Οι θέσεις του ΔΣΑ για τη φορολογία ακινήτων

Οι θέσεις του ΔΣΑ για τη φορολογία ακινήτων
Για «ευκαιριακή αποκόμιση φορολογικών εσόδων» κάνει λόγο ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών σε ανακοίνωσή του, σχετικά με τις επικείμενες αλλαγές στη φορολογία ακινήτων.
Μεταξύ άλλων, η ανακοίνωση αναφέρει:

«Η υφισταμένη πανσπερμία νομοθετικών ρυθμίσεων, που αφορούν στη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, δημιουργεί ένα συνολικό δυσβάστακτο φορολογικό βάρος, το οποίο τείνει να αποκτήσει δημευτικές διαστάσεις. Επιπροσθέτως, η παράλληλη ισχύς διαφορετικών φορολογικών καθεστώτων για το ίδιο ζήτημα, όπως είναι η μεταβίβαση των ακινήτων εξ επαχθούς αιτίας, όπου εφαρμόζεται, ανάλογα με την περίπτωση, είτε ο Φ.Μ.Α., είτε ο Φ.Α.Υ. και το Τ.Σ. είτε ο Φ.Π.Α., προκαλεί σύγχυση και, ενδεχομένως, αδικίες. Σε κάθε περίπτωση, ζητούμενο δεν είναι απλώς η ευκαιριακή αποκόμιση φορολογικών εσόδων, με τη θέσπιση νέων φόρων στη θέση των καταργουμένων παλαιών, αλλά η συστηματική αξιολόγηση του υφισταμένου πλαισίου και η διορθωτική επέμβαση στα κακώς κείμενα αυτού, με στόχο την ίση κατανομή των φορολογικών βαρών».

Σχετικά με την φορολογία κληρονομιών και την γονική παροχή, ο ΔΣΑ παίρνει επίσης αρνητική θέση μιλώντας για μεγάλη φορολογική επιβάρυνση:

«Όσον αφορά στη φορολογία κληρονομιών, για την επιλογή του ενδεδειγμένου τρόπου φορολογήσεως θα πρέπει να αναγνωρίζεται και η προσωπική συμμετοχή και συμβολή της συζύγου και των τέκνων του κληρονομουμένου στη δημιουργία της περιουσίας, την οποία πλέον αποκτούν αιτία θανάτου, και, συνακόλουθα, να υφίστανται ευνοϊκότερη έναντι των υπολοίπων φορολογική μεταχείριση. Στην αξίωση αυτή συνηγορεί και η συνταγματική προστασία των θεσμών του γάμου και της οικογενείας (άρθρο 21 του Συντάγματος). Κοινωνικοί λόγοι υπαγορεύουν όμοια φορολογική μεταχείριση και για τους γονείς και τα εγγόνια του φορολογουμένου. Αντιθέτως, όσο χαλαρώνει ο συγγενικός δεσμός, εξασθενίζει και η δικαιολογητική βάση ευνοϊκής μεταχειρίσεως. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω, χαλαρή θα πρέπει να είναι και η φορολογική επιβάρυνση των γονικών παροχών. Εντούτοις, ο προσφάτως ψηφισθείς Ν. 3815/2010, πέραν των παλινωδιών, που σημειώθηκαν κατά τη διαδικασία θεσπίσεώς του, δεν φαίνεται να εναρμονίζεται απολύτως προς αυτή την κατεύθυνση, ο δε συνυπολογισμός όλων των προγενεστέρων δωρεών εν ζωή ή αιτία θανάτου και γονικών παροχών σημαίνει αυτόματη τοποθέτηση των νέων πράξεων στα υψηλότερα κλιμάκια της νέας κλίμακας και προκαλεί μεγάλη φορολογική επιβάρυνση».

Ως προς την απαλλαγή πρώτης κατοικίας ο ΔΣΑ αναφέρει:

«Η αποσύνδεση της απαλλαγής πρώτης κατοικίας από την οικογενειακή κατάσταση του φορολογουμένου και την αξία του ακινήτου και η πρόβλεψή της ανεξαιρέτως για κατοικία έως διακόσια (200) τ.μ. δημιουργεί ανισότητες και στερεί την είσπραξη φορολογικών εσόδων σε περιπτώσεις, οι οποίες ουδόλως συναρτώνται με τους κοινωνικούς λόγους, που υπαγορεύουν την απαλλαγή αυτή. Ως εκ τούτου, παρίσταται δικαιότερη η θέσπιση ανωτάτου ορίου αξίας, προσαυξανομένου για τους εγγάμους και όσους διαθέτουν ανήλικα τέκνα. Προκειμένου να τονωθεί η αγορά των ακινήτων, η οποία βρίσκεται σε ύφεση, χρήσιμη θα ήταν και η παροχή φορολογικών κινήτρων για την απόκτηση πρώτης επαγγελματικής στέγης με την πρόβλεψη ενός αφορολογήτου ορίου, υπό την προϋπόθεση ότι η επαγγελματική δραστηριότητα θα εξακολουθεί να ασκείται σε αυτή επί ελάχιστο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα και, παραλλήλως, θα προκύπτει εξ αυτής ένα ελάχιστο όριο ακαθαρίστων εσόδων, προκειμένου να αποφευχθούν καταστρατηγήσεις με τη μορφή εικονικής επαγγελματικής δραστηριότητας».

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010, 17:19