Κριτική του ΔΝΤ από τα "αριστερά" στην κυβέρνηση

Κριτική του ΔΝΤ από τα "αριστερά" στην κυβέρνηση

Στοχευμένες παρατηρήσεις για την ελληνική οικονομία με πέντε προβληματικά σημεία καταγράφει η πρώτη μεταπρογραμματική αξιολόγηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η παρατήρηση του Ταμείου ότι η κυβέρνηση δεν στηρίζει επαρκώς τις αδύναμες οικονομικά ομάδες και η προτροπή να επανασχεδιάσει τα προγράμματα στήριξης, ώστε οι ομάδες αυτές να λαμβάνουν πραγματική βοήθεια, όταν και για όσο τη χρειάζονται.


Η από τα... αριστερά παρέμβαση του ΔΝΤ στην κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ προέρχεται από την καταγραφή άστοχης παρέμβασης, που τείνει να περιλαμβάνει «έχοντες και κατέχοντες» κι όχι μόνο κομμάτια του πληθυσμού που έχουν πραγματική ανάγκη. Η επισήμανση αυτή ενδέχεται να βοηθήσει την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα να αλλάξει άμεσα το μείγμα των προγραμμάτων στήριξης, με απτά αποτελέσματα.

Το Ταμείο εκτιμά ότι θα σημειωθεί επιβράδυνση της ανάπτυξης σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, με το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να ξεπερνά σταδιακά το 1%Ακόμη στην αξιολόγηση του Ταμείου επισημαίνεται πως αυτή η προσπάθεια πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός του πλαισίου των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων που έχουν συμφωνηθεί ανάμεσα στην Ελλάδα και τους Ευρωπαίους εταίρους.

Ειδικότερα, στο μέτωπο της ανάπτυξης, η έκθεση του ΔΝΤ παρουσιάζει μια επιτάχυνση και διεύρυνση της ανάκαμψης, καθώς το Ταμείο υπολογίζει πως το ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 2,4% για το 2019, σηματοδοτώντας μια αύξηση κατά 0,3% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, υπάρχει μια γενική βελτίωση στο οικονομικό κλίμα, ενώ οι εξαγωγές, οι επενδύσεις αλλά και η ιδιωτική κατανάλωση είναι οι βασικοί πυλώνες που στήριξαν την ανάπτυξη. Παρ' όλα αυτά, όμως, το Ταμείο εκτιμά ότι θα σημειωθεί επιβράδυνση της ανάπτυξης σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να ξεπερνά σταδιακά το 1%.

Αναφορικά με τη χαλάρωση των μέτρων για τη διαχείριση της ροής κεφαλαίων, η έκθεση αναφέρει πως αυτή η εξέλιξη κατέστη εφικτή λόγω της σταδιακής αύξησης των τραπεζικών καταθέσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ταμείο εμφανίζεται να στηρίζει την προσπάθεια για την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, υπό τον όρο ότι κάτι τέτοιο θα γίνει σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του οδικού χάρτη και χωρίς να υπάρξει διαταραχή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η έκθεση του ΔΝΤ χαρακτηρίζει «επαρκή» την ικανότητα της Ελλάδας να αποπληρώσει το χρέος σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο. Ωστόσο, το Ταμείο αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία έχει ορισμένες σημαντικές αδυναμίες, οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν, εν όψει μιας σειράς αυξανόμενων κινδύνων που έχουν αρχίσει να διαφαίνονται.

Όπως επισημαίνεται, οι εγχώριοι και οι εξωτερικοί κίνδυνοι έχουν επεκταθεί, ενώ ορισμένες «κληρονομιές της κρίσης», όπως το υψηλό δημόσιο χρέος και οι ευπαθείς ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα, εξακολουθούν να παραμένουν η «αχίλλειος πτέρνα» της ελληνικής οικονομίας.

Όσον αφορά στη σχέση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, η έκθεση του ΔΝΤ εκτιμά ότι θα κλείσει η ψαλίδα σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, καθώς υπολογίζεται ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν συμφωνηθεί με τους Ευρωπαίους σε συνδυασμό την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και την ελάφρυνση του χρέους, η οποία διασφαλίζεται από το ταμειακό απόθεμα και το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης των δανείων, θα συμβάλλουν θετικά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Βιωσιμότητα του χρέους

Η έκθεση του ΔΝΤ εκτιμά ότι τα μέτρα ελάφρυνσης που συμφωνήθηκαν στο Eurogroup τον περασμένο Ιούνιο έχουν καταστήσει το χρέος βιώσιμο σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο. «Το μεσοπρόθεσμο χρέος και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες φαίνονται διαχειρίσιμες. Η τάση του χρέους προς το ΑΕΠ είναι πτωτική, ενώ οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ καθ' όλη την περίοδο αναφοράς» σημειώνεται στην έκθεση.

Όπως υπενθυμίζεται, η Ελλάδα εξήλθε από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης με ένα μεγάλο ταμειακό απόθεμα, το πόσο του οποίου υπολογιζόταν σχεδόν στα 30 δισ. ευρώ ή στο 16% του ΑΕΠ στο τέλος του 2018. Το Ταμείο, ωστόσο, εκτιμά ότι το ταμειακό διαθέσιμο θα συρρικνωθεί το 2019 σε περίπου 23 δισ. ευρώ και τελικά θα περιοριστεί στα 10 δισ. το 2024. «Οι ελληνικές Αρχές σχεδιάζουν τακτικές δανειοληψίες από τις αγορές και σταδιακή εξάντληση του ταμειακού τους αποθέματος» αναφέρει η έκθεση.

Επιπλέον, η πρόωρη εξόφληση μέρους των δανείων του ΔΝΤ αναμένεται ότι θα διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο στη μεσοπρόθεσμη θετική πορεία του ελληνικού χρέους, καθώς γίνεται φανερό ότι η Ελλάδα εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο να αποπληρώσει αυτό το ακριβό τμήμα του χρέους της.

Μάλιστα, υπολογίζεται ότι οι προσαυξήσεις αυτών των δανείων μπορούν να αγγίξουν το ποσό των 5,68 δισ. ευρώ, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης η Ελλάδα οφείλει στο Ταμείο 9,5 δισ. ευρώ. Στο πλαίσιο αυτής της ευρύτερης στρατηγικής, το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους θα ακολουθήσει την επιλογή της μη εξόφλησης, αλλά της ανανέωσης όλο και μεγαλύτερων ποσών από τις εκδόσεις των έντοκων γραμματίων.

Ελληνικό τραπεζικό σύστημα

Το ΔΝΤ εντοπίζει αδυναμίες στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, καθώς υπολογίζει ότι η έκθεση των τραπεζών στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, ενώ παράλληλα εκτιμά ότι και η ποιότητα των εξυπηρετούμενων δανείων είναι χαμηλή, με αποτέλεσμα να καθίσταται «αβέβαιη» η αποπληρωμή τους.

Το Ταμείο αναγνωρίζει πως οι τράπεζες καταβάλλουν προσπάθεια να περιορίσουν την έκθεσή τους στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Από την άλλη όμως πλευρά, περιγράφει ως βασικά εμπόδια σε αυτήν την προσπάθεια το χαμηλής ποιότητας κεφάλαιο, τη χαμηλή κερδοφορία και τη στενότητα που παρατηρείται στη ρευστότητα.

Χαρακτηρίζοντας τον χρηματοπιστωτικό τομέα ως «δημοσιονομικό κίνδυνο», οι συντάκτες της έκθεσης υπενθυμίζουν ότι το ελληνικό Δημόσιο παραμένει εκτεθειμένο στον ελληνικό τραπεζικό τομέα, καθώς όχι μόνο διαθέτει μετοχές και καταθέσεις, αλλά εξαρτάται και από τη συμμετοχή των τραπεζών στις εκδόσεις χρεωστικών τίτλων.  

Το Ταμείο αναγνωρίζει πως οι τράπεζες καταβάλλουν προσπάθεια να περιορίσουν την έκθεσή τους στα μη εξυπηρετούμενα δάνειαΓια τον λόγο αυτόν, το Ταμείο τονίζει ότι η ταχύτατη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η οποία θα ενισχύσει τη χώρα απέναντι σε μια σειρά από καθοδικούς κινδύνους. Ειδικότερα, το ΔΝΤ εμφανίζεται να φοβάται ότι ένα ευάλωτο τραπεζικό σύστημα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για μια νέα αυτοτροφοδοτούμενη κρίση, η οποία θα χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση προβλημάτων ρευστότητας, μείωση της εμπιστοσύνης, αλλά και εξάντληση των τραπεζικών κεφαλαίων.

Αναφορικά με τις προτάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και του ΤΧΣ για την απομείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το ΔΝΤ εμφανίζεται επιφυλακτικό, καθώς εκτιμά ότι οι λύσεις σχημάτων εγγυοδοσίας συνιστούν ένα είδος κρατικής ενίσχυσης και ως εκ τούτου αντιβαίνουν στους κανόνες της Ε.Ε. Από την πλευρά του, το Ταμείο προκρίνει τη λύση των «συντονισμένων ενεργειών», με στόχο να ενισχυθεί η οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, και να σημειωθεί πρόοδος στη γενική κουλτούρα πληρωμών. Υπό αυτό το πρίσμα, η αλλαγή του πλαισίου προστασίας της πρώτης κατοικίας και η απλοποίηση των δικαστικών διαδικασιών θεωρούνται εργαλεία που μπορούν να συμβάλλουν στον περιορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Δικαστικές αποφάσεις για τα αναδρομικά

Ως «δημοσιονομική απειλή» περιγράφει η έκθεση του Ταμείου τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις που έχουν επιδικάσει αναδρομικές πληρωμές, οι οποίες σχετίζονται με την περικοπή μισθών και συντάξεων. Από τη σκοπιά του ΔΝΤ, αυτές οι αποφάσεις συνιστούν ανατροπή της προσπάθειας δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς, όπως αναφέρεται στην έκθεση, «αυτό αποτελεί μέρος ενός κύματος περιπτώσεων που αμφισβητούν τις μεταρρυθμίσεις που είχαν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν».

Οι συντάκτες της έκθεσης του ΔΝΤ εκτιμούν ότι οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις έχουν δημιουργήσει αυξημένους δημοσιονομικούς κινδύνους, δεδομένου ότι υπολογίζεται ότι θα μπορούσαν να επιβαρύνουν ετησίως τις μελλοντικές δαπάνες του προϋπολογισμού με 9,5 δισ. ευρώ, ένα ποσό που αντιστοιχεί στο 0,75% του ΑΕΠ. Στην προειδοποίησή του, το Ταμείο αναφέρει ότι «αν οι μελλοντικές δικαστικές αποφάσεις επεκταθούν και σε άλλες μεταρρυθμίσεις στις οποίες μπορούν να εφαρμοστούν τα ίδια επιχειρήματα, οι εφάπαξ δαπάνες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές».

Σχετικά με τις προτάσεις που έχει καταθέσει η ελληνική πλευρά για τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων, το ΔΝΤ σημειώνει ότι «έχουν προταθεί αρκετά δημοσιονομικά μέτρα από τις Αρχές, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 0,6% του ΑΕΠ, τα οποία, όμως, δεν αποτυπώνονται ακόμα στις προβλέψεις του προϋπολογισμού. Οι αβεβαιότητες γύρω από αυτές τις εκτιμήσεις είναι μεγάλες και μια συνολική εκτίμηση είναι δύσκολη».

 

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019, 13:32