανιάχου δήλωσε τη Δευτέρα ότι οι ψηφοφόροι έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε μια «αδύναμη κυβέρνηση» υπό την ηγεσία της «αριστεράς και των Αράβων» και μιας «ισχυρής δεξιάς κυβέρνησης» με ηγέτη αυτόν.

Εκλογές εν μέσω κρίσης

Η εκλογική διαδικασία διεξάγεται στη σκιά της πετρελαϊκής κρίσης που καταγράφηκε μετά την επίθεση με drone στις εγκαταστάσεις της Aramco της Σ. Αραβίας.

Πρόκειται για ένα πλήγμα στην «καρδιά» της πετρελαϊκής παραγωγής καθώς οι εν λόγω εγκαταστάσεις θεωρούνται τα μεγαλύτερα εργοστάσια επεξεργασίας πετρελαίου στον κόσμο. Εκ προϊμίου καθίσταται σαφές πως η αγορά πετρελαίου εισέρχεται σε νέα και επικίνδυνη περίοδο.

Με το Bloomberg να προειδοποιεί για αύξηση έως και 10% της τιμής του πετρελαίου, τρία εικοσιτετράωρα μετά την επίθεση καταγράφηκε το μεγαλύτερο ενδοσυνεδριακό άλμα των τιμών τα τελευταία σχεδόν 30 χρόνια.

Την ίδια ώρα, φόβοι εγείρονται για μια στρατιωτική κλιμάκωση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ιράν.

Όπως αναφέρουν ξένοι αναλυτές η επίθεση είναι το τελευταίο παράδειγμα μιας κλιμάκωσης των εχθροπραξιών στον Κόλπο για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων εκ μέρους των δύο αντίπαλων πλευρών, χρησιμοποιώντας κάθε μέσον πλην της πολεμικής σύρραξης.

Αλλά οι πιθανότητες να αποφευχθεί μια τέτοια καταστροφική σύγκρουση μειώνονται κάθε φορά που σημειώνονται τέτοια περιστατικά, εκτιμούν.

Πολλοί εξέλαβαν την επίθεση στις εγκαταστάσεις της Σ. Αραβίας ως μοχλό πίεσης του Ιράν, καθώς σε περίπτωση που η παραγωγή σταματήσει για μακρύ χρονικό διάστημα στη Σ. Αραβία τότε οι αγοραστές δεν αποκλείεται να αναζητήσουν νέους παρόχους, στρεφόμενοι και προς το Ιράν το οποίο είναι αποκλεισμένο λόγω του εμπάργκο.

Άλλοι αναλυτές σχολιάζουν σχετικά πως: «Εάν όντως η επίθεση στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις προέρχεται από την Τεχεράνη, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα της εν λόγω επιχείρησης αποτυπώνουν την αποφασιστικότητά της  να πιέσει τις ΗΠΑ αλλά και τη Σ. Αραβία στον πόλεμο με την Υεμένη».

Μια γενικότερη στασιμότητα πάντως στην αγορά πετρελαίου και ένα ενδεχόμενο άλμα των τιμών του μαύρου χρυσού θα συνεπαγόταν άμεσα στην μείωση της ζήτησης και άρα σε μια πιο ευρεία πετρελαϊκή κρίση.

Η Landeszeitung σχολίασε σχετικά: «Η πύρινη λαίλαπα που παρέλυσε τη μισή παραγωγή πετρελαίου στη Σαουδική Αραβία υπογραμμίζει την ανάγκη να απεξαρτηθεί η Δύση ταχύτερα από το ναρκωτικό που λέγεται πετρέλαιο. Το μεγαλύτερο μέρος του πολύτιμου μαύρου χρυσού βρίσκεται σε μια περιοχή, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη ο φονικότερος θρησκευτικός πόλεμος της ιστορίας, αυτός μεταξύ σουνιτών και σιιτών. Στην παρούσα φάση ο ενδομουσουλμανικός εμφύλιος βάζει φωτιά στην καρδιά της πετρελαϊκής βιομηχανίας».

Προς το παρόν οι ΗΠΑ διά στόματος Τραμπ διαμηνύουν ότι δεν θα προχωρήσουν σε αντίποινα οποιασδήποτε μορφής,  εάν πρώτα δεν λάβουν μια σαφή και εμπεριστατωμένη εκτίμηση από το Ριάντ σχετικά με την προέλευση των drones.

Oι Χούθι της Υεμένης ανέλαβαν την ευθύνη για την επίθεση, διαμηνύοντας πως  τα εργοστάσια επεξεργασίας πετρελαίου της σαουδαραβικής Aramco εξακολουθούν να αποτελούν στόχο και μπορεί να δεχθούν επίθεση «ανά πάσα στιγμή».