Σε σημερινή συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera, o Ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις, Πάολο Τζεντιλόνι, αναφέρεται στις παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας και στις πιθανές, μελλοντικές επιλογές. Πιο συγκεκριμένα, ο αρμόδιος Ευρωπαίος επίτροπος και Ιταλός πρώην πρωθυπουργός τόνισε:

«Δημιουργούμε ένα πλαίσιο με βεβαιότητες, το οποίο μπορούμε να περιγράψουμε ως εξής: σε αυτή τη φάση είναι πιο επικίνδυνο να κάνουμε λιγότερα, παρά περισσότερα απ΄ ό,τι έχουμε ανάγκη. Δεν πρέπει να σταματήσουν πρόωρα τα μέτρα στήριξης, πρέπει να ισχύσει και το 2022 η παύση του Συμφώνου Σταθερότητας και να εργαστούμε ώστε η οικονομική και η νομισματική πολιτική να συμβαδίσουν. Σίγουρα, πάντως, το ότι θα προέκυπτε συμφωνία, επί αυτής της βάσης, δεν ήταν κάτι το δεδομένο».

Σε ό,τι αφορά, δε, το πώς θα μπορούσε να αλλάξει το Σύμφωνο Σταθερότητας, ο Πάολο Τζεντιλόνι δήλωσε στη Corriere della Sera:

«Θα ξανανοίξουμε τη συζήτηση τον Ιούνιο. Διακρίνω δυο προβλήματα, εκτός από εκείνα που προϋπήρχαν της covid-19. Το πρώτο είναι ότι υπάρχει μια τεράστια ζήτηση για δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις. Τα τελευταία πέντε χρόνια, στη ζώνη του ευρώ οι πραγματικές δημόσιες επενδύσεις ήταν σχεδόν μηδενικές. Και σε αυτό προστίθεται ο κίνδυνος έλλειψης ιδιωτικών επενδύσεων. Εμείς όμως στην Ευρώπη χρειαζόμαστε χιλιάδες δισεκατομμύρια επενδύσεις, πολλώ δεν μάλλον εν όψει της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης. Μιλάμε, δηλαδή, περισσότερο για εργαλεία ανάπτυξης, παρά σταθερότητας».

Σύμφωνα με τον Τζεντιλόνι «το θέμα δεν είναι να αναθεωρηθούν οι στόχοι που ετέθησαν με τις Συνθήκες. Αλλά με ένα δημόσιο χρέος που κατά μέσο όρο, στη ζώνη του Ευρώ, βρίσκεται στο 103%, χρειαζόμαστε μια συζήτηση για τους τρόπους μείωσής του, τη χρονική παράμετρο, την κατάλληλη οδό και τα γιατί».

«Αν περιοριζόμασταν στην εφαρμογή των κανόνων, ως έχουν -με τόσο αυξημένo χρέος- τότε θα έπρεπε να διατηρήσουμε πλεονάσματα προϋπολογισμού για δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, πριν καταβάλουμε τις επιβαρύνσεις τόκων επί του χρέους, οι οποίες δύσκολα θα μπορούσαν να είναι βιώσιμες», υπογράμμισε ο Ευρωπαίος επίτροπος.

«Πρέπει να ξανασκεφθούμε τη διαχείριση της όλης πορείας για τη μείωση του χρέους. Η Ιταλία και η Ελλάδα, έχουν ασφαλώς πολύ υψηλά επίπεδα χρέους και πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές. Αλλά και η Γαλλία, θα παραμείνει, πιθανώς, πάνω από το 120% του ΑΕΠ για πολλά χρόνια. Θεωρώ ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε την όλη πραγματικότητα».